Skip to main content

Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι η 3η Σεπτέμβρη δεν είναι ημερομηνία αλλά εποχικό φαινόμενο. Κάτι σαν τα πρωτοβρόχια μόνο που αντί για νερό πέφτουν φωτογραφίες του Ανδρέα, πράσινοι ήλιοι και άνθρωποι κάποιας ηλικίας που νιώθουν ξαφνικά την ανάγκη να σου εξηγήσουν ότι «τότε υπήρχε πολιτική». Κάθε χρόνο το ίδιο τελετουργικό επιστρέφει με αξιοθαύμαστη συνέπεια, σαν να υπάρχει ακόμη μία κρίσιμη λεπτομέρεια της 3ης Σεπτέμβρη του 1974 που δεν καταφέραμε να αποκωδικοποιήσουμε τις προηγούμενες πέντε δεκαετίες. Φέτος το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να βοηθήσει βαφτίζοντας την εκδήλωση για τα 52 χρόνια από την Ιδρυτική Διακήρυξη «3η Σεπτέμβρη – Ξεκίνημα Νίκης». Στάθηκα λίγο στη λέξη «ξεκίνημα». Πενήντα δύο χρόνια μετά δεν είναι ακριβώς ξεκίνημα αλλά μάλλον μια εντυπωσιακά μεγάλη προθέρμανση.

Το αστείο είναι ότι η ίδια η 3η Σεπτέμβρη δεν αξίζει καθόλου την καζούρα. Υπήρξε πραγματικά σημαντική. Η Ελλάδα του 1974 είχε μόλις βγει από επτά χρόνια δικτατορίας και κουβαλούσε ακόμη μέσα της τον Εμφύλιο, τους αποκλεισμούς, τους νικητές και τους ηττημένους του μετεμφυλιακού κράτους. Μέσα σε αυτή τη χώρα εμφανίστηκε ένα κόμμα που μιλούσε για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, εργασία, κατοικία, δημόσια υγεία και ισότητα. Μιλούσε επίσης για έξοδο από το ΝΑΤΟ, κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και διαχωρισμό Εκκλησίας και κράτους. Το σημερινό ΠΑΣΟΚ έχει περίπου τόση σχέση με ορισμένα από αυτά όσο έχω εγώ με το σώμα που είχα στα είκοσι πέντε μου. Θυμάμαι ότι υπήρξε, πιθανότατα υπάρχουν και φωτογραφίες, αλλά δεν θα ήταν σοβαρό να ισχυριστώ ότι διατηρήθηκε αναλλοίωτο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα ήταν ψέματα. Το να φορτώσουμε στο ΠΑΣΟΚ ολόκληρο τον λογαριασμό της Μεταπολίτευσης είναι εύκολο. Το να καταλάβουμε τι πραγματικά άλλαξε είναι δυσκολότερο. Το ΠΑΣΟΚ άλλαξε πράγματι την Ελλάδα. Αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση, δημιούργησε το ΕΣΥ, άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο, κατάργησε την προίκα, ενίσχυσε θεσμικά τη θέση της γυναίκας και έβαλε στο πολιτικό κέντρο κοινωνικά στρώματα που για δεκαετίες βρίσκονταν στην άκρη. Για πολλούς ανθρώπους το κράτος έπαψε για πρώτη φορά να μοιάζει με ιδιοκτησία κάποιων άλλων.

Οι millennials έμαθαν το ΠΑΣΟΚ ανάποδα. Πρώτα γνώρισαν την κατάρρευση και μετά τους διηγήθηκαν την Αλλαγή.

Ύστερα η Αλλαγή γνώρισε το ελληνικό κράτος. Συστήθηκαν. Συμπάθησαν πολύ ο ένας τον άλλον. Και αποφάσισαν να μείνουν μαζί. Το κίνημα που στην Ιδρυτική Διακήρυξη κατήγγελλε το «ρουσφέτι και το παρασκήνιο» δεν εξαφάνισε ακριβώς το ρουσφέτι. Το έκανε περισσότερο διαθέσιμο. Η κοινωνική κινητικότητα συνάντησε τον διορισμό, η χειραφέτηση τον κομματάρχη και η Αλλαγή απέκτησε κάποια στιγμή εκείνο το αιώνιο ελληνικό τηλέφωνο που ξεκινά με το «μήπως ξέρουμε κανέναν;». Δεν εφηύρε το ΠΑΣΟΚ το πελατειακό κράτος. Το πελατειακό κράτος ήταν ήδη εκεί. Το ΠΑΣΟΚ απλώς το βρήκε επιπλωμένο και εγκαταστάθηκε άνετα. Έμαθε να κινείται μέσα του με αξιοσημείωτη άνεση.

Παράλληλα άλλαζε και το ίδιο. Η έξοδος από το ΝΑΤΟ χάθηκε στον δρόμο, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός χαμήλωσε την ένταση, η δυσπιστία απέναντι στην Ευρώπη έγινε ευρωπαϊκός πραγματισμός, ύστερα εκσυγχρονισμός και τελικά, το 2010, το κόμμα που είχε γεννηθεί φωνάζοντας «Εθνική Ανεξαρτησία» βρέθηκε στην εξουσία την ώρα που η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου υπέγραφε το πρόγραμμα των 110 δισ. ευρώ με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ. Εδώ εμφανίζονται οι millennials και η ιστορία γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα. Κάποιος που γεννήθηκε το 1990 δεν θυμάται την Αλλαγή, τις λαοθάλασσες ή τη δημιουργία του ΕΣΥ. Ήταν έξι ετών όταν πέθανε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Θυμάται όμως πολύ καλά το 2010. Θυμάται ανεργία, περικοπές, φίλους που έφυγαν στο εξωτερικό και μια ολόκληρη χώρα που αναγκάστηκε ξαφνικά να μάθει τι είναι τα spreads, χωρίς κανείς να έχει εκφράσει τέτοια φιλοδοξία.

Οι millennials έμαθαν το ΠΑΣΟΚ ανάποδα. Πρώτα γνώρισαν την κατάρρευση και μετά τους διηγήθηκαν την Αλλαγή. Κάποια στιγμή ανακάλυψαν και το «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», σαν αρχαιολογικό εύρημα από έναν πολιτισμό όπου, σύμφωνα με τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων, υπήρχε πάντα χρήμα για διακοπές, ένα εξοχικό κάπου στην οικογένεια και ένα καταναλωτικό δάνειο για το οποίο κανείς δεν έδειχνε ιδιαίτερα ανήσυχος. Αυτή η γενιά δεν μισεί απαραίτητα το ΠΑΣΟΚ. Απλώς δεν του χρωστά τη νοσταλγία της. Και η ειρωνεία σήμερα είναι σχεδόν τέλεια. Η Διακήρυξη του 1974 μιλούσε για κατοικία για όλους. Ο τριαντάρης του 2026 κοιτάζει ένα δυάρι στην Αθήνα και αναρωτιέται αν η «λαϊκή κυριαρχία» περιλαμβάνει κοινόχρηστα. Αν θέλουμε λοιπόν πραγματικά να τιμήσουμε την 3η Σεπτέμβρη, μπορούμε για μία χρονιά να αφήσουμε στην άκρη τον πράσινο ήλιο και να κοιτάξουμε ένα ενοικιαστήριο.

Αυτό είναι που με ενοχλεί στις πολιτικές επετείους. Δημιουργήθηκαν για να θυμίζουν γιατί κάποτε έπρεπε να αλλάξει ο κόσμος και συχνά καταλήγουν να χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για να μην αλλάξει το ίδιο το κόμμα που τις γιορτάζει. Η 3η Σεπτέμβρη όμως δεν ήταν νοσταλγία. Ήταν επίθεση στη νοσταλγία. Έλεγε ότι ο παλιός κόσμος δεν αρκούσε και μπορούσε να φτιαχτεί ένας καινούργιος. Γι’ αυτό δεν με ενδιαφέρει αν το σημερινό ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποδείξει ότι κατάγεται από την 3η Σεπτέμβρη. Αυτό το γνωρίζουμε. Με ενδιαφέρει αν μπορεί να εξηγήσει γιατί ένας άνθρωπος 30 ή 40 ετών πρέπει να το ψηφίσει σήμερα. Ο σημερινός τριαντάρης δεν χρωστά στο ΠΑΣΟΚ συγκίνηση επειδή ο πατέρας του φώναζε «Αλλαγή». Η πολιτική κληρονομιά δεν μεταβιβάζεται με γονική παροχή και ευτυχώς ούτε και οι ψήφοι.

Η 3η Σεπτέμβρη του 1974 δεν μας ζήτησε να λατρέψουμε το παρελθόν. Μας ζήτησε να φανταστούμε ένα διαφορετικό μέλλον. Αν το σημερινό ΠΑΣΟΚ θέλει πράγματι να την τιμήσει υπάρχει μόνο ένας τρόπος. Να σταματήσει να μας τη διαβάζει και να γράψει την επόμενη.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
disff
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy