Skip to main content

Η πιο παράξενη εικόνα πίσω από το Quiet Life δεν είναι κινηματογραφική. Παιδιά που είχαν φτάσει στη Σουηδία με οικογένειες αιτούντων άσυλο άρχιζαν να αποσύρονται από την καθημερινότητα. Σταματούσαν να πηγαίνουν στο σχολείο, να μιλούν, να τρώνε μόνα τους. Ορισμένα παρέμεναν ακίνητα και χωρίς ανταπόκριση για μήνες. Οι γονείς τα φρόντιζαν, οι γιατροί προσπαθούσαν να εξηγήσουν τα συμπτώματα και η χώρα συζητούσε αν η αγωνία της απέλασης μπορούσε να αρρωστήσει ένα παιδί. Από αυτό το πραγματικό φαινόμενο, του οποίου η ερμηνεία αμφισβητείται, ξεκίνησε η ιδέα του Αλέξανδρου Αβρανά. Ο Έλληνας σκηνοθέτης διάβασε ένα δημοσίευμα στο περιοδικό New Yorker για το λεγόμενο Σύνδρομο Παραίτησης και άρχισε να ερευνά την υπόθεση. Η ταινία του δεν αποτελεί αναπαράσταση ενός συγκεκριμένου περιστατικού. Χρησιμοποιεί τη συνθήκη για να αφηγηθεί μια ιστορία σχετικά με τον φόβο, την προσαρμογή και την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία. Το Quiet Life θα προβληθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στις 22 Οκτωβρίου.

Στη Σουηδία του 2018 ο Σεργκέι και η Ναταλία ζουν με τις κόρες τους, την Αλίνα και την Κάτια. Έχουν εγκαταλείψει την πατρίδα τους μετά από μια βίαιη επίθεση εναντίον του πατέρα και προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Εργάζονται, μαθαίνουν σουηδικά, στέλνουν τα κορίτσια στο σχολείο και υποβάλλονται στους ελέγχους των αρχών. Ονειρεύονται ότι κάποια μέρα θα γίνουν πολίτες της χώρας. Όταν η αίτησή τους για άσυλο απορρίπτεται, η μικρότερη κόρη καταρρέει και μπαίνει σε μια κατάσταση που οι δημιουργοί περιγράφουν ως μυστηριώδες κώμα. Τι ακριβώς συνέβη όμως στα παιδιά της Σουηδίας; Το φαινόμενο έγινε γνωστό διεθνώς με τον σουηδικό όρο uppgivenhetssyndrom. Αφορούσε κυρίως παιδιά και εφήβους από ορισμένες οικογένειες που ζητούσαν άσυλο, που παρουσίαζαν βαριά συμπτώματα ακινησίας και έλλειψης ανταπόκρισης. Κάποια χρειάζονταν σίτιση με σωλήνα. Οι πρώτες εξηγήσεις εστίασαν στις τραυματικές εμπειρίες και στην αβεβαιότητα για το μέλλον. Σύντομα όμως το ερώτημα έγινε δυσκολότερο. Γιατί τόσα περιστατικά καταγράφηκαν ειδικά στη Σουηδία;

Μια από τις ιστορίες που έκαναν γνωστό το σύνδρομο καταγράφηκε από τη δημοσιογράφο Ρέιτσελ Αβίβ στο New Yorker το 2017. Ο Γκεόργκι είχε φτάσει στη χώρα σε μικρή ηλικία και στα δεκατρία του μιλούσε σουηδικά καλύτερα από τους γονείς του. Το καλοκαίρι του 2015 μετέφρασε ο ίδιος την απόρριψη της αίτησης ασύλου τους. Αργότερα όταν απορρίφθηκε και η τελευταία προσφυγή, αποσύρθηκε στο δωμάτιό του και σταδιακά έχασε την επαφή με την καθημερινότητα. Χρειάστηκε νοσοκομειακή φροντίδα. Οι συμμαθητές του συνέχισαν να του στέλνουν γράμματα.

Ο Γκεόργκι δεν είναι η Κάτια. Το κοινό στοιχείο είναι η εμπειρία της ανασφάλειας και όχι μια αποδεδειγμένη ταύτιση των δύο χαρακτήρων. Αυτή η διάκριση έχει σημασία, γιατί ο κινηματογράφος μπορεί να συνθέτει μια δραματική αφήγηση εκεί όπου η ιατρική οφείλει να αντιστέκεται στην ευκολία της μιας εξήγησης. Το γεγονός ότι ορισμένα παιδιά παρουσίαζαν βελτίωση μετά την εξασφάλιση άδειας παραμονής δεν αποδεικνύει από μόνο του ποιος μηχανισμός προκαλούσε ή συντηρούσε τα συμπτώματα.

Η επιστημονική συζήτηση έχει μετακινηθεί αισθητά. Ο παιδονευρολόγος Καρλ Σάλιν σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2025 και στη διδακτορική του εργασία το 2026, υποστήριξε ότι το σύνδρομο συνδέθηκε στενά με συγκεκριμένες κοινωνικές προσδοκίες, πρακτικές φροντίδας και μεταναστευτικές διαδικασίες. Η ερμηνεία αυτή δεν περιορίζεται στο ατομικό τραύμα. Περιλαμβάνει και τον τρόπο με τον οποίο θεσμοί, οικογένειες και γιατροί αντιλαμβάνονταν και αντιμετώπιζαν την κατάσταση. Έχουν καταγραφεί και περιστατικά καταναγκασμού ή προσποίησης χωρίς να δικαιολογούνται γενικεύσεις.

Ο Αβρανάς προσεγγίζει το ζήτημα από διαφορετική πλευρά. Τον ενδιαφέρει η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας και στην αγωνία των ανθρώπων που ζητούν προστασία. Το περιβάλλον του Quiet Life δεν είναι ένας εμπόλεμος τόπος αλλά μια χώρα οργανωμένων υπηρεσιών, σχολείων και νοσοκομείων. Ο σκηνοθέτης έχει μιλήσει για στατικές λήψεις, αποστασιοποιημένη κάμερα και μεγάλες σιωπές, αισθητικές επιλογές με τις οποίες θέλει να αποτυπώσει την αίσθηση ότι η οικογένεια χάνει τον έλεγχο της ζωής της.

Η θεματική συγγένεια με το Miss Violence, την ταινία που του χάρισε τον Αργυρό Λέοντα Σκηνοθεσίας το 2013, είναι φανερή. Και στις δύο ταινίες ο Αβρανάς εξετάζει τη βία που κρύβεται πίσω από την εικόνα μιας φαινομενικά φυσιολογικής ζωής. Ωστόσο μια ταινία δεν αρκεί να έχει ένα σημαντικό πολιτικό μήνυμα για να είναι και καλή. Κρίνεται από το αν οι χαρακτήρες αποκτούν αληθινή ζωή στην οθόνη πέρα από την ιδέα την οποία καλούνται να εκφράσουν.

Με την Τσουλπάν Χαμάτοβα και τον Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η ταινία παρουσιάστηκε το 2024 στο τμήμα Orizzonti του Φεστιβάλ Βενετίας και τιμήθηκε με το παράλληλο βραβείο Interfilm. Η ελληνική προβολή της ανοίγει μια συζήτηση που δεν χωρά σε μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε «σκληρούς νόμους» και «ανθρώπινη ευαισθησία». Χρειάζεται εξίσου προσοχή απέναντι στις ανθρώπινες συνέπειες των αποφάσεων και σεβασμό σε όσα η επιστήμη δεν έχει εξηγήσει οριστικά.

Η έρευνα της Αβίβ καταγράφει μια συγκλονιστική λεπτομέρεια. Ο Γκεόργκι μιλούσε τόσο καλά σουηδικά, ώστε ανέλαβε να μεταφράσει στους γονείς του την απόφαση που τους υποχρέωνε να φύγουν από τη χώρα. Από τον τόπο όπου είχε μεγαλώσει, κινδύνευε τώρα να χάσει όλα όσα θεωρούσε δικά του.

Η ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά Quiet Life θα προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από τις 22 Οκτωβρίου.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;