Skip to main content

Όταν τελείωσε ο αγώνας, ο Γιώργος Μπαρτζώκας δεν έτρεξε αμέσως προς το κέντρο του γηπέδου. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε σχεδόν ακίνητος μπροστά στον πάγκο, σαν άνθρωπος που προσπαθούσε να καταλάβει αν όντως είχε τελειώσει όλο αυτό. Γύρω του το Telekom Center έβραζε. Κόκκινα κασκόλ, άνθρωποι που έκλαιγαν, παίκτες πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Αλλά εκείνος έμοιαζε περισσότερο εξαντλημένος παρά θριαμβευτής. Ίσως γιατί ο τίτλος του πρωταθλητή Ευρώπης δεν κερδήθηκε σε ένα βράδυ. Κουβαλούσε μέσα του χρόνια πίεσης, αποτυχιών και εκείνη τη μόνιμη αίσθηση ότι αυτή η ομάδα χτυπούσε συνεχώς την ίδια πόρτα χωρίς να της ανοίγει ποτέ. Απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Ολυμπιακός δεν έπαιξε τον τέλειο τελικό. Και μάλλον αυτό κάνει την κατάκτηση να μοιάζει ακόμη μεγαλύτερη. Γιατί χρειάστηκε να επιβιώσει από ένα κακό ξεκίνημα, από μια Ρεάλ που για αρκετή ώρα έδειχνε πιο άνετη μέσα στο χάος του αγώνα και από εκείνο το γνώριμο συναίσθημα που εμφανιζόταν κάθε φορά που τα πράγματα στράβωναν στα Final Four των τελευταίων χρόνων.

Ο Τρέι Λάιλς έβαζε τα πάντα στην πρώτη περίοδο. Ο Ολυμπιακός κυνηγούσε το σκορ και έδειχνε σφιγμένος. Υπήρχαν στιγμές που το γήπεδο ακουγόταν νευρικό, σχεδόν ανυπόμονο. Σαν να φοβόταν ότι το ίδιο έργο θα παιχτεί ξανά. Αυτό που άλλαξε το βράδυ δεν ήταν κάποιο ξαφνικό ξέσπασμα. Ήταν ότι ο Ολυμπιακός έμεινε ψύχραιμος όταν το παιχνίδι πήγε να ξεφύγει. Ο Μιλουτίνοφ κράτησε ζωντανές κατοχές όταν τίποτα δεν λειτουργούσε. Ο Ουόκαπ έκανε πάλι εκείνα τα πράγματα που δύσκολα φαίνονται αμέσως στην τηλεόραση αλλά αλλάζουν αγώνες: ένα χέρι σε γραμμή πάσας, ένα box out, μια σωστή απόφαση αντί για βιαστικό hero ball. Ο Παπανικολάου έμοιαζε σαν άνθρωπος που κουβαλούσε πάνω του όλη τη μνήμη της τελευταίας δεκαπενταετίας του συλλόγου.

Και ύστερα ήρθε ο Εβάν Φουρνιέ. Δεν ήταν μόνο οι 20 πόντοι. Ήταν ο τρόπος που έπαιξε. Σαν να μην τον άγγιζε η ένταση του τελικού. Σε μια διοργάνωση που συχνά καταπίνει παίκτες μέσα στην πίεση, εκείνος έμοιαζε όλο το βράδυ να κινείται μισό δευτερόλεπτο πιο ήρεμα από όλους τους υπόλοιπους. Κάθε φορά που η Ρεάλ πλησίαζε, ο Φουρνιέ έβρισκε ένα σουτ, μια διείσδυση ή απλώς μια κατοχή που έκοβε τον πανικό. Ο Άλεκ Πίτερς ήταν μάλλον η πιο χαρακτηριστική φιγούρα αυτού του Ολυμπιακού. Δεν θα γίνει ποτέ ο παίκτης που θα γεμίσει μόνος του highlights στο YouTube, αλλά χωρίς αυτόν ο τίτλος πιθανότατα δεν έρχεται. Τα ριμπάουντ του στο δεύτερο ημίχρονο, οι βολές στο τέλος, οι σωστές τοποθετήσεις στην άμυνα. Υπήρχαν στιγμές που έμοιαζε να βρίσκεται πάντα εκεί που κατέληγε η μπάλα. Και μετά υπάρχει ο Σάσα Βεζένκοφ, που έκανε ίσως το πιο ώριμο παιχνίδι του χωρίς να είναι εντυπωσιακός. Δεν κυριάρχησε επιθετικά όπως άλλες φορές. Δεν έβαλε 30 πόντους. Αλλά στα κρίσιμα λεπτά έβαλε τα καλάθια που βάραιναν περισσότερο. Αυτό συνήθως ξεχωρίζει τους πραγματικά μεγάλους παίκτες από τους απλώς μεγάλους scorers.

Ο τελικός κρίθηκε τελικά σε κάτι που ο Ολυμπιακός έκανε καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη ομάδα στην Ευρώπη όλη τη χρονιά: στις μικρές κατοχές. Στα ριμπάουντ. Στην υπομονή. Στο να μη χάσει το μυαλό του όταν ο Χεζόνια ισοφάρισε στα τελευταία λεπτά. Εκεί φάνηκε πόσο σκληραγωγημένη είχε γίνει αυτή η ομάδα μέσα από όλες τις προηγούμενες αποτυχίες της. Γιατί αυτός ο τίτλος δεν μοιάζει με εκείνον του 2012. Τότε υπήρχε η αίσθηση ενός μπασκετικού παραμυθιού. Αυτή η κατάκτηση μοιάζει περισσότερο με ομάδα που πέρασε χρόνια μαθαίνοντας πώς να αντέχει. Και για τον Μπαρτζώκα, ίσως αυτό να σημαίνει ακόμη περισσότερα. Για καιρό υπήρχε μια άδικη συζήτηση γύρω του. Ότι παίζει σπουδαίο μπάσκετ αλλά δεν “τελειώνει” τις σεζόν με τρόπαια. Ότι οι ομάδες του φτάνουν μέχρι την πηγή αλλά δεν πίνουν νερό. Η πραγματικότητα είναι ότι ελάχιστοι προπονητές επηρέασαν τόσο πολύ το ευρωπαϊκό μπάσκετ την τελευταία δεκαετία όσο εκείνος. Ο τρόπος που ο Ολυμπιακός κυκλοφορούσε την μπάλα, οι αποστάσεις, η κίνηση που κυριάρχησε για χρόνια στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, άλλαξαν τον τρόπο που έβλεπαν πολλοί το παιχνίδι. Αυτό που του έλειπε ήταν μια νύχτα σαν αυτή.

Κάποια στιγμή μετά τη λήξη, ενώ οι παίκτες πανηγύριζαν ακόμη, ο φωτισμός στο γήπεδο χαμήλωσε και το κόκκινο από τις εξέδρες έπεφτε πάνω στο παρκέ σχεδόν σαν καπνός. Ο Παπανικολάου κρατούσε την κούπα και χαμογελούσε κουρασμένα. Ο Φουρνιέ φώναζε προς την εξέδρα. Ο Μπαρτζώκας κοιτούσε περισσότερο γύρω του παρά την κάμερα. Έμοιαζαν με ανθρώπους που δεν πανηγύριζαν μόνο έναν τίτλο. Έμοιαζαν να πανηγυρίζουν ότι τελείωσε επιτέλους η αναμονή.

rodrogues