Η Ελλάδα βρήκε επιτέλους έναν τρόπο να βελτιώνει τις επιδόσεις της χωρίς την ενοχλητική διαδικασία της βελτίωσης: περιμένει να χειροτερέψουν οι υπόλοιποι. Αυτό περίπου προκύπτει από τα αποτελέσματα του PISA 2025, αν φυσικά τα κοιτάξει κανείς με την απαραίτητη αισιοδοξία. Οι Έλληνες 15χρονοι παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες. Οι επιδόσεις τους μειώθηκαν ξανά. Στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες βρίσκονται χαμηλότερα από το 2018 και από κάθε προηγούμενη ελληνική συμμετοχή. Ο ΟΟΣΑ, με την ενοχλητική συνήθεια που έχουν οι διεθνείς οργανισμοί να βάζουν αριθμούς δίπλα στις εθνικές αφηγήσεις, το λέει αρκετά καθαρά.
Αλλά ευτυχώς υπάρχει και η αισιόδοξη ανάγνωση. Το υπουργείο Παιδείας μιλά για «σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης» και «σαφή τάση σύγκλισης» στα μαθηματικά. Και τεχνικά έχει δίκιο. Η Ελλάδα έχασε έξι μονάδες στα μαθηματικά, ενώ ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ που χρησιμοποιείται για τη διαχρονική σύγκριση έχασε περισσότερες. Επομένως η απόσταση μειώθηκε. Σπουδαία νέα, αν αποδεχθεί κανείς ότι το να πέφτεις από τον πέμπτο όροφο ενώ ο άλλος πέφτει από τον όγδοο σημαίνει ότι τον πλησιάζεις. Θα ήταν απλώς υπερβολικό να ανακοινώσεις ότι ξεκίνησες αναρρίχηση.
Αυτή είναι μία από τις πιο ανθεκτικές ελληνικές τέχνες. Δεν διορθώνουμε πάντα την αποτυχία. Μερικές φορές απλώς της βρίσκουμε καλύτερο όνομα. Η ύφεση γίνεται «δημοσιονομική προσαρμογή», η καθυστέρηση «μεταβατική περίοδος», η στασιμότητα «σταθεροποίηση» και τώρα η πτώση μπορεί, με ένα επαρκώς καλοφτιαγμένο PowerPoint, να μετατραπεί σε σύγκλιση. Το πρόβλημα είναι ότι κάπου πίσω από αυτές τις λέξεις υπάρχουν παιδιά.
Σχεδόν οι μισοί Έλληνες 15χρονοι, το 49,5%, δεν φτάνουν στο βασικό επίπεδο επάρκειας στα μαθηματικά. Στην κατανόηση κειμένου το ποσοστό είναι 43,8% και στις φυσικές επιστήμες 40,9%. Με άλλα λόγια, ένα πολύ μεγάλο μέρος των παιδιών φτάνει στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης χωρίς να έχει κατακτήσει βασικές δεξιότητες: να καταλαβαίνει ένα απλό κείμενο, να ερμηνεύει ένα καθημερινό φυσικό φαινόμενο ή να κάνει έναν στοιχειώδη μαθηματικό συλλογισμό. Και εδώ καλό θα ήταν να αντισταθούμε στον παραδοσιακό εθνικό πειρασμό να αρχίσουμε να φωνάζουμε ότι «τα παιδιά σήμερα δεν ξέρουν τίποτα». Τα παιδιά δεν αποφάσισαν ξαφνικά να γίνουν χαζά. Αν ένας μαθητής έχει περάσει σχεδόν δέκα χρόνια μέσα σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα και στο τέλος δυσκολεύεται να καταλάβει το νόημα ενός κειμένου, το ερώτημα δεν είναι τι έπαθε ο μαθητής. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς κάναμε εμείς επί δέκα χρόνια.
Το σχολείο δεν υπάρχει απλώς για να παράγει αποφοίτους. Υπάρχει για να παράγει ανθρώπους που είναι δύσκολο να εξαπατηθούν.
Και η απάντηση δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική. Οι ίδιοι οι μαθητές περιγράφουν ένα σχολείο λιγότερο υποστηρικτικό και λιγότερο γνωστικά απαιτητικό από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς, λιγότερες τεχνικές που τους αναγκάζουν πραγματικά να σκεφτούν και περισσότερα προβλήματα πειθαρχίας, απουσιών και καθυστερήσεων. Το ενδιαφέρον είναι ότι την ίδια στιγμή διαθέτουμε περισσότερα εργαλεία από ποτέ. Έχουμε διαδραστικούς πίνακες, πλατφόρμες, Τράπεζα Θεμάτων, νέα προγράμματα σπουδών, πολλαπλό βιβλίο, τεχνητή νοημοσύνη, σχέδια, στρατηγικές, επιμορφώσεις και, αναπόφευκτα, οδικούς χάρτες. Σε λίγο θα αποκτήσουμε και metaverse, ώστε η εκπαιδευτική αποτυχία να είναι τουλάχιστον immersive.
Το ελληνικό σχολείο έχει φτάσει σε ένα παράδοξο σημείο. Συζητά πώς θα ενσωματώσει την AI, ενώ σχεδόν τέσσερις στους δέκα μαθητές δυσκολεύονται να κατανοήσουν ένα απλό κείμενο. Είναι σαν να αγοράζεις σύστημα αυτόματου παρκαρίσματος για ένα αυτοκίνητο που δεν παίρνει μπροστά. Υπάρχει βέβαια η πανδημία. Και ασφαλώς υπάρχει το κινητό, το ατελείωτο scrolling, τα reels, τα notifications και μια οικονομία ολόκληρη σχεδιασμένη γύρω από το πώς θα κρατήσει την προσοχή ενός παιδιού για δεκαεπτά δευτερόλεπτα ακόμη. Η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική. Οι επιδόσεις στην ανάγνωση και στα μαθηματικά έχουν υποχωρήσει διεθνώς, σε βαθμό που το PISA καταγράφει ιστορικά χαμηλές επιδόσεις σε βασικά πεδία. Αυτό όμως δεν είναι άλλοθι. Το ότι καίγεται και η πολυκατοικία απέναντι δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα για να μην καλέσεις την Πυροσβεστική.
Και κάπου εδώ τελειώνει το αστείο, γιατί το πραγματικό πρόβλημα με έναν 15χρονο που δυσκολεύεται να καταλάβει ένα κείμενο δεν βρίσκεται στην αίθουσα εξετάσεων του PISA. Βρίσκεται δέκα χρόνια αργότερα, όταν αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να καταλάβει ένα συμβόλαιο, έναν λογαριασμό, ένα επιτόκιο, ένα γράφημα, μια ιατρική οδηγία, μια πολιτική υπόσχεση. Να ξεχωρίσει μια πραγματική είδηση από μια κατασκευασμένη. Να καταλάβει πότε ένας αριθμός τού παρουσιάζεται με τρόπο παραπλανητικό. Να αναγνωρίσει ότι το βίντεο που βλέπει μπορεί να είναι ψεύτικο, ότι ο θυμός που του προκαλεί κάποιος ίσως έχει σχεδιαστεί από έναν αλγόριθμο, ότι αυτός που του μιλά δεν προσπαθεί απαραίτητα να τον ενημερώσει αλλά να τον χειραγωγήσει.
Εκεί το PISA παύει να είναι εκπαιδευτικό θέμα και γίνεται κοινωνικό, και τελικά δημοκρατικό. Μια δημοκρατία δεν χρειάζεται μόνο πολίτες που έχουν δικαίωμα να ψηφίζουν. Χρειάζεται πολίτες που μπορούν να διαβάζουν, να κατανοούν, να συγκρίνουν, να αμφιβάλλουν και να κάνουν τον στοιχειώδη συλλογισμό ότι δύο πράγματα που τους παρουσιάζονται ως ίδια μπορεί να μην είναι. Το σχολείο δεν υπάρχει απλώς για να παράγει αποφοίτους. Υπάρχει για να παράγει ανθρώπους που είναι δύσκολο να εξαπατηθούν.
Και αυτή είναι ίσως η πιο ανησυχητική ανάγνωση του PISA 2025. Όχι ότι οι Έλληνες μαθητές πήραν χαμηλούς βαθμούς, αλλά ότι σχεδόν οι μισοί αυριανοί πολίτες ξεκινούν τη ζωή τους με λιγότερα εργαλεία για να καταλάβουν τον κόσμο που θα προσπαθήσει να τους πείσει, να τους πουλήσει, να τους φοβίσει και να τους κυβερνήσει. Κι απέναντι σε αυτό, το να πανηγυρίζουμε επειδή αυτή τη φορά πέσαμε λίγο πιο αργά από τους άλλους είναι πράγματι μια μορφή σύγκλισης. Απλώς όχι με το μέλλον που θα θέλαμε.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







