Οι τελικοί της GBL ξεκινούν απόψε και δύσκολα θυμάται κανείς άλλη σειρά ανάμεσα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό που να κουβαλούσε τόσο διαφορετικά συναισθήματα για τις δύο πλευρές πριν καν γίνει το πρώτο τζάμπολ. Ο ένας φτάνει εδώ ως πρωταθλητής Ευρώπης, έχοντας σηκώσει την EuroLeague μέσα στην Αθήνα και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να περάσει από τον αιώνιο αντίπαλό του. Ο άλλος επιστρέφει από μια σεζόν που είχε σχεδιαστεί σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το Final Four στο T-Center και τελικά τελείωσε πρόωρα απέναντι στη Βαλένθια. Αυτό από μόνο του αρκεί για να μετατρέψει τη σειρά σε κάτι μεγαλύτερο από ένα απλό πρωτάθλημα.
Ο Ολυμπιακός μπαίνει στους τελικούς με την εικόνα μιας ομάδας που έφτασε επιτέλους εκεί όπου προσπαθούσε να φτάσει εδώ και χρόνια. Η κατάκτηση της EuroLeague δεν έμοιαζε με στιγμιαίο ξέσπασμα ούτε με μια διοργάνωση όπου όλα πήγαν σωστά για ένα Σαββατοκύριακο. Έμοιαζε με δικαίωση μιας μπασκετικής ιδέας που άντεξε στην πίεση, στην αμφισβήτηση και στις συνεχόμενες αποτυχίες των προηγούμενων Final Four. Η ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα έπαιξε στο πιο κρίσιμο σημείο της χρονιάς ακριβώς όπως ήθελε να παίζει από τον Σεπτέμβριο. Mε καθαρούς ρόλους, με αμυντική ένταση, με υπομονή και με την αίσθηση ότι κανείς δεν χρειάζεται να κάνει κάτι ηρωικό μόνος του για να λειτουργήσει το σύνολο.
Ο Παναθηναϊκός, αντίθετα, μπαίνει στη σειρά σαν ομάδα που ακόμη προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς της συνέβη. Το ρόστερ του παραμένει γεμάτο παίκτες που μπορούν να αλλάξουν μια βραδιά μόνοι τους. Ο Ναν, ο Σλούκας (αν τελικά παίξει), ο Λεσόρ, ο Οσμάν, ο Χέιζ-Ντέιβις είναι παίκτες που σε κανονικές συνθήκες τρομάζουν οποιονδήποτε αντίπαλο στην Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι ο Παναθηναϊκός πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη χρονιά κινούμενος ανάμεσα σε βραδιές απόλυτης κυριαρχίας και σε παιχνίδια όπου έδειχνε να λειτουργεί αποκλειστικά μέσα από ένστικτο, νεύρο και ατομικές εμπνεύσεις. Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό βάρος αυτών των τελικών. Όχι τόσο στο ποιος έχει καλύτερο ρόστερ ή περισσότερες λύσεις, αλλά στο ποια ομάδα δείχνει πιο συνειδητοποιημένη με αυτό που είναι.
Η ιστορία τέτοιων τελικών λέει ότι η λογική από μόνη της δεν αρκεί ποτέ. Το ελληνικό μπάσκετ έχει χτίσει ολόκληρη κουλτούρα γύρω από τέτοιες σειρές. Ένα break, μια έκρηξη της εξέδρας ή ένα μεγάλο βράδυ ενός σταρ, αρκούν για να αλλάξουν το κλίμα μέσα σε λίγες ώρες. Οι τελικοί ανάμεσα στους δύο δεν ήταν ποτέ πραγματικά προβλέψιμοι.
Μόνο που φέτος υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Ο Ολυμπιακός δεν φτάνει εδώ εξαντλημένος ή ψυχικά άδειος όπως πέρσι μετά το Άμπου Ντάμπι. Φτάνει με την ηρεμία μιας ομάδας που σταμάτησε να κουβαλά το άγχος της επιβεβαίωσης. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Όχι η έδρα. Όχι τα matchups. Μοιάζει να μην αμφιβάλλει για τον εαυτό του.
Ο Παναθηναϊκός αντίθετα μοιάζει να παίζει και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Όταν μια ομάδα ζει διαρκώς μέσα στην ένταση, στις δημόσιες παρεμβάσεις, στα πρέπει και στις εσωτερικές εκρήξεις, συνήθως σημαίνει ότι ακόμη αναζητά ισορροπία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τελικοί θα εξελιχθούν εύκολα για τον Ολυμπιακό. Υπάρχει πολλή ιστορία, υπερβολικά μεγάλος εγωισμός και υπερβολικά μεγάλο συναισθηματικό βάρος για να κυλήσει μια τέτοια σειρά ομαλά.
Παρόλα αυτά αν κάποιος προσπαθήσει να δει τη σειρά χωρίς οπαδικά αντανακλαστικά και χωρίς τη συνηθισμένη ελληνική υπερβολή που μετατρέπει κάθε τελικό σε πόλεμο συμβόλων, τότε το κέντρο βάρους βρίσκεται αυτή τη στιγμή στον Πειραιά. Όχι μόνο επειδή ο Ολυμπιακός κατέκτησε την Ευρωλίγκα. Αλλά επειδή δείχνει να ξέρει ακριβώς ποιος είναι. Σε μια κανονική αθλητική χώρα αυτό θα αρκούσε. Δύο από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης στο ίδιο παρκέ. Στην Ελλάδα όμως οι τελικοί σπάνια μένουν μόνο στο μπάσκετ.






