Skip to main content

Υπάρχει μια στιγμή στο Oasis: Don’t Look Back in Anger που θα μπορούσε να είναι ολόκληρη η ιστορία των Gallagher σε μικρογραφία. Ο Liam μπαίνει στην αίθουσα όπου γίνονται οι πρόβες. Ο Noel βρίσκεται ήδη εκεί. Έχουν περάσει δεκαέξι χρόνια από το Παρίσι, από εκείνον τον καβγά που διέλυσε τους Oasis και έκανε δύο αδέλφια να περάσουν το επόμενο διάστημα εξηγώντας δημοσίως γιατί ο ένας δεν αντέχει τον άλλον. Θα περίμενες μια χειραψία, ένα αμήχανο χαμόγελο, κάποια ένδειξη ότι η Ιστορία ξαναρχίζει. Αντί γι’ αυτό, ο Liam κοιτάζει τα ηχομονωτικά πάνελ γύρω από τα ντραμς και αρχίζει να γκρινιάζει. Αυτό είναι. Έτσι επιστρέφουν οι Oasis. Και ίσως να μην μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί οι Oasis δεν υπήρξαν ποτέ συγκρότημα που ήξερε τι να κάνει με τις μεγάλες στιγμές εκτός σκηνής. Πάνω στη σκηνή όλα ήταν απλά: κιθάρες, attitude, τεράστια ρεφρέν, ο Liam ακίνητος μπροστά στο μικρόφωνο σαν να είχε μόλις προσβάλει ολόκληρη την αίθουσα και ο Noel λίγα μέτρα πιο πίσω να παίζει τα τραγούδια που έκαναν εκατομμύρια ανθρώπους να πιστέψουν ότι η ζωή τους ήταν λίγο μεγαλύτερη απ’ όσο έδειχνε. Στην πραγματική ζωή, όμως, τα πράγματα ήταν πάντα πιο μπερδεμένα. Οικογένεια, εγωισμός, αγάπη, θυμός, λεφτά, χρόνια σιωπής.

Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί την περιοδεία Live ’25 και καταγράφει αυτό που κανείς δεν πίστευε πραγματικά ότι θα ξαναδεί: Liam και Noel στην ίδια σκηνή, τα ίδια τραγούδια, τα ίδια χέρια στον αέρα. Cardiff, Wembley, Buenos Aires, São Paulo, Σεούλ. Παντού η ίδια εικόνα. Άνθρωποι που ουρλιάζουν τους στίχους σαν να μην πέρασε μία μέρα από το 1995. Και το παράξενο είναι ότι ανάμεσά τους βρίσκονται χιλιάδες άνθρωποι που το 1995 δεν υπήρχαν καν. Εκεί βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμα των Oasis. Δεν επέστρεψαν απλώς ως ένα μεγάλο συγκρότημα των 90s. Επέστρεψαν σαν κάτι που ποτέ δεν είχε φύγει πραγματικά. Ένας πενηντάρης τραγουδά το Live Forever δίπλα σε έναν δεκαοκτάχρονο. Ο ένας πιθανότατα θυμάται πού βρισκόταν όταν αγόρασε το Definitely Maybe. Ο άλλος γνώρισε το συγκρότημα από playlists, TikTok, παλιές συναυλίες στο YouTube ή από τους δίσκους των γονιών του. Δεν έχει σημασία. Όταν μπαίνει το ρεφρέν, και οι δύο τραγουδούν το ίδιο πράγμα. Αυτή είναι η δύναμη των Oasis. Τα τραγούδια τους σταμάτησαν κάποια στιγμή να ανήκουν στην εποχή που τα γέννησε.

Το Don’t Look Back in Anger το καταλαβαίνει πολύ καλά αυτό. Καταλαβαίνει την έκρηξη, την κοινότητα, εκείνη την παράξενη αίσθηση που δημιουργείται όταν εβδομήντα ή ογδόντα χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούν την ίδια φράση και για λίγα λεπτά κανείς δεν χρειάζεται να εξηγήσει τίποτα. Εκεί το ντοκιμαντέρ είναι δυνατό. Εκεί ξέρει ακριβώς τι θέλει να δείξει. Γίνεται όμως πολύ πιο διστακτικό όταν φτάνει στο μοναδικό πράγμα που όλοι θέλουν πραγματικά να μάθουν: γιατί γύρισαν; Ξέρουμε πώς τελείωσε η πρώτη ζωή των Oasis. Ξέρουμε το Παρίσι του 2009. Ξέρουμε τις προσβολές, τις συνεντεύξεις, τα χρόνια κατά τα οποία οι Gallagher μετέτρεψαν τον μεταξύ τους πόλεμο σε ένα είδος βρετανικής εθνικής ψυχαγωγίας. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι τι συνέβη όταν οι δύο άνδρες αποφάσισαν ότι αρκετά. Ποιος πήρε τηλέφωνο ποιον; Ποιος έκανε πίσω; Υπήρξε μια μεγάλη συζήτηση ή απλώς κάποιος έστειλε ένα μήνυμα; Υπήρξε συγγνώμη; Υπήρξε μάνατζερ; Υπήρξε η μαμά Peggy που είπε επιτέλους «φτάνει»; Ή μήπως μια μέρα κοίταξαν ο ένας τον άλλον, κοίταξαν την ηλικία τους, κοίταξαν τα παιδιά τους, κοίταξαν και τα νούμερα μιας πιθανής περιοδείας και σκέφτηκαν ότι υπάρχουν χειρότεροι τρόποι να περάσεις το καλοκαίρι; Το ντοκιμαντέρ δεν μας λέει, και αυτή είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη αδυναμία και το πιο αποκαλυπτικό χαρακτηριστικό του.

Ο Noel λέει ότι όλα συγχωρέθηκαν χωρίς να χρειαστούν πολλά λόγια. Αν αυτό ακούγεται κάπως δύσκολο να το πιστέψεις, είναι επειδή μιλάμε για δύο ανθρώπους που έχτισαν ένα μεγάλο κομμάτι της δημόσιας ταυτότητάς τους πάνω στην ιδέα ότι δεν συγχωρούν τίποτα. Από την άλλη, ταιριάζει περίεργα πολύ στους Gallagher. Οι άνδρες αυτής της γενιάς δεν έμαθαν απαραίτητα να κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και να αναλύουν το τραύμα τους. Έμαθαν να το κουβαλούν, να το μετατρέπουν σε χιούμορ, θυμό, μουσική, σιωπή. Οι Oasis έκαναν ακριβώς αυτό για τριάντα χρόνια. Σήκωσε το πηγούνι, μην εξηγείς πολλά, παίξε πιο δυνατά. Ο Noel της ταινίας πάντως δεν είναι ακριβώς ο Noel που θυμόμαστε. Υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία, περισσότερη αμηχανία, κάτι που μοιάζει σχεδόν με ευγνωμοσύνη. Μιλά για το πόσο τον συγκίνησε η επιστροφή, για τα παιδιά των δύο οικογενειών που βρέθηκαν επιτέλους μαζί, για τον Liam, τον οποίο ξαναβλέπει πάνω στη σκηνή όχι ως τον ενοχλητικό μικρό αδελφό αλλά ως αυτό που υπήρξε πάντα για το κοινό: ένας σπουδαίος frontman. Ο Liam, από την πλευρά του, παραδέχεται ότι του έλειψε ο Noel. Και κάπου εδώ η ιστορία παύει να είναι rock mythology και γίνεται κάτι πολύ πιο απλό και ίσως πολύ πιο αληθινό. Δύο άνθρωποι μεγάλωσαν.

Όχι ότι εξαφανίστηκε ξαφνικά το άλλο προφανές θέμα. Τα λεφτά. Φυσικά και υπήρχαν λεφτά. Πολλά λεφτά. Μια περιοδεία Oasis ήταν ένα από τα πιο ασφαλή στοιχήματα που μπορούσε να κάνει η παγκόσμια συναυλιακή βιομηχανία. Η ζήτηση για εισιτήρια ήταν τεράστια, οι τιμές έγιναν δημόσια συζήτηση και η ίδια η επιστροφή μετατράπηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά γεγονότα της εποχής. Το ντοκιμαντέρ δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να σκαλίσει αυτό το κομμάτι. Προτιμά τα δάκρυα από τα spreadsheets. Και κατά κάποιον τρόπο έχει δίκιο. Το χρήμα δεν ακυρώνει τη συγκίνηση, απλώς την κάνει λιγότερο βολική. Δύο αδέλφια μπορούν να συμφιλιωθούν επειδή μεγάλωσαν και ταυτόχρονα να κερδίσουν μια περιουσία. Η μία αλήθεια δεν ακυρώνει την άλλη. Αυτό που έχει περισσότερο ενδιαφέρον είναι γιατί εμείς χρειαζόμαστε τόσο πολύ την όμορφη εκδοχή.

Γιατί στην πραγματικότητα οι Oasis δεν πουλάνε σήμερα μόνο τραγούδια. Πουλάνε χρόνο. Πουλάνε την πιθανότητα να ξαναμπείς για δύο ώρες σε εκείνο το δωμάτιο όπου άκουσες πρώτη φορά το Supersonic, να βρεθείς πάλι στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου με το Wonderwall στο ραδιόφωνο, να θυμηθείς εκείνη την ηλικία όπου το Live Forever δεν ακουγόταν σαν τραγούδι νοσταλγίας αλλά σαν σχέδιο ζωής. Κανένα reunion δεν είναι πραγματικά μόνο για το συγκρότημα. Είναι για το κοινό που θέλει να επιστρέψει μαζί του. Γι’ αυτό και η pop κουλτούρα έχει γεμίσει επιστροφές. Παλιές μπάντες, παλιές ταινίες, sequels, anniversaries, επανεκδόσεις, legacy tours. Κάποτε περιμέναμε το επόμενο καινούργιο πράγμα. Τώρα πληρώνουμε όλο και συχνότερα για να ξαναζήσουμε το προηγούμενο. Όχι επειδή το παρόν δεν έχει μουσική, αλλά επειδή το παρελθόν έχει ένα πλεονέκτημα που τίποτα καινούργιο δεν μπορεί να αγοράσει: έχει ήδη μέσα του τη ζωή μας.

Οι Oasis είναι ίσως η τέλεια μπάντα γι’ αυτό. Τα τραγούδια τους ήταν πάντα γεμάτα φυγή, μεγάλες υποσχέσεις, ουρανούς, αυτοκίνητα, όνειρα και εκείνη την υπέροχη νεανική πεποίθηση ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει κάτι μεγαλύτερο. Τριάντα χρόνια αργότερα, αυτά τα τραγούδια ακούγονται διαφορετικά. Το Live Forever δεν σημαίνει πια ότι είσαι αθάνατος. Σημαίνει ότι θυμάσαι την εποχή που πίστευες πως ήσουν. Και τότε συμβαίνει κάτι περίεργο. Το ντοκιμαντέρ που δεν καταφέρνει να εξηγήσει γιατί επέστρεψαν οι Oasis καταφέρνει τελικά να εξηγήσει γιατί επέστρεψε το κοινό τους. Δεν πήγαμε για να λύσουμε το μυστήριο των Gallagher. Πήγαμε για να τραγουδήσουμε μαζί τους. Και όταν ο Noel αφήνει για λίγο την κιθάρα και ένα ολόκληρο στάδιο συνεχίζει μόνο του το Don’t Look Back in Anger, η ερώτηση για τα χρήματα, τις συμφωνίες, τα τηλεφωνήματα και τις συγγνώμες χάνει για μερικά λεπτά τη σημασία της. Οι Oasis γύρισαν. Και ίσως τελικά το μεγαλύτερο μυστήριο να μην είναι γιατί επέστρεψαν εκείνοι, αλλά γιατί εμείς τους περιμέναμε τόσο πολύ.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy