Skip to main content

Κάπου ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο ποτήρι κρασί την προηγούμενη εβδομάδα σε ένα εστιατόριο στο κέντρο της Αθήνας, ένας φίλος μου πανεπιστημιακός, συγκρατημένος ως συνήθως, μου ομολόγησε κάτι παράξενο. Ότι ελέγχει εμμονικά, σχεδόν θρησκευτικά, τα βήματά του στο smartwatch. Όχι για λόγους υγείας, ούτε καν από περιέργεια, αλλά γιατί, όπως είπε, υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός που «πρέπει» να φτάσει. Το είπε με ντροπή, μα και με μια τέτοια οικειότητα ώστε να υποπτευθεί κανείς πως όλοι κρύβουμε παρόμοιες μικρές, καθημερινές ιδιωτικές τελετουργίες. Δεν περπατά επειδή θέλει να περπατήσει. Περπατά επειδή κάποιος, ή κάτι, του είπε ότι δέκα χιλιάδες βήματα την ημέρα είναι το σωστό. Το «σωστό» έγινε θεσμός και ο αριθμός έγινε αιτία.

Αυτή είναι ίσως η πιο λεπτή, σύγχρονη μεταμόρφωση. Η ζωή ως σειρά από μετρήσεις. Δεν αρκεί να μαγειρεύεις καλά· πρέπει να τελειοποιήσεις την τέχνη του bœuf bourguignon με 28 υλικά. Δεν αρκεί να διαβάζεις βιβλία· πρέπει να τα καταγράφεις σε λίστα και να πλησιάζεις το μαγικό «52 σε 52 εβδομάδες». Στην εποχή μας, το να κάνεις κάτι δεν είναι αρκετό. Πρέπει να μπορείς να το μετρήσεις με challenges, στόχους και εφαρμογές που απαιτούν να ολοκληρώνεις ένα την εβδομάδα. Κάποτε ταξιδεύαμε επειδή θέλαμε να δούμε έναν τόπο. Τώρα ταξιδεύουμε για να σημειώσουμε όλα τα «must see» με μικρά πράσινα tick σε μια λίστα.

Σε αυτή την οικουμενική στροφή προς την ποσοτικοποίηση, ο φιλόσοφος C. Thi Nguyen βλέπει κάτι περισσότερο από μια κοινωνική μόδα. Βλέπει μια υποκατάσταση αξιών. Ένα φαινόμενο που αποκαλεί «value capture». Value capture είναι όταν σταματάς να ζεις για αυτό που έχει νόημα για εσένα και αρχίζεις να ζεις για αυτό που μπορεί να μετρηθεί. Η αναρρίχηση δεν γίνεται πια για τη σωματική απόλαυση της κίνησης πάνω στον βράχο, αλλά για να ανεβάσεις τον βαθμό δυσκολίας. Το γράψιμο δεν γίνεται για τη χαρά του λόγου, αλλά για τα κλικ που θα αποτυπωθούν σε ένα διακριτικό leaderboard·, που όλοι λέμε πως δεν κοιτάμε, αλλά όλοι γνωρίζουμε απέξω. Η εμπειρία, η ουσία, η απόλαυση υποχωρούν διακριτικά. Στη θέση τους εγκαθίστανται αριθμοί, βαθμολογίες, ποσοστά.

Η ειρωνεία, φυσικά, είναι ότι αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από εκείνους που θα περίμενε κανείς να αναγνωρίζουν την παγίδα εξ αρχής, τους φιλοσόφους. Κι όμως, ακόμη και τα τμήματα φιλοσοφίας στις μεγάλες πανεπιστημιακές σχολές στον κόσμο λειτουργούν μέσα σε αυστηρά rankings. Υπάρχει ακόμη και ένα site που λέγεται Philosophical Gourmet Report. Μια λίστα που κατατάσσει σχολές και ειδικότητες, απονέμοντας πρωτιές με την ίδια άνεση που ένα pop chart βαθμολογεί τραγούδια. Αναλυτική φιλοσοφία, ηθική, αρχαία σκέψη, αμερικανικός πραγματισμός, όλα μπαίνουν σε κουτάκια, ταξινομούνται, ιεραρχούνται. Κι αν ρωτήσεις έναν φιλόσοφο, θα σου πει ότι αυτά δεν έχουν σημασία. Κι όμως, όλοι ξέρουν ποιο τμήμα βρίσκεται στην κορυφή.

Τα παιχνίδια είναι μικρογραφίες της ζωής με καθαρούς κανόνες. Έχουν έναν στόχο (να κερδίσεις), αλλά έχουν και έναν σκοπό (να συμμετέχεις). Παίζεις για να γελάσεις, για να ξεφύγεις από τον εαυτό σου, για να μοιραστείς μια στιγμή με άλλους.

Το διαβολικά έξυπνο με τις μετρήσεις είναι ότι μοιάζουν πάντα χρήσιμες. Παρέχουν δομή. Σου δίνουν μια κατεύθυνση. Σε βοηθούν να βελτιωθείς. Ποιος θα διαφωνούσε ότι χωρίς ένα σύστημα στοχοθεσίας, ο κόσμος θα βυθιζόταν σε ένα χάος επιθυμιών και αναβλητικότητας; Κι όμως, κάποια στιγμή, το μέτρο καταπίνει το μέτρο της αξίας. Εκεί όπου οι αριθμοί υπήρχαν ως οδηγοί, μετατρέπονται εν τέλει σε αφεντικά.

Ο Nguyen καταφεύγει στα παιχνίδια για να εξηγήσει αυτό το παράδοξο. Τα παιχνίδια, λέει, είναι μικρογραφίες ζωής με καθαρούς κανόνες. Έχουν έναν στόχο (να κερδίσεις), αλλά έχουν και έναν σκοπό (να συμμετέχεις). Κανείς δεν παίζει γκολφ για να αποδείξει κάτι στον κόσμο. Παίζεις για να γελάσεις, για να ξεφύγεις από τον εαυτό σου, για να μοιραστείς μια στιγμή με άλλους. Ο στόχος, να βάλεις το μπαλάκι στη τρύπα με τα λιγότερα χτυπήματα, είναι απαραίτητος. Χωρίς αυτόν, δεν υπάρχει παιχνίδι. Αλλά δεν είναι το νόημα. Το νόημα βρίσκεται στο ότι, για μικρή έστω διάρκεια, δεσμεύεσαι σε έναν κανόνα που ξέρεις ότι δεν έχει καμία πραγματική σημασία. Παίζεις γνωρίζοντας ότι προσποιείσαι. Και αυτή η επίγνωση σε απελευθερώνει. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ. Όταν οι κανόνες του παιχνιδιού μεταφέρονται στη ζωή. Όταν οι εξωτερικές βαθμολογίες αποκτούν το βάρος εσωτερικών αληθειών. Γίνεσαι σαν τον αναρριχητή που σταματά να ανεβαίνει την πλαγιά επειδή αγαπάει την κίνηση, και αρχίζει να ανεβαίνει επειδή θέλει το επόμενο νούμερο δίπλα στο όνομά του. Αυτό, τελικά, δεν είναι επιτυχία. Είναι αποξένωση.

Όμως, ενώ ο κόσμος γίνεται όλο και πιο εμμονικός με τις μετρήσεις, παράλληλα γίνεται και πιο κατακερματισμένος. Στο παρελθόν, ενώ η κουλτούρα λειτουργούσε σαν μια κοινή γλώσσα, τώρα λειτουργεί σαν ένα σύνολο από διαλέκτους. Κάθε μικρο-χόμπι αποκτά τη δική του κοινότητα, τα δικά της ιεραρχικά συστήματα, τις δικές της μικρές ορθοδοξίες. Η εξέλιξη μοιάζει παράδοξη γιατί όσο αυξάνεται η ποικιλία τόσο αυξάνεται και η τυποποίηση. Όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο, τόσο πιο πανομοιότυπα λειτουργούν οι περιφέρειες. Κάθε ομάδα δημιουργεί τη δική της λίστα με τα «καλύτερα», τις δικές της υποχρεωτικές επιδόσεις. Ο καθένας βρίσκει ένα μέρος για να ανήκει. Και μετά παλεύει να επιβεβαιώσει την αξία του μέσα σε αυτό.

Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι απλό, αλλά όχι εύκολο. Τι απομένει όταν αφαιρέσεις τους αριθμούς; Τι υπάρχει πίσω από την επιθυμία να βελτιωθείς, να δημιουργήσεις, να ζήσεις; Η απάντηση που δίνει ο Nguyen είναι σχεδόν αφοπλιστική στην απλότητά της. Αυτό που έχει αξία είναι το ανεξήγητο. Η αίσθηση ότι κάνεις κάτι επειδή το νιώθεις σωστό, όχι επειδή μπορείς να το μετρήσεις. Η επιστροφή στην απόλαυση της διαδικασίας, χωρίς ορατό στόχο. Η ιδέα ότι μπορείς να βρεις νόημα σε κάτι που δεν χρειάζεται να μπει σε διάγραμμα ή σε πίνακα επιδόσεων.

Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο παιχνιδιών. Ίσως είναι ότι ξεχάσαμε ότι μπορούμε να αφήσουμε ένα παιχνίδι όταν δεν μας αφορά πια. Ότι μπορούμε να παίξουμε μόνο για τον εαυτό μας. Ότι μπορούμε να αφήσουμε τον στόχο να υπάρχει, χωρίς να του επιτρέψουμε να γίνει σκοπός. Σε μια εποχή όπου όλα διεκδικούν να μετρηθούν, ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη είναι να κάνεις κάτι που δεν μπορεί να μπει σε αριθμό και να μην χρειαστεί ποτέ να εξηγήσεις το γιατί.

stegi radio