Ο Λούκας Τβαρκόφσκι παρουσίασε στη Στέγη ένα εντυπωσιακό θεατρικό έργο για τον Άλαν Τούρινγκ και την τεχνητή νοημοσύνη, που ενθουσιάζει με τη σκηνοθετική του τόλμη αλλά δεν πείθει πάντα με τις δραματουργικές του επιλογές. Μια παράσταση που δοκιμάζει τα όρια του θεάτρου και των θεατών, και αποκαλύπτει πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η απόσταση ανάμεσα στην τεχνολογική και την ανθρώπινη πρόοδο.
Ο Άλαν Τούρινγκ μπορούσε να αναγνωρίζει μαθηματικά μοτίβα εκεί όπου άλλοι έβλεπαν χάος. Η κοινωνία της εποχής του όμως,αδυνατούσε να δεχτεί ότι η προσωπική του ζωή δεν ήταν έγκλημα. Το 1952 καταδικάστηκε για την ομοφυλοφιλία του και υποβλήθηκε σε ορμονική θεραπεία που ισοδυναμούσε με χημικό ευνουχισμό. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε συμβάλει καθοριστικά στην αποκρυπτογράφηση των γερμανικών στρατιωτικών μηνυμάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, χάρη στη δουλειά του πάνω στη μηχανή Enigma. Πέθανε δύο χρόνια αργότερα. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην επιστημονική ευφυΐα και την κοινωνική προκατάληψη προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αφετηρία για το ORACLE του Λούκας Τβαρκόφσκι, μια παράσταση που επιχειρεί να εξερευνήσει τα όρια της ανθρώπινης γνώσης με έναν σκηνικό μηχανισμό τόσο περίπλοκο, ώστε μερικές φορές δυσκολεύεται να ελέγξει την ίδια του τη δύναμη.

Ο Πολωνός σκηνοθέτης δημιουργεί ένα θεατρικό σύμπαν που συνδέει τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Η δραματουργία της Άνκα Χέρμπουτ φέρνει κοντά πρόσωπα διαφορετικών εποχών: τον Τούρινγκ, τη Χέντι Λαμάρ, τη μέντιουμ Έλεν Ντάνκαν και τον πρώην μηχανικό της Google Μπλέικ Λεμόιν, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ένα γλωσσικό μοντέλο είχε αποκτήσει συνείδηση. Δεν πρόκειται για μια συμβατική βιογραφική αφήγηση. Οι χαρακτήρες εκπροσωπούν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος προσπαθεί να εξηγήσει όσα δεν καταλαβαίνει. Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ενδιαφέρουσες συνδέσεις ανάμεσα στην επιστήμη, την τεχνολογία και τη μεταφυσική, χωρίς όμως η παράσταση να καταφέρνει πάντα να τις αναπτύξει με την ίδια πειστικότητα.
Η σκηνοθεσία διαθέτει εντυπωσιακή τεχνική ακρίβεια. Οι κινητές κατασκευές του Φαμπιέν Λεντέ σχηματίζουν δωμάτια και διαδρόμους που μεταμορφώνονται διαρκώς. Οι ηθοποιοί κινηματογραφούνται ζωντανά, ενώ οι εικόνες τους προβάλλονται σε τεράστιες οθόνες. Το κοινό παρακολουθεί ταυτόχρονα τη θεατρική δράση και την κινηματογραφική της εκδοχή, έχοντας μπροστά του τόσο το τελικό αποτέλεσμα όσο και τον τρόπο κατασκευής του. Η εικόνα διεκδικεί διαρκώς την προσοχή από το πραγματικό σώμα του ηθοποιού. Είναι μια εύστοχη σκηνοθετική επιλογή για μια παράσταση που εξετάζει πώς η τεχνολογία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.


Αυτή η πολυπλοκότητα δεν εξαφανίζει τους ηθοποιούς. Αντιθέτως, τους υποχρεώνει να λειτουργήσουν με εξαιρετική ακρίβεια, διατηρώντας τη συναισθηματική συνέχεια των χαρακτήρων μέσα στις συνεχείς μεταβολές του σκηνικού χώρου. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι σκηνές των προσωπικών σχέσεων στο Μπλέτσλεϊ Παρκ. Οι παράλληλες συνομιλίες του Τούρινγκ με τη μνηστή του και ενός δεύτερου ζευγαριού δημιουργούν ένα ενδιαφέρον αντίβαρο στον τεχνολογικό μηχανισμό. Οι άνθρωποι που εργάζονται για να αποκρυπτογραφήσουν τα μηνύματα του εχθρού εξακολουθούν να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Η αντίφαση αποκτά θεατρική υπόσταση μέσα από τις σχέσεις τους.
Ο Μάρτινς Μέιερς, στον ρόλο του Τούρινγκ, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιστημονική ευφυΐα και στην προσωπική αμηχανία. Ο χαρακτήρας αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν απομακρύνεται από την εικόνα της ιστορικής ιδιοφυΐας και αποκαλύπτει τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Η σκηνοθεσία επιτρέπει σε αυτές τις στιγμές να αναπτυχθούν με διαφορετικό ρυθμό, δίνοντας στους ηθοποιούς τον χρόνο να αναδείξουν όσα οι χαρακτήρες δυσκολεύονται να εκφράσουν μεταξύ τους. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μηχανική τελειότητα στην αβεβαιότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Οι ερμηνείες προσφέρουν στην παράσταση την αίσθηση ότι πίσω από κάθε μεγάλη ιδέα υπάρχει κάποιος που προσπαθεί να ζήσει με τις συνέπειές της.







Η μουσική του Γιούλεκ Πλόσκι, με τις έντονες ηλεκτρονικές συχνότητες και τις απροσδόκητες ρυθμικές μεταβολές, διαμορφώνει ένα περιβάλλον διαρκούς διέγερσης. Ο ήχος αποκτά σχεδόν σωματική παρουσία. Εδώ υπάρχει και μια βασική αδυναμία. Ο Τβαρκόφσκι γνωρίζει πώς να κατασκευάζει εικόνες που καθηλώνουν. Δεν γνωρίζει πότε πρέπει να τις εγκαταλείψει. Ορισμένες σκηνές διαρκούν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, χωρίς να προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στην εξέλιξη της παράστασης. Ο Τβαρκόφσκι μοιάζει τότε περισσότερο απορροφημένος από τις δυνατότητες της σκηνοθεσίας του παρά από όσα έχει να αφηγηθεί.
Οι θερμικές και υπέρυθρες κάμερες μεταμορφώνουν τα ανθρώπινα σώματα σε ψηφιακά ίχνη. Η ιστορία της αποκρυπτογράφησης συνδέεται έτσι με τις σύγχρονες τεχνολογίες παρακολούθησης. Ο άνθρωπος κατασκευάζει μηχανές για να κατανοήσει τον κόσμο και σταδιακά μετατρέπεται ο ίδιος σε αντικείμενο της παρατήρησής τους. Πρόκειται για μια ουσιαστική σκηνοθετική εξέλιξη που δίνει πολιτική διάσταση στο έργο. Η μετάβαση από την ιστορική αναπαράσταση στην ψηφιακή πραγματικότητα έχει εσωτερική λογική και αναπτύσσει τις αρχικές ιδέες της παράστασης. Η συνοχή της σύλληψης όμως δεν εξασφαλίζει πάντοτε αντίστοιχη δραματική ένταση.
Η πνευματιστική συνεδρία ανοίγει ένα ενδιαφέρον ερώτημα για τη συνείδηση και την ύπαρξη, χωρίς να προσθέτει ανάλογο δραματικό βάθος. Από την άλλη η αναφορά στη δυτική αντίληψη της τεχνολογικής υπεροχής παραμένει περισσότερο μια υπόσχεση παρά μια ολοκληρωμένη θεατρική ιδέα. Το πρόβλημα δεν είναι η πολυπλοκότητα ούτε η απαιτητική διάρκεια. Ορισμένες σκηνές διαρκούν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται χωρίς να προσθέτουν κάτι στην ιστορία ή στους χαρακτήρες. Η παράσταση ανοίγει συνεχώς νέα θέματα αλλά δεν αφιερώνει σε όλα τον χρόνο που χρειάζονται.
Η σκηνική συνάντηση του Τούρινγκ με τη Χέντι Λαμάρ την οποία ερμηνεύει η Βίτα Βάρπινια, προσφέρει ένα διαφορετικό μέτρο αξιολόγησης. Εκείνος αναγνωρίστηκε για το μυαλό του ενώ η προσωπική του ζωή αντιμετωπίστηκε ως έγκλημα. Εκείνη θαυμάστηκε για την ομορφιά της με την εφευρετική της δραστηριότητα να παραμένει για χρόνια στη σκιά. Οι χαρακτήρες χορεύουν, αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον μια κοινή εμπειρία μοναξιάς. Η σκηνή ξεχωρίζει για την απλότητά της. Μέσα σε έναν κόσμο διαρκών τεχνολογικών μεταμορφώσεων, η σχέση δύο ανθρώπων αποκτά μεγαλύτερη δύναμη από την εντυπωσιακότερη προβολή.

Το ORACLE είναι μια φιλόδοξη παράσταση που εντυπωσιάζει με την τεχνολογία και τη σκηνοθεσία της, αλλά δεν λειτουργεί εξίσου καλά σε όλα της τα σημεία. Οι ηθοποιοί, η ζωντανή κινηματογράφηση και οι συνεχείς αλλαγές των σκηνικών είναι από τα πιο δυνατά της στοιχεία. Παράλληλα κάποιες σκηνές κρατούν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, ενώ ορισμένες ιδέες μένουν στη μέση, με αποτέλεσμα η παράσταση να χάνει κατά στιγμές την έντασή της. Ο Τβαρκόφσκι έχει πολλές ιδέες και τολμά να πειραματιστεί. Η παράσταση όμως θα ήταν καλύτερη αν σε ορισμένες σκηνές επέλεγε πιο απλές λύσεις. Τα εφέ και η έντονη σκηνική δράση εντυπωσιάζουν, αλλά δεν βοηθούν ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της ιδέας. Λίγη περισσότερη απλότητα θα της έδινε μεγαλύτερη δύναμη (η σκηνή της πνευματιστικής συνεδρίας με την Έλεν Ντάνκαν).
Η διάρκεια της παράστασης, σχεδόν τέσσερις ώρες μαζί με το διάλειμμα, δοκίμασε την αντοχή μου. Ο εντυπωσιασμός δεν αρκεί πάντα για να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα όταν η ιστορία δεν προχωρά με τον ίδιο ρυθμό.
Ο Τβαρκόφσκι κατασκευάζει έναν θεατρικό κόσμο όπου σχεδόν κάθε ανθρώπινη κίνηση μπορεί να καταγραφεί, να μεγεθυνθεί και να μετατραπεί σε πληροφορία. Εκείνο που δυσκολεύεται περισσότερο να χωρέσει σε αυτόν τον μηχανισμό είναι η ίδια η ανθρώπινη εμπειρία, με τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της. Το ORACLE είναι πιο δυνατό όταν αφήνει τους ηθοποιούς να ξεχωρίσουν και χάνει τη δύναμή του όταν ο εντυπωσιασμός γίνεται πιο σημαντικός από την ίδια την ιστορία. Το ORACLE δείχνει ότι όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η τεχνολογία, το καλό θέατρο εξακολουθεί να στηρίζεται στους ανθρώπους και στις ιστορίες τους.
Το ORACLE παρουσιάστηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση από τις 15 έως τις 18 Οκτωβρίου 2026.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







