Skip to main content

Ο Θανάσης Δόβρης σκηνοθετεί στο Θέατρο Μπέλλος το έργο του Μπράιαν Φρίελ, με τρεις αξιόλογες ερμηνείες και μια ενδιαφέρουσα σκηνοθετική ιδέα.

Ο Φρανκ Χάρντι περιφέρεται από χωριό σε χωριό, συναντά αρρώστους, ακουμπά τα χέρια του πάνω τους και περιμένει να συμβεί κάτι. Τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Κάποτε όμως κάποιος θεραπεύεται. Ούτε ο ίδιος μπορεί να εξηγήσει πώς. Είναι προικισμένος με κάποια ανεξήγητη δύναμη ή απλώς ένας απατεώνας που γνωρίζει να εκμεταλλεύεται την απελπισία των άλλων; Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Φρανκ μοιάζει να μην ξέρει ούτε ο ίδιος την απάντηση. Έχει περάσει τη ζωή του προσπαθώντας να πείσει τους άλλους για κάτι που αδυνατεί να αποδείξει στον εαυτό του.

Αυτός είναι ο ήρωας του «Θαυματοποιού» του Μπράιαν Φρίελ, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Μπέλλος σε σκηνοθεσία Θανάση Δόβρη. Ένα έργο που ενδιαφέρεται περισσότερο για τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη τα θαύματα παρά για την ύπαρξή τους. Ο Φρίελ μάς συστήνει τον Φρανκ, τη σύντροφό του Γκρέις και τον μάνατζέρ του Τέντι, αφήνοντας τον καθένα να αφηγηθεί τη δική του εκδοχή της κοινής τους ζωής. Οι αναμνήσεις τους δεν συμφωνούν πάντα. Όσα ο ένας περιγράφει με νοσταλγία, ο άλλος τα θυμάται με πόνο ή θυμό. Σταδιακά αντιλαμβανόμαστε ότι κανένας δεν είναι απολύτως αξιόπιστος. Η μνήμη δεν είναι αρχείο γεγονότων. Είναι και ένας τρόπος να συμφιλιωνόμαστε με τον εαυτό μας, να δικαιολογούμε τις επιλογές μας και καμιά φορά να αποφεύγουμε τις ευθύνες μας.

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Δόβρη ξεκινά από μια εύστοχη ιδέα. Ο θαυματοποιός και ο ηθοποιός έχουν κάτι κοινό. Χρειάζονται ένα κοινό πρόθυμο να τους πιστέψει. Η λιτή σκηνή της Αλέγιας Παπαγεωργίου και η εγγύτητα των ηθοποιών με τους θεατές υπηρετούν αυτή τη σχέση. Ο Φρανκ δεν απευθύνεται σε ένα απρόσωπο πλήθος. Μιλά σε ανθρώπους που βρίσκονται σχεδόν δίπλα του. Η πλατεία γίνεται το δικό του μικρό κοινό και εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε αν θα τον εμπιστευτούμε. Σκέφτηκα πόσο οικείος είναι αυτός ο μηχανισμός και έξω από το θέατρο. Στη σημερινή Ελλάδα, όπου η καθημερινότητα συχνά εξαντλεί τις αντοχές μας, η βεβαιότητα ενός επίδοξου σωτήρα μπορεί να ακούγεται πιο παρηγορητική από μια δύσκολη αλήθεια. Ο Φρίελ, πάντως, ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανθρώπινη ανάγκη που γεννά αυτή την εμπιστοσύνη παρά για εκείνους που την εκμεταλλεύονται.

Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης είναι ένας πειστικός Φρανκ. Διαθέτει τη γοητεία ενός ανθρώπου που έχει μάθει να τραβά την προσοχή και την ανασφάλεια κάποιου που φοβάται ότι ολόκληρη η ζωή του μπορεί να στηρίζεται σε μια απάτη. Μου άρεσε ότι δεν προσπαθεί να κάνει τον χαρακτήρα του συμπαθή. Ο Φρανκ είναι συχνά σκληρός, εγωκεντρικός, σχεδόν ανυπόφορος με τους ανθρώπους που τον αγαπούν. Ο Τριανταφυλλίδης δεν κρύβει αυτές τις πλευρές του, χωρίς όμως να τον μετατρέπει σε έναν εύκολο θεατρικό κακό. Αφήνει να φανεί η αγωνία ενός ανθρώπου που έχει ταυτίσει τόσο πολύ την ύπαρξή του με το υποτιθέμενο χάρισμά του, ώστε δεν γνωρίζει πια ποιος είναι χωρίς αυτό.

Η Νικόλ Δημητρακοπούλου, ως Γκρέις, αναλαμβάνει ίσως το πιο οδυνηρό κομμάτι της ιστορίας. Μια γυναίκα που έχει περάσει χρόνια αγαπώντας κάποιον που την πληγώνει, χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να απομακρυνθεί. Η ερμηνεία της έχει ευαισθησία και συναισθηματική ένταση. Καταλαβαίνεις τον πόνο της, τον θυμό της, ακόμη και την αδυναμία της να αποδεχτεί όσα της έχουν συμβεί. Ο χαρακτήρας της αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η αγάπη και η εξάρτηση έχουν πάψει προ πολλού να είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η Δημητρακοπούλου αναδεικνύει αυτή τη σύγχυση χωρίς να ζητά τη συμπόνια μας.

Η σημαντικότερη σκηνοθετική πρόκληση του «Θαυματοποιού» είναι να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον μέσα από τέσσερις εκτενείς μονολόγους. Και δεν καταφέρνει πάντοτε να την αντιμετωπίσει. Τα ίδια περιστατικά επιστρέφουν από διαφορετικές πλευρές, μια δραματουργική επιλογή που στο κείμενο του Φρίελ διαθέτει ιδιαίτερη ευφυΐα. Στη σκηνή όμως η αφήγηση προχωρά συχνά αργά, με λεπτομέρειες που συσσωρεύονται χωρίς να προσθέτουν πάντα κάτι ουσιαστικό. Παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες, ένιωσα ότι σε αρκετά σημεία η ιστορία έχανε τη δυναμική της.

Ο Ευάγγελος Βογιατζής πάντως αλλάζει την ατμόσφαιρα. Ομολογώ ότι ο μονόλογός του ήταν το κομμάτι που απόλαυσα περισσότερο. Ο ρόλος του Τέντι είναι ένας υπέροχα πληθωρικός τύπος, ένας παλιός άνθρωπος του βαριετέ που έχει περάσει τη ζωή του φροντίζοντας την καριέρα κάποιου άλλου. Μιλάει ασταμάτητα, αστειεύεται, υπερβάλλει, απολαμβάνει επιτέλους την προσοχή. Ο Βογιατζής έχει μια φυσικότητα στην επικοινωνία με το κοινό που κάνει ακόμη και τις πιο παράξενες ιστορίες του ενδιαφέρουσες. Και εκεί που γελάς μαζί του, αφήνει να φανεί κάτι βαθιά θλιβερό. Πίσω από την κωμική του φλυαρία βρίσκεται ένας άνθρωπος γεμάτος απογοητεύσεις, που πιθανότατα δεν κατάφερε ποτέ να ζήσει τη ζωή που επιθυμούσε.

Αυτό που εκτίμησα περισσότερο στην ερμηνεία του είναι ότι δεν προσπαθεί να μας συγκινήσει. Αφήνει τον χαρακτήρα να υπάρχει με όλες τις αντιφάσεις του. Το χιούμορ, οι μικρές παύσεις, οι αλλαγές στη διάθεση έρχονται αβίαστα. Ο Τέντι είναι ίσως ο λιγότερο εντυπωσιακός από τους τρεις χαρακτήρες ως προς τη θέση του στην ιστορία, αλλά στα χέρια του Βογιατζή γίνεται ο πιο ζωντανός.

Η μουσική του Panú συμπληρώνει τη σκηνική λιτότητα, δημιουργώντας έναν κόσμο που μοιάζει να υπάρχει ανάμεσα στη μνήμη και στην περιπλάνηση. Τα κοστούμια της Αλέγιας Παπαγεωργίου, ιδιαίτερα εκείνα του Τέντι, προσθέτουν προσωπικότητα χωρίς να επιβάλλονται στους χαρακτήρες. Δεν αισθάνθηκα ότι η παράσταση χρειαζόταν περισσότερα σκηνικά ή εντυπωσιακά ευρήματα. Η απλότητα αποτελεί μέρος της γοητείας της και ταιριάζει στο σύμπαν του Φρίελ, όπου όσα δεν βλέπουμε έχουν συχνά μεγαλύτερη σημασία από όσα παρουσιάζονται μπροστά μας.

Φεύγοντας από το Θέατρο Μπέλλος, σκεφτόμουν περισσότερο τους τρεις ανθρώπους του Φρίελ παρά τα υποτιθέμενα θαύματα του Φρανκ. Την ανάγκη του να αποδείξει ότι είναι κάποιος, την αφοσίωση της Γκρέις σε έναν άνθρωπο που την έχει πληγώσει και τη μοναξιά του Τέντι, που έμαθε να κρύβεται πίσω από τις ιστορίες των άλλων. Ο Δόβρης έχει μια ενδιαφέρουσα σκηνοθετική ιδέα και ηθοποιούς ικανούς να την υποστηρίξουν. Ο Βογιατζής προσφέρει μια ερμηνεία που αξίζει να θυμάσαι.

Ο Φρίελ μάς ζητά να αναρωτηθούμε γιατί εμπιστευόμαστε ανθρώπους που υπόσχονται να μας σώσουν, ακόμη κι όταν δεν μπορούν να σώσουν τον εαυτό τους. Είναι ένα ερώτημα που δεν έχει χάσει τίποτα από τη δύναμή του. Και καθώς σκεφτόμουν τον Φρανκ Χάρντι, συνειδητοποίησα ότι το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο αυτής της ιστορίας δεν είναι τελικά ο θαυματοποιός. Είναι ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί του, γνωρίζει ότι μπορεί να εξαπατηθεί και παρ’ όλα αυτά αποφασίζει να απλώσει το χέρι του.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;