Έντεκα και μισή το πρωί, Αύγουστος, ελληνική παραλία. Η θερμοκρασία έχει φτάσει στο σημείο όπου ο άνθρωπος παύει να είναι πολίτης και γίνεται ιδιοκτήτης σκιάς. Οι πρώτες σειρές από ξαπλώστρες έχουν γεμίσει, οι freddo ιδρώνουν στα τραπεζάκια και πολλοί έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι η θέση που κατέλαβαν στις 11.07 αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα. Μπροστά μου ένας άνδρας έχει πληρώσει εκατό ευρώ για δύο ξαπλώστρες, μία ομπρέλα, δύο freddo, μια πιατέλα φρούτα και εν αγνοία του μια σύντομη αλλά έντονη εμπειρία συνταγματικού δικαίου. Έχει απλώσει την πετσέτα, έχει τοποθετήσει το αντηλιακό σε απόσταση άμεσης επέμβασης και κοιτάζει το Αιγαίο με την ηρεμία μικροεπενδυτή που απέκτησε παραθαλάσσιο ακίνητο με ανεμπόδιστη θέα.
Πρώτη σειρά, θάλασσα μπροστά, σκιά και καφές. Τι μπορεί να πάει στραβά; Η απάντηση κοστίζει 24,90 ευρώ και έχει μεταλλικό κοντάρι. Ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίζεται με μία ομπρέλα, δύο καρεκλάκια, ψυγειάκι, τρεις τσάντες και δύο παιδιά. Διαθέτει αρκετό εξοπλισμό για μια ημέρα στην παραλία ή για μια μέτριας διάρκειας κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού. Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά και, με το παράξενο χάρισμα που έχουμε να ανακαλύπτουμε ακριβώς το σημείο που θα εκνευρίσει κάποιον, καρφώνει την ομπρέλα μπροστά από την πρώτη σειρά. Δεν την ανοίγει απλώς. Ιδρύει μια μικρή αυτόνομη επικράτεια με ψυγειάκι, δύο ανήλικους πολίτες και ασαφή θαλάσσια σύνορα.
Ο άνθρωπος των εκατό ευρώ σηκώνει αργά το κεφάλι. Πριν από δέκα δευτερόλεπτα είχε Αιγαίο. Τώρα έχει μπλε ύφασμα, δύο πλαστικές καρέκλες και ένα παιδί που σκάβει με τέτοια αφοσίωση ώστε υποψιάζεσαι ότι διαθέτει εμπιστευτικές πληροφορίες για κοίτασμα φυσικού αερίου. Το βλέμμα του γράφει καθαρά: «Έδωσα εκατό ευρώ γι’ αυτό;» Δεν είναι εντελώς παράλογο. Όταν πληρώνεις ακριβά για πρώτη σειρά περιμένεις χώρο, σχετική άνεση και μια άτυπη συμφωνία ότι τίποτα μεγαλύτερο από πλαστικό ποτήρι δεν θα παρεμβληθεί ανάμεσα σε εσένα και τον ορίζοντα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσδοκία μετατρέπεται σε τίτλο ιδιοκτησίας. Πλήρωσες την ξαπλώστρα. Δεν αγόρασες τον ορίζοντα.
Ανάμεσα στο «πλήρωσα» και στο «δικαιούμαι» λείπει μια παλιά λέξη που δεν αναγράφεται σε τιμοκατάλογο και δεν επιβάλλεται με πρόστιμο. Λεγόταν τρόποι.
Η επιχείρηση σε άφησε πρόθυμα να πιστέψεις το αντίθετο. Σου χρέωσε τη θέση σαν να περιείχε τη θέα, τη θάλασσα και ίσως ένα μικρό ποσοστό από τις Κυκλάδες. Η απόδειξη γράφει μόνο όσα μπορεί πραγματικά να νοικιάσει: δύο ξαπλώστρες, μία ομπρέλα και δύο καφέδες. Το Αιγαίο δεν περιλαμβάνεται στην τιμή, αν και με εκατό ευρώ δικαιούσαι να ρωτήσεις. Τώρα παρακολουθεί τη σύγκρουση από ασφαλή απόσταση, όπως κάθε δύναμη που έχει συμβάλει στη δημιουργία μιας κρίσης αλλά προτιμά να κρατήσει υπεύθυνη ουδετερότητα. Έχει εισπράξει τα χρήματα και η εξωτερική πολιτική είναι πλέον υπόθεση των λουόμενων.
Ο νεοφερμένος έχει τη δική του υπεράσπιση: «Δημόσια παραλία είναι». Η φράση εκφέρεται με το ύφος ανθρώπου που μόλις διάβασε ολόκληρο το Σύνταγμα, αν και θυμάται μόνο τις τέσσερις λέξεις που τον εξυπηρετούν. Ως προς την αρχή έχει δίκιο. Η άμμος δεν παύει να είναι κοινή επειδή πίσω της τοποθετήθηκαν ξαπλώστρες με τιμοκατάλογο. Αν δεν εμποδίζει την πρόσβαση ή την ελεύθερη διέλευση, μπορεί να καθίσει εκεί. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι χρειάζεται να ασκήσει την ελευθερία του στο μοναδικό σημείο όπου θα κλείσει τη θέα κάποιου άλλου. Ανάμεσα στο «πλήρωσα» και στο «δικαιούμαι» λείπει μια παλιά λέξη που δεν αναγράφεται σε τιμοκατάλογο και δεν επιβάλλεται με πρόστιμο. Λεγόταν τρόποι. Κοιτάζεις γύρω σου και αν μπορείς, πηγαίνεις δύο μέτρα δεξιά. Ο χάρτης της Ελλάδας θα παραμείνει ίδιος. Αν κάθεσαι πίσω, θυμάσαι ότι ο δεύτερος freddo δεν συνοδεύεται από αποκλειστική οικονομική ζώνη.
Τα γράφω όλα αυτά απλωμένος πάνω σε μια πετσέτα, γύρω από την οποία έχω τοποθετήσει τσάντα, βιβλίο, γυαλιά, μπουκάλι νερό και σαγιονάρες. Με μια γρήγορη ματιά διαπιστώνω ότι κι εγώ διοικώ ένα μικρό προτεκτοράτο. Η αυθαιρεσία αρχίζει συνήθως μισό μέτρο μετά τις δικές μας σαγιονάρες. Στην Ελλάδα μια πλαστική καρέκλα στον δρόμο γίνεται θέση πάρκινγκ, μια γλάστρα μετατρέπεται σε συνοριακό φυλάκιο και στην παραλία ένα ψυγειάκι αρκεί για να δημιουργήσει σύνορα. Θέλουμε δημόσια παραλία χωρίς πολύ κοινό και ελεύθερη πρόσβαση, αρκεί οι άλλοι να την ασκούν λίγο παρακάτω. Ανεχόμαστε τα παιδιά μέχρι να φωνάξουν και τη μουσική μέχρι να αποδειχθεί ότι δεν είναι η δική μας. Θέλουμε ελευθερία με μια μικρή ιδιωτική περίμετρο και αν γίνεται σέρβις στην ξαπλώστρα. Ο ένας λέει «πλήρωσα», ο άλλος «δικαιούμαι», η επιχείρηση έχει εκδώσει την απόδειξη και όλοι περιμένουν από τον τρίτο να έχει τρόπους. Το μόνο που δεν σκέφτεται κανείς είναι το πιο φτηνό πράγμα στην παραλία: να κάνει μισό μέτρο στην άκρη.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







