Πριν από το Fight Club, το Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς και το Under the Skin, υπήρχαν η Madonna, οι Beastie Boys, οι Radiohead και οι Daft Punk. Για μια ολόκληρη γενιά δημιουργών, το music video δεν ήταν μια μικρή δουλειά πριν από το σινεμά. Ήταν το μέρος όπου μπορούσαν να ανακαλύψουν τι είδους σκηνοθέτες ήθελαν να γίνουν.
Υπήρξε μια εποχή που για να καταλάβεις προς τα πού πήγαινε το σινεμά δεν χρειαζόταν να περιμένεις τις Κάννες. Αρκούσε να ανοίξεις το MTV. Σήμερα μοιάζει κάπως παράδοξο. Ένα μέσο σχεδιασμένο πρωτίστως για να πουλάει δίσκους κατέληξε να γίνει ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια κινηματογραφικής εικόνας των τελευταίων δεκαετιών. Οι δισκογραφικές είχαν χρήματα, οι καλλιτέχνες ήθελαν κάτι που θα τους ξεχώριζε και οι σκηνοθέτες είχαν στη διάθεσή τους τρία, τέσσερα ή πέντε λεπτά στα οποία μπορούσαν να επιχειρήσουν πράγματα που ένα κινηματογραφικό στούντιο δύσκολα θα χρηματοδοτούσε για ενενήντα. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσεις τον ήρωα. Δεν χρειαζόταν αρχή, μέση και τέλος. Δεν χρειαζόταν καν ιστορία. Χρειαζόταν μια ιδέα. Αυτό το μικρό παράθυρο ελευθερίας έγινε ιδιαίτερα σημαντικό στις δεκαετίες του ’80 και του ’90.
Το music video υπήρξε χώρος εισόδου και πειραματισμού όχι μόνο για σκηνοθέτες αλλά και για διευθυντές φωτογραφίας, μοντέρ, designers και ανθρώπους των οπτικών εφέ. Η επιρροή του στο σινεμά ξεπέρασε κατά πολύ το περίφημο «γρήγορο MTV μοντάζ». Μέσα εκεί δοκιμάστηκαν νέοι τρόποι αφήγησης, τεχνικές, ειδικά εφέ και μια ολόκληρη διαφορετική σχέση ανάμεσα στην εικόνα και τον ήχο.
Ο David Fincher έμαθε να μετατρέπει τον χώρο σε μηχανισμό εξουσίας. Ο Michel Gondry ανακάλυψε ότι ένα παιδικό τέχνασμα μπορούσε να γίνει υψηλή κινηματογραφική τεχνική. Ο Spike Jonze έκανε το παράλογο να μοιάζει απολύτως φυσιολογικό. Ο Jonathan Glazer κατάλαβε πόσο τρομακτικό μπορεί να γίνει ένα πλάνο όταν αρνείται να σου εξηγήσει τι συμβαίνει. Ο Chris Cunningham απέδειξε κάτι ακόμη: ότι δεν ήταν απαραίτητο να περάσεις ποτέ στις μεγάλου μήκους ταινίες για να επηρεάσεις τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε το σινεμά. Αυτά είναι μερικά από τα music videos στα οποία μπορεί κανείς ακόμη να δει το μέλλον να σχηματίζεται μπροστά στην κάμερα.
Martin Scorsese: Bad — Michael Jackson, 1987
Ο Martin Scorsese δεν χρειαζόταν φυσικά το music video για να γίνει σκηνοθέτης. Όταν γύρισε το Bad, είχαν ήδη υπάρξει το Κακόφημοι δρόμοι, ο Ταξιτζής και το Οργισμένο είδωλο. Αυτό ακριβώς κάνει τη συνεργασία του με τον Michael Jackson τόσο ενδιαφέρουσα. Ο Scorsese δεν αντιμετώπισε το τραγούδι σαν πρόσχημα για μια χορογραφία. Η πλήρης εκδοχή του Bad είναι μια μικρή ταινία. Ένας νεαρός επιστρέφει στη γειτονιά του, βρίσκεται ξανά απέναντι στους παλιούς του φίλους και πρέπει να αποδείξει ότι εξακολουθεί να ανήκει εκεί.
Και ξαφνικά εμφανίζεται ο Scorsese που ήδη γνωρίζουμε. Η Νέα Υόρκη ως πεδίο δοκιμασίας. Η ομάδα των ανδρών. Η πίστη. Η απειλή. Η ανάγκη να αποδείξεις ποιος είσαι μπροστά στους άλλους. Όταν ξεκινά ο χορός, δεν σταματά η αφήγηση. Ο χορός είναι η αφήγηση. Ακόμη και μέσα στο μεγαλύτερο pop γεγονός της εποχής, ο Scorsese κατάφερε να βάλει τον δικό του κόσμο.
David Fincher: Express Yourself — Madonna, 1989
Πριν γεμίσει το Seven με βροχή, υπόγεια δωμάτια και ανθρώπους παγιδευμένους μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει μεγαλύτερος από τους ίδιους, ο David Fincher είχε ήδη αρχίσει να κατασκευάζει αυτόν τον κόσμο γύρω από τη Madonna. Το Express Yourself κοιτάζει ευθέως το Metropolis του Fritz Lang: τεράστιες μηχανές, εργάτες, μεταλλικές επιφάνειες, σώματα και αρχιτεκτονική. Η σύνδεση με την ταινία του Lang αποτελούσε εξαρχής μέρος της αισθητικής σύλληψης του video. Αλλά περισσότερο από την αναφορά έχει σημασία ο τρόπος που κοιτάζει ο Fincher.
Κανένα φως δεν φαίνεται τυχαίο. Κανένα σώμα δεν βρίσκεται απλώς μέσα στο κάδρο. Όλα έχουν τοποθετηθεί με μια σχεδόν ενοχλητική ακρίβεια. Οι άνθρωποι κατοικούν στον χώρο, αλλά συγχρόνως ο χώρος τούς καταπίνει. Ο Fincher δεν είχε ακόμη γυρίσει τη μεγάλη ταινία που θα τον καθιέρωνε. Το βλέμμα του όμως είχε ήδη φτάσει.
Michel Gondry: Around the World — Daft Punk, 1997
Ο Michel Gondry άκουγε τη μουσική διαφορετικά από τους περισσότερους σκηνοθέτες. Άκουγε ένα τραγούδι και σχεδόν αμέσως έβλεπε πώς μπορούσε να κινηθεί πάνω στην οθόνη. Στο Around the World η μουσική μετατρέπεται σε ανθρώπινη χορογραφία. Διαφορετικές ομάδες χαρακτήρων κινούνται γύρω από μια κυκλική σκηνή και κάθε ομάδα αντιστοιχεί σε διαφορετικό στοιχείο της σύνθεσης. Τα σώματα γίνονται όργανα, ο χώρος γίνεται παρτιτούρα και μια εξαιρετικά περίπλοκη κατασκευή καταλήγει να μοιάζει με παιχνίδι.
Εδώ βρίσκεται ήδη ο Gondry του Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού και του Σε είδα στ’ Όνειρό μου. Ένας δημιουργός που οργανώνει τις πιο παράξενες ιδέες του με απόλυτη ακρίβεια, χωρίς να τους αφαιρεί ποτέ την αίσθηση του παιχνιδιού. Αυτό είναι ίσως και το πραγματικό του χάρισμα. Δεν βλέπεις ποτέ την προσπάθεια. Βλέπεις μόνο τη μαγεία.
Spike Jonze: Sabotage — Beastie Boys, 1994
Αν κάποιος περιέγραφε την ιδέα σε μια σύσκεψη, πιθανότατα θα ακουγόταν γελοία. Οι Beastie Boys μεταμφιέζονται σε αστυνομικούς μιας ανύπαρκτης τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του ’70. Φοράνε περούκες και μουστάκια, τρέχουν με αυτοκίνητα, πέφτουν πάνω σε καπό, κυνηγούν εγκληματίες και κοιτάζουν την κάμερα σαν να παίζεται η τύχη της αμερικανικής δημοκρατίας. Ο Spike Jonze κάνει όμως κάτι που θα χαρακτηρίσει αργότερα ολόκληρη τη δουλειά του: δεν ειρωνεύεται την παράλογη ιδέα από ασφαλή απόσταση. Την παίρνει απολύτως σοβαρά.
Γι’ αυτό το Sabotage δεν είναι απλώς παρωδία. Για τέσσερα λεπτά ο κόσμος του υπάρχει πραγματικά. Και όταν τελειώσει, σχεδόν απορείς γιατί κανείς δεν γύρισε ποτέ αυτή την τηλεοπτική σειρά. Ο Jonze ανήκει στη γενιά δημιουργών που πέρασαν από το music video στο σινεμά χωρίς να χάσουν την τόλμη και την ελευθερία που είχαν μάθει εκεί. Λίγα χρόνια αργότερα θα γύριζε το Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς. Το βασικό στοιχείο του Jonze ήταν να παίρνει μια παράλογη ιδέα και να την αντιμετωπίζει με τέτοια συνέπεια, ώστε στο τέλος να μοιάζει απολύτως φυσική.
Chris Cunningham: All Is Full of Love — Björk, 1999
Ο Chris Cunningham είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα εξαίρεση αυτής της ιστορίας επειδή δεν χρειάστηκε ποτέ να γυρίσει μια σπουδαία μεγάλου μήκους ταινία για να αποκτήσει κινηματογραφική επιρροή. Αρκούσαν λίγα music videos. Στο All Is Full of Love, δύο λευκά ανθρωπόμορφα ρομπότ συναρμολογούνται μέσα σε έναν σχεδόν αποστειρωμένο κόσμο και τελικά φιλιούνται. Η εικόνα είναι αυστηρή και σχεδόν αποστειρωμένη, αλλά το αποτέλεσμα έχει μια απρόσμενη τρυφερότητα.
Η Björk είχε ήδη χτίσει μια από τις πιο ιδιαίτερες οπτικές ταυτότητες της pop μέσα από συνεργασίες με δημιουργούς όπως ο Michel Gondry και ο Spike Jonze. Με τον Chris Cunningham, όμως, το All Is Full of Love πήγε αυτή τη σχέση εικόνας και μουσικής ένα βήμα παραπέρα, δημιουργώντας ένα video που ακόμη και σήμερα μοιάζει εντυπωσιακά σύγχρονο. Το εντυπωσιακό σήμερα δεν είναι ότι τα εφέ εξακολουθούν να λειτουργούν. Είναι ότι πίσω από όλη την τεχνολογία υπάρχει κάτι εξαιρετικά ανθρώπινο: δύο μηχανές που αναζητούν τρυφερότητα. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, σε μια εποχή που συζητά ασταμάτητα τη σχέση ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης, το video μοιάζει πολύ λιγότερο με φουτουριστική φαντασία απ’ όσο θα θέλαμε.
David Fincher: Vogue — Madonna, 1990
Μόλις έναν χρόνο μετά το Express Yourself, ο Fincher κάνει σχεδόν το αντίθετο. Εκεί όπου υπήρχαν μηχανές, τώρα υπάρχει κενός χώρος. Εκεί όπου κυριαρχούσε η βαριά βιομηχανική αισθητική, τώρα μένουν μόνο το μαύρο, το λευκό και το φως.Τα σώματα αντιμετωπίζονται σαν γλυπτά και το φως σαν αρχιτεκτονική. Το Vogue έγινε μια από τις καθοριστικές εικόνες της Madonna και βοήθησε να μεταφερθεί η κουλτούρα του voguing από τις ballroom κοινότητες της Νέας Υόρκης στη μαζική pop κουλτούρα. Το Vogue έμεινε ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά music videos της εποχής και ως μια πρώιμη, καθαρή δήλωση του οπτικού ύφους που ο Fincher θα μετέφερε αργότερα στο σινεμά.
Αλλά κοιτάζοντάς το σήμερα, δύσκολα προσέχεις μόνο τη Madonna. Βλέπεις έναν σκηνοθέτη που δεν αντέχει ούτε ένα εκατοστό οπτικής αταξίας. Ο μελλοντικός Fincher βρίσκεται παντού μέσα στο κάδρο.
Michel Gondry: Star Guitar — The Chemical Brothers, 2002
Ένα τρένο κινείται μέσα στο τοπίο. Αυτό είναι σχεδόν ολόκληρο το video. Και μετά αρχίζεις να βλέπεις. Ένας στύλος περνά μαζί με έναν ήχο. Ένα κτίριο εμφανίζεται πάνω στον ρυθμό. Μια γέφυρα, ένα βαγόνι, ένα σπίτι, μια σειρά από αντικείμενα του πραγματικού κόσμου επανέρχονται με τη μουσική. Ο Gondry έχει μετατρέψει το τοπίο σε μια οπτική παρτιτούρα που ακολουθεί με ακρίβεια τον ρυθμό του τραγουδιού.
Το σπουδαίο με το Star Guitar είναι ότι μία από τις πιο σύνθετες οπτικές ιδέες της εποχής παρουσιάζεται σαν κάτι που θα μπορούσε να έχει συμβεί μόνο του. Δεν φωνάζει «κοίτα το εφέ». Σου δίνει χρόνο να ανακαλύψεις ότι το εφέ ήταν μπροστά σου από την πρώτη στιγμή. Αυτό ήταν πάντοτε το μεγάλο κόλπο του Gondry. Να δουλεύει εξαντλητικά ώστε το αποτέλεσμα να μοιάζει αβίαστο.
Jonathan Glazer: Karma Police — Radiohead, 1997
Ένα αυτοκίνητο κινείται νύχτα σε έναν σκοτεινό δρόμο. Μπροστά του τρέχει ένας άνδρας. Δεν ξέρουμε γιατί. Δεν ξέρουμε ποιος οδηγεί. Δεν ξέρουμε τι έχει προηγηθεί. Ο Jonathan Glazer δεν ενδιαφέρεται να μας βοηθήσει ιδιαίτερα. Από μια απλή κατάσταση δημιουργεί καθαρή απειλή. Η κάμερα βρίσκεται σχεδόν παγιδευμένη μέσα στο αυτοκίνητο, ο άνδρας συνεχίζει να τρέχει και η ιστορία μοιάζει με εφιάλτη του οποίου ξεχάσαμε την αρχή.
Η ιδέα προέκυψε από έναν εφιάλτη του ίδιου του Glazer, χρόνια πριν σκηνοθετήσει το Sexy Beast, τη Γέννηση, το Under the Skin και τη Ζώνη Ενδιαφέροντος. Κοιτάζοντας σήμερα το Karma Police, αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι ότι μπορείς να εντοπίσεις μελλοντικές τεχνικές του. Είναι ότι μπορείς ήδη να αναγνωρίσεις την ηθική του εικόνα του. Ο Glazer δεν σου λέει τι πρέπει να φοβηθείς. Δημιουργεί τις συνθήκες και περιμένει μέχρι να φοβηθείς μόνος σου.
Michel Gondry: Protection — Massive Attack, 1995
Μια πολυκατοικία ανοίγει μπροστά μας σαν κουκλόσπιτο. Μέσα στα διαμερίσματα άνθρωποι τρώνε, κοιμούνται, μαλώνουν, ερωτεύονται, βαριούνται. Η κάμερα περνά από τη μία ζωή στην άλλη, ενώ εμείς κάνουμε αυτό που ο άνθρωπος έκανε πολύ πριν εμφανιστούν τα social media: κοιτάζουμε μέσα στις ζωές των άλλων. Η σκιά του Σιωπηλού Μάρτυρα είναι προφανής, αλλά ο Gondry δεν ενδιαφέρεται για έναν φόνο απέναντι από το παράθυρο. Τον ενδιαφέρει κάτι μικρότερο και ίσως πιο ανθρώπινο. Η παράξενη εγγύτητα των ανθρώπων που ζουν λίγα μέτρα μακριά και μπορεί να μην γνωριστούν ποτέ.
Το Protection δείχνει επίσης πόσο χώρο έδινε το music video σε ιδέες που δύσκολα θα έβρισκαν θέση σε μια κανονική κινηματογραφική παραγωγή. Η ιδέα δεν θα χρειαζόταν ποτέ να γίνει ταινία δύο ωρών. Τέσσερα λεπτά της αρκούν.
Anton Corbijn: Heart-Shaped Box — Nirvana, 1993
Ο Anton Corbijn πέρασε στη σκηνοθεσία κουβαλώντας ήδη τη ματιά και την πειθαρχία ενός σπουδαίου φωτογράφου. Γι’ αυτό και πολλά από τα videos του μοιάζουν σαν μια σειρά από εικόνες που θα μπορούσαν να σταθούν μόνες τους στον τοίχο. Το Heart-Shaped Box είναι ίσως η πιο ακραία εκδοχή αυτού του βλέμματος.
Παπαρούνες. Ένας ηλικιωμένος πάνω σε σταυρό. Ένα κορίτσι. Αφύσικα χρώματα. Ο Kurt Cobain μέσα σε έναν κόσμο που βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε θρησκευτικό όραμα, παιδικό εφιάλτη και σουρεαλιστικό πίνακα. Δεν υπάρχει ανάγκη να «καταλάβουμε» το video με τον συνηθισμένο τρόπο. Οι εικόνες λειτουργούν περισσότερο σαν μνήμη ονείρου: θυμάσαι τα πάντα χωρίς να μπορείς ακριβώς να εξηγήσεις τι συνέβη. Ο Corbijn θα περνούσε αργότερα στον κινηματογράφο με το Control, μεταφέροντας εκεί την ίδια εμμονή με τα πρόσωπα, το φως και τη μοναξιά. Αλλά στο Heart-Shaped Box δεν κάνει πρόβα για μια μελλοντική ταινία. Έχει ήδη φτιάξει μία μέσα σε τέσσερα λεπτά.
Spike Jonze: Weapon of Choice — Fatboy Slim, 2001
Ένα σχεδόν άδειο ξενοδοχείο. Ένας άνδρας με κοστούμι. Και τίποτε άλλο. Μέχρι ο Christopher Walken να σηκωθεί από την καρέκλα. Ο Jonze γνώριζε ότι δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο. Ο Walken είχε παρελθόν στον χορό πριν γίνει ο ηθοποιός που μάθαμε να συνδέουμε με γκάνγκστερ, απειλές και εκείνο το βλέμμα που κάνει ακόμη και μια καλημέρα να ακούγεται ανησυχητική.
Τώρα χορεύει μόνος του σε ένα άδειο ξενοδοχείο. Και μετά πετάει. Είναι μια τέλεια απόδειξη της οικονομίας μιας μεγάλης ιδέας. Δεν χρειάζονται εκατό κομπάρσοι, δέκα σκηνικά και μια ιστορία που να εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό που βλέπουμε. Χρειάζεται ο σωστός άνθρωπος στο λάθος μέρος. Αυτό είναι πολύ Spike Jonze.
Mark Romanek: Hurt — Johnny Cash, 2003
Και ύστερα υπάρχει το Hurt.Τα περισσότερα music videos δημιουργούνται για να κάνουν τον καλλιτέχνη να φαίνεται μεγαλύτερος από τη ζωή. Ο Mark Romanek έκανε το αντίθετο. Έδειξε τη ζωή να τελειώνει. Ο Johnny Cash εμφανίζεται ηλικιωμένος και άρρωστος. Γύρω του υπάρχουν τα ίχνη της καριέρας του και ανάμεσά τους περνούν εικόνες του νεαρού Cash. Το παρελθόν και το παρόν κοιτάζονται μέσα στο ίδιο τραγούδι. Ο Romanek δεν προσπαθεί να κρύψει τη σωματική φθορά του. Την κάνει πρωταγωνίστρια. Ο ίδιος περιέγραψε τότε την προσέγγιση σαν προσπάθεια να δείξει απλώς την αλήθεια της ζωής του Cash, ενώ ο παραγωγός Rick Rubin θυμόταν ότι έκλαψε όταν είδε για πρώτη φορά το video.
Αυτό είναι που κάνει το Hurt σχεδόν μοναδικό. Δεν έγινε εικόνα ενός τραγουδιού. Άλλαξε το ίδιο το τραγούδι. Μετά το video είναι δύσκολο να ακούσεις τη φωνή του Cash χωρίς να δεις εκείνο το πρόσωπο και δύσκολο να δεις εκείνο το πρόσωπο χωρίς να αισθανθείς τον χρόνο που έχει περάσει. Εδώ το music video σταματά εντελώς να λειτουργεί ως διαφήμιση. Γίνεται κινηματογράφος.
Και ίσως αυτό ήταν τελικά το παράξενο δώρο εκείνης της περιόδου. Η μουσική βιομηχανία πίστευε ότι χρηματοδοτούσε ένα εργαλείο για να πουλάει τραγούδια. Στην πραγματικότητα για ένα διάστημα χρηματοδοτούσε ανθρώπους που προσπαθούσαν να ανακαλύψουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια εικόνα. Δεν έγιναν όλοι κινηματογραφιστές. Δεν χρειαζόταν. Οι καλύτεροι από αυτούς έμαθαν στο music video κάτι που οι μεγάλες παραγωγές συχνά ξεχνούν: ότι δεν χρειάζονται πάντα περισσότερα χρήματα, περισσότερος χρόνος ή περισσότερη ιστορία για να μείνει μια εικόνα στο μυαλό. Χρειάζεται να υπάρχει κάποιος πίσω από την κάμερα που να βλέπει τον κόσμο λίγο διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Για μια σύντομη περίοδο αυτή ήταν ίσως η πιο ελεύθερη μορφή κινηματογράφου στον κόσμο. Και δεν παιζόταν στις αίθουσες. Χωρούσε ανάμεσα σε δύο τραγούδια στο MTV.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







