Πριν από τα true crime podcasts, τα TikTok tribunals και τις διαδικτυακές αγέλες που μπορούν να αποφασίσουν μέσα σε λίγες ώρες ποιος θα γίνει ο δημόσιος εχθρός της ημέρας, υπήρχε ένας άνδρας με κοστούμι, μερικές εκτυπωμένες συνομιλίες και μία καρέκλα. Ο Chris Hansen δεν χρειαζόταν να φωνάζει. Έμπαινε στο δωμάτιο σχεδόν ευγενικά, κοίταζε τον άνθρωπο απέναντί του και του ζητούσε να καθίσει. «Why don’t you have a seat?» Η φράση έγινε σήμα κατατεθέν της εποχής, αλλά η δύναμή της δεν βρισκόταν στις λέξεις. Βρισκόταν σε αυτό που ακολουθούσε. Ο άνθρωπος που καθόταν απέναντι από τον Hansen δεν το γνώριζε ακόμη, αλλά το κοινό ήξερε: είχε μόλις φτάσει στη χειρότερη στιγμή της ζωής του.
Αυτός είναι ο πραγματικός κόσμος πίσω από το Primetime του Lance Oppenheim, με τον Robert Pattinson στον ρόλο του Hansen. Η ταινία έχει περισσότερο ενδιαφέρον ως ιστορία των media παρά ως βιογραφία ενός διάσημου παρουσιαστή. Το θέμα ξεπερνά κατά πολύ την άνοδο ενός δημοσιογράφου που έχτισε τη φήμη του κυνηγώντας ενήλικους που αναζητούσαν σεξουαλική επαφή με ανηλίκους. Είναι η στιγμή που η ερευνητική δημοσιογραφία, η αστυνομική επιχείρηση και η reality τηλεόραση άρχισαν να μοιάζουν επικίνδυνα μεταξύ τους.

Το To Catch a Predator ξεκίνησε στο Dateline NBC το 2004. Η φόρμουλα ήταν απλή. Ενήλικοι συνεργάτες της οργάνωσης Perverted Justice εμφανίζονταν online ως ανήλικοι. Άνδρες που πίστευαν ότι συνομιλούσαν με παιδιά κανόνιζαν συναντήσεις. Όταν έφταναν σε ένα σπίτι γεμάτο κρυφές κάμερες, ένας νεαρός συνεργάτης που υποδυόταν τον ανήλικο τούς υποδεχόταν για λίγο και έπειτα απομακρυνόταν. Τότε εμφανιζόταν ο Hansen. Τότε ο Hansen έβγαζε τις εκτυπωμένες διαδικτυακές συνομιλίες και άρχιζε να διαβάζει αποσπάσματα. Ακολουθούσαν αμήχανες εξηγήσεις, αρνήσεις και συχνά πανικός. Όταν η συνάντηση τελείωνε και ο άνδρας έβγαινε από το σπίτι, τον περίμενε συνήθως μια δεύτερη αποκάλυψη: οι αστυνομικοί βρίσκονταν ήδη έξω.
Η δομή ήταν σχεδόν τέλεια. Είσοδος, ανατροπή, ανάκριση, αποκάλυψη, τιμωρία. Η δικαιοσύνη είχε αποκτήσει τηλεοπτική δραματουργία. Οι άνδρες που εμφανίζονταν σε εκείνα τα σπίτια πίστευαν ότι πήγαιναν να συναντήσουν ανήλικους για σεξ. Το πρόβλημα που αποκάλυπτε η εκπομπή ήταν πραγματικό και αποκρουστικό. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν αναρωτηθούμε γιατί εκατομμύρια άνθρωποι ήθελαν τόσο πολύ να παρακολουθήσουν. Το To Catch a Predator είχε βρει ένα σπάνιο τηλεοπτικό προϊόν: τη σκληρότητα χωρίς ενοχή. Μπορούσες να βλέπεις έναν άνθρωπο να χάνει μέσα σε λίγα λεπτά το κοινωνικό του πρόσωπο, την εργασία του, πιθανώς την οικογένειά του και την ελευθερία του και να μη νιώθεις άβολα για τη δική σου περιέργεια. Είχε ήδη χαρακτηριστεί τέρας. Και απέναντι στα τέρατα η ενσυναίσθηση μοιάζει σχεδόν με ηθική αδυναμία. Γι’ αυτό η κάμερα μπορούσε να παραμένει πάνω στο πρόσωπό τους λίγο περισσότερο. Να περιμένει εκείνο το δευτερόλεπτο που η αυτοπεποίθηση έδινε τη θέση της στον πανικό. Αυτό ήταν το πραγματικό payoff του format. Όχι η σύλληψη. Η στιγμή που κάποιος καταλάβαινε ότι είχε τελειώσει.
Τα 2000s ήταν η ιδανική εποχή για κάτι τέτοιο. Η αμερικανική τηλεόραση είχε ήδη ανακαλύψει ότι η ντροπή μπορεί να είναι περιεχόμενο. Το Cheaters κυνηγούσε άπιστους συντρόφους με κάμερες, το American Idol μετέτρεπε κακές auditions σε παγκόσμιο θέαμα, τα tabloids παρακολουθούσαν κάθε κατάρρευση της Britney Spears, ενώ το The Apprentice έχτισε τη δραματουργία του γύρω από τη δημόσια απόλυση. Ήταν η εποχή που η δημόσια διαπόμπευση είχε γίνει τηλεοπτικό είδος. Το To Catch a Predator πρόσθεσε όμως κάτι πιο ισχυρό: ηθική νομιμοποίηση. Δεν γελούσαμε απλώς με κάποιον. Τον τιμωρούσαμε.
Σε αυτό το σημείο φαινόταν και το πραγματικό ταλέντο του Hansen. Δεν συμπεριφερόταν σαν τιμωρός. Συμπεριφερόταν σαν άνθρωπος που ήθελε να καταλάβει. «Help me understand». Ήταν ίσως η πιο έξυπνη φράση της εκπομπής, γιατί δημιουργούσε την εντύπωση δημοσιογραφικής έρευνας τη στιγμή που η ετυμηγορία είχε ήδη εκδοθεί. Το κοινό δεν περίμενε πραγματικά να καταλάβει αυτούς τους ανθρώπους. Περίμενε να τους δει να καταρρέουν. Ύστερα ήρθε ο Bill Conradt.

Τον Νοέμβριο του 2006, το Dateline, η Perverted Justice και οι τοπικές αρχές πραγματοποιούσαν επιχείρηση στο Μέρφι του Τέξας. Ο Conradt, βοηθός εισαγγελέα, φερόταν να είχε ανταλλάξει σεξουαλικού περιεχομένου μηνύματα με άτομο που πίστευε ότι ήταν 13χρονο αγόρι. Αλλά δεν πήγε ποτέ στο σπίτι με τις κρυφές κάμερες. Την επόμενη ημέρα αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι του. Μαζί τους βρισκόταν και συνεργείο του Dateline. Όταν η αστυνομία μπήκε μέσα, ο Conradt αυτοπυροβολήθηκε και πέθανε αργότερα στο νοσοκομείο. Εκεί η ιστορία αντιστράφηκε. Ξαφνικά η κάμερα δεν εξέταζε μόνο τη συμπεριφορά των υπόπτων. Έπρεπε να εξεταστεί και η συμπεριφορά της ίδιας της κάμερας.
Η οικογένεια του Conradt μήνυσε το NBC και η υπόθεση έφερε στην επιφάνεια όσα μέχρι τότε το format κρατούσε εκτός κάδρου: πόσο κοντά μπορούσε να βρεθεί μια τηλεοπτική παραγωγή σε μια αστυνομική επιχείρηση και πότε η ανάγκη για δραματικό υλικό άρχιζε να αγγίζει αποφάσεις που θα έπρεπε να ανήκουν αποκλειστικά στις αρχές. Αργότερα πολλές από τις υποθέσεις της επιχείρησης δεν προχώρησαν δικαστικά, λόγω προβλημάτων με τα αποδεικτικά στοιχεία. Η τηλεόραση είχε καταφέρει να παράγει ισχυρότερη βεβαιότητα από τη δικαιοσύνη. Και αυτό είναι το πραγματικό θέμα του Primetime. Όχι αν πρέπει να προστατεύονται τα παιδιά από ανθρώπους που θέλουν να τα κακοποιήσουν. Η απάντηση εκεί είναι αυτονόητη. Το δύσκολο ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η τιμωρία πρέπει ταυτόχρονα να έχει καλό φωτισμό. Όταν ο δημοσιογράφος δεν καταγράφει απλώς ένα γεγονός αλλά βοηθά να δημιουργηθούν οι συνθήκες μέσα στις οποίες αυτό θα συμβεί.

Το To Catch a Predator τελείωσε στην τηλεόραση αλλά η βασική του ιδέα δεν πέθανε. Μετακόμισε στο Διαδίκτυο. YouTubers οργανώνουν σήμερα δικά τους predator stings. Viral videos ανεβαίνουν πριν υπάρξει δικαστήριο, μερικές φορές πριν υπάρξει καν αστυνομία. Και η βαθύτερη λογική του show έχει εξαπλωθεί παντού: κάθε διαδικτυακή επίθεση κατά πλήθους, κάθε δημόσια διαπόμπευση, κάθε περίπτωση όπου ένας άνθρωπος μετατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες στον απόλυτο ένοχο του Διαδικτύου.
Δεν χρειάζεται πια ο Chris Hansen. Έχουμε την κάμερα. Έχουμε το κοινό. Έχουμε την ετυμηγορία. Και έχουμε την αίσθηση ότι η δική μας περιέργεια είναι ηθικά δικαιολογημένη επειδή κάποιος άλλος έκανε κάτι χειρότερο. Είκοσι χρόνια αργότερα, το Primetime δεν μοιάζει πραγματικά με ταινία για μια παλιά τηλεοπτική εκπομπή. Μοιάζει με ταινία για εμάς. Ο Hansen έμπαινε στο δωμάτιο και έλεγε: «Help me understand».
Το To Catch a Predator δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ πραγματικά να κατανοήσει τους ανθρώπους που εξέθετε. Το πιο άβολο ερώτημα έμεινε τελικά για το κοινό του: τι ακριβώς απολαμβάναμε όταν τους βλέπαμε να καταρρέουν μπροστά στην κάμερα;
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







