Ένας αποχαιρετισμός στον Τάκη Γκώνια, στον φίλο που έκανε κάθε γύρο γκολφ να μοιάζει με γιορτή και κάθε ατάκα να γίνεται ανάμνηση.
«Τώρα θα κλάψει η μάνα του Πελέ». Δεν θυμάμαι να ανέβηκε ποτέ πάνω στο tee χωρίς να το πει. Έπαιρνε θέση, κοίταζε τον ορίζοντα, χαμογελούσε με εκείνο το βλέμμα που προμήνυε ότι κάτι θα ακολουθήσει και λίγο πριν κατεβάσει το driver πάνω στην μπάλα, πετούσε την ίδια ατάκα. Ήταν το προσωπικό του τελετουργικό. Δεν είχε σημασία αν η μπάλα θα ταξίδευε τριακόσια μέτρα ή αν θα χανόταν κάπου στο rough. Η παρέα είχε ήδη γελάσει. Αυτός ήταν ο Τάκης.
Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται ως έναν από τους πιο χαρισματικούς Έλληνες ποδοσφαιριστές της γενιάς του. Ως το αυθεντικό «δεκάρι» που έβλεπε πάσες τις οποίες οι υπόλοιποι αντιλαμβάνονταν ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Άλλοι θα μιλήσουν για τον προπονητή, για τις ιδέες του, για τη διαφορετική ποδοσφαιρική του σκέψη.
Εγώ θα θυμάμαι τον φίλο μου.

Τον άνθρωπο που λάτρευε τις παλιές ελληνικές ταινίες όσο λίγοι. Που μπορούσε να λέει σκηνές από το «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» και να γελάει σαν να τις έβλεπε πρώτη φορά. Τον άνθρωπο που επικοινωνούσε με ατάκες, όχι γιατί ήθελε να κάνει τον έξυπνο, αλλά γιατί έτσι έκανε τη ζωή λίγο πιο ανάλαφρη. Κάθε φορά που έκανα par, δεν μου έλεγε ποτέ «μπράβο». Μου έλεγε, Φέρε τον έλεγχο να σου βάλω άριστα. Αυτή ήταν η δική του επιβράβευση.
Ο Τάκης είχε ένα σπάνιο χάρισμα. Έδινε χαρά απλόχερα. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αφορμή. Θυμάμαι ακόμη την έκπληξη που μου είχε οργανώσει μαζί με την κοινή μας φίλη, την Κάτια, στα γενέθλιά μου στο Samblo, το μπαρ που διατηρούσα τότε στη Φιλοθέη. Δεν το έκανε για να εντυπωσιάσει. Το έκανε γιατί χαιρόταν να βλέπει τους ανθρώπους που αγαπούσε να χαμογελούν. Ο Τάκης ήταν ντόμπρος. Αν είχε κάτι να σου πει, θα στο έλεγε κοιτώντας σε στα μάτια. Δεν άντεχε τους κακοπροαίρετους, δεν συμπαθούσε τους δήθεν και δεν είχε μάθει ποτέ να κρύβεται πίσω από ευγένειες που δεν πίστευε.
Τα τελευταία χρόνια οι συζητήσεις μας είχαν γίνει διαφορετικές. Ήξερα τι αντιμετώπιζε. Δεν το έκρυβε από τους ανθρώπους που αγαπούσε. Ούτε όμως επέτρεπε να γίνει το κέντρο κάθε κουβέντας. Ήθελε να μιλάμε για γκολφ, για ποδόσφαιρο, για ταινίες, για ανθρώπους.
Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν τον Μάρτιο, στο γήπεδο της Γλυφάδας. Κάποια στιγμή έμαθε ότι ο Νόβακ Τζόκοβιτς είχε έρθει για να παίξει γκολφ. Σηκώθηκε αμέσως για να τον εξυπηρετήσει. Όχι επειδή απέναντί του βρισκόταν ένας από τους μεγαλύτερους τενίστες όλων των εποχών. Αυτό είχε ελάχιστη σημασία για τον Τάκη. Σηκώθηκε γιατί κάποιος είχε έρθει να παίξει το άθλημα που αγαπούσε όσο τίποτε άλλο.
Αυτό ήταν ολόκληρος ο χαρακτήρας του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Μιλήσαμε. Κάναμε πλάκα. Γελάσαμε. Κυρίως όμως μιλήσαμε με τα μάτια. Κάτι είχε αλλάξει. Το καταλάβαμε και οι δύο χωρίς να χρειαστεί να το πει κανείς. Έφυγε νωρίς. Έπρεπε να επιστρέψει σπίτι. Λίγες ημέρες αργότερα μιλήσαμε στο τηλέφωνο. «Το παλεύω», μου είπε. Η φωνή του ήταν πιο βαριά από κάθε άλλη φορά.
«Μόλις νιώσεις καλά, πάμε για ένα γκολφάκι. Έχεις να μου τσεκάρεις τον έλεγχο», του απάντησα.
Γέλασε.
Σήμερα σκέφτομαι ότι εκείνη η μικρή κουβέντα ήταν ο δικός μας αποχαιρετισμός.
Ο Τάκης Γκώνιας υπήρξε ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Ένας ξεχωριστός προπονητής. Ένας από τους ανθρώπους που βοήθησε να αγαπηθεί το γκολφ στην Ελλάδα. Αυτά θα τα γράψουν όλοι και σωστά θα τα γράψουν.
Εγώ όμως θέλω να θυμάμαι κάτι διαφορετικό. Θέλω να θυμάμαι έναν φίλο που δεν σταμάτησε ποτέ να γελάει, να πειράζει, να προσφέρει, να αγαπάει το παιχνίδι, όποιο κι αν ήταν αυτό.
Και την επόμενη φορά που θα βρεθώ πάνω στο tee, θα περιμένω ασυναίσθητα να ακούσω μια γνώριμη φωνή πίσω μου.
«Τώρα θα κλάψει η μάνα του Πελέ»
Θα χαμογελάσω. Θα πάρω θέση. Και θα χτυπήσω την μπάλα όσο πιο μακριά μπορώ μπας και τη βρω εκεί που έφτανε πάντα η δική του.
Οι φωτογραφίες είναι από συνέντευξη με τον Τάκη στο περιοδικο Golf & Leisure τον Απρίλιο του 2010. Φωτογράφος: Παναγιώτης Κάτσος







