Skip to main content

Το rock έμαθε να μετράει τον χρόνο διαφορετικά όταν εμφανιζόταν μια ηλεκτρική κιθάρα. Τρία λεπτά κιθαριστικού σόλο μπορούσαν να θεωρηθούν αποκάλυψη. Τρία λεπτά σαξοφώνου αντίθετα, ήταν σχεδόν εισβολή από άλλο μουσικό σύμπαν. Κι όμως μερικές από τις σπουδαιότερες ηχογραφήσεις της rock και της pop συνέβησαν ακριβώς όταν κάποιος αποφάσισε να μην πει στον σαξοφωνίστα «φτάνει». Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια. Δεν υπάρχει κάποιο επίσημο αρχείο που να επιτρέπει να κατατάξουμε με επιστημονική ακρίβεια τα δέκα μεγαλύτερα sax solos στην ιστορία της rock. Υπάρχουν διαφορετικές εκδόσεις, edits, reprises, passages όπου το όργανο περνά από solo σε συνοδευτικό ρόλο χωρίς σαφές σύνορο. Το χρονόμετρο από μόνο του τελικά λέει πολύ λιγότερα από τη μουσική. Αυτό που ενώνει τα παρακάτω δέκα τραγούδια είναι κάτι πιο ουσιαστικό: δίνουν στο σαξόφωνο περισσότερο χώρο απ’ όσο συνήθως του παραχωρεί ένα rock ή pop τραγούδι και όταν πια σταματήσει, δύσκολα μπορείς να φανταστείς τη σύνθεση χωρίς αυτό. Γιατί το σαξόφωνο έχει ένα πλεονέκτημα που δύσκολα αντιγράφεται. Κουβαλάει πάνω του το σώμα του ανθρώπου που το παίζει. Ανάσα, πίεση, σάλιο, παύση, εξάντληση. Η κιθάρα μπορεί να χαθεί μέσα σε πετάλια, παραμόρφωση και έναν τοίχο ενισχυτών. Στο σαξόφωνο, κάπου πίσω από κάθε νότα παραμένουν δύο πνευμόνια.

Γι’ αυτό πρέπει να αρχίσουμε από το Jungleland. Ο Μπρους Σπρίνγκστιν είχε ήδη στριμώξει μέσα στο τελευταίο κομμάτι του Born to Run μια ολόκληρη μικρή αμερικανική τραγωδία. Νύχτα, δρόμοι, συμμορίες, έρωτας, αυτοκίνητα, φυγή, η γνωστή νεανική πεποίθηση ότι υπάρχει πάντοτε μια πόλη λίγο παρακάτω όπου θα μπορέσεις να αρχίσεις ξανά. Και τότε σταματά σχεδόν να μιλά. Ο Κλάρενς Κλέμονς αναλαμβάνει την ιστορία.

Το μεγάλο sax passage στο Jungleland έχει αποκτήσει σχεδόν μυθική θέση στην ιστορία της E Street Band, αλλά το πιο παράξενο στοιχείο του είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε. Ο Κλέμονς θυμόταν ότι πέρασε περίπου 16 ώρες μαζί με τον Σπρίνγκστιν μπροστά στο μικρόφωνο δουλεύοντας το μέρος «νότα προς νότα». Αυτό έχει σημασία επειδή το τελικό αποτέλεσμα ακούγεται ακριβώς αντίθετο. Ακούγεται σαν ένας άνθρωπος που άνοιξε το στόμα του και βρήκε αυτομάτως τι ήθελε να πει. Η πραγματικότητα ήταν πιο ενδιαφέρουσα. Χρειάστηκαν ώρες για να κατασκευαστεί η αίσθηση ότι τίποτε δεν είχε κατασκευαστεί.

Στο Shine On You Crazy Diamond, ο Ντικ Πάρι χρειάζεται διαφορετική υπομονή. Το πρώτο μισό του έργου των Pink Floyd έχει ήδη περάσει τα έντεκα λεπτά όταν φτάνει το Part V. Από το 11:08 μέχρι περίπου το 13:33, η σύνθεση αλλάζει σταδιακά χαρακτήρα. Το βαρύτονο σαξόφωνο του Πάρι εμφανίζεται πάνω από τις κιθάρες και στη συνέχεια δίνει τη θέση του στο τενόρο, μαζί με την αλλαγή της ρυθμικής αίσθησης. Δεν πρόκειται για ένα solo που περιμένει στο τέλος του τραγουδιού για να εντυπωσιάσει. Είναι μετάβαση. Η μουσική που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιτούσε προς τα μέσα αρχίζει ξαφνικά να κινείται.

Ο Πάρι πέθανε τον Μάιο του 2026. Ο Ντέιβιντ Γκίλμορ, φίλος του από τα εφηβικά τους χρόνια, έγραψε μετά τον θάνατό του ότι ο τόνος και το συναίσθημά του είχαν γίνει αναπόσπαστο μέρος όχι μόνο του Shine On You Crazy Diamond, αλλά και των Us and Them και Money. Είναι μια ωραία υπενθύμιση ότι εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίζουν έναν ήχο, χωρίς να ξέρουν ποτέ το όνομα του ανθρώπου που τον δημιούργησε.

Με το Can’t You Hear Me Knocking των Rolling Stones συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο από το Jungleland. Εκεί δεν χρειάστηκαν δεκαέξι ώρες σχεδιασμού. Χρειάστηκε να ξεχάσει κάποιος να σταματήσει. Το κυρίως τραγούδι είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί όταν ο Μικ Τέιλορ συνέχισε να παίζει. Η ηχογράφηση, όμως, συνέχιζε να τρέχει. Οι υπόλοιποι κατάλαβαν ότι κάτι γεννιόταν εκείνη τη στιγμή, ξαναπήραν τα όργανά τους και το τραγούδι άρχισε μπροστά στα μικρόφωνα να μεταμορφώνεται σε ένα χαλαρό jam με λάτιν ρυθμό.

Ο Μπόμπι Κις μπαίνει με το tenor sax μέσα σε αυτόν τον καινούργιο χώρο και μένει εκεί. Το κομμάτι περνά στην instrumental περιοχή περίπου στο 2:43, ο Κις αφήνει το tenor sax να απλωθεί πάνω στο groove και λίγο αργότερα, ο Τέιλορ παίρνει τη σκυτάλη με την κιθάρα, οδηγώντας το κομμάτι ως το τέλος. Ακούγοντάς το πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, παραμένει εμφανές ότι κανείς δεν γνώριζε ακριβώς πού θα καταλήξει. Και αυτή είναι η ομορφιά του.

Οι Traffic είχαν αντιθέτως χτίσει ολόκληρη μουσική γλώσσα γύρω από αυτή την ελευθερία. Το The Low Spark of High Heeled Boys είναι η επιλογή που έλειπε περισσότερο από την αρχική συζήτηση για τα μεγάλα rock sax solos.Η studio ηχογράφηση φτάνει σχεδόν τα δώδεκα λεπτά. Από ένα σημείο και μετά δεν ακούς πια ένα συμβατικό τραγούδι που διακόπτεται για ένα instrumental break· ακούς ένα κομμάτι που έχει αποφασίσει να αφήσει τη μουσική να περιπλανηθεί.

Στη μέση του τραγουδιού, ο Στιβ Γουίνγουντ στα keyboards και ο Κρις Γουντ στο σαξόφωνο παίρνουν ουσιαστικά το τραγούδι πάνω τους. Εκεί ακούγεται καθαρά η χημεία ανάμεσα στον Γουίνγουντ, τον Γουντ και τον Τζιμ Καπάλντι, καθώς το κομμάτι αφήνεται όλο και περισσότερο στον αυτοσχεδιασμό. Εδώ καταλαβαίνουμε και κάτι για την εποχή. Στις αρχές των ’70s ένας rock δίσκος μπορούσε ακόμη να ζητήσει από τον ακροατή δώδεκα λεπτά χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί. Ο Κρις Γουντ δεν μπαίνει για να προσφέρει «τη στιγμή του σαξοφώνου». Βρίσκεται ήδη μέσα στη μουσική.

Το Will You? της Χέιζελ Ο’Κόνορ κάνει κάτι ακόμη πιο ακραίο. Το τραγούδι ξεκινά από εκείνη τη στιγμή που δύο άνθρωποι δεν ξέρουν ακόμη τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ τους και καταλήγει σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις στα χέρια του Γουέσλι Μαγκούγκαν. Το alto sax μπαίνει εκεί όπου οι λέξεις αρχίζουν να υποχωρούν και συνεχίζει την ιστορία χωρίς αυτές. Η κανονική single version φτάνει τα 4:49 και το μακρύ σαξοφωνικό μέρος αποτελεί ένα από τα στοιχεία για τα οποία το τραγούδι έμεινε γνωστό.

Η συμβολή του Μαγκούγκαν αποδείχθηκε τόσο καθοριστική ώστε χρόνια αργότερα βρέθηκε στο κέντρο νομικής διαμάχης για τη δημιουργική του συμμετοχή στο τραγούδι. Κι αυτό λέει πολλά: όταν αφαιρείς ένα solo και μαζί του χάνεται ένα μεγάλο μέρος από την ταυτότητα του κομματιού, τότε ίσως δεν μιλάμε πια απλώς για ένα solo.

Το Year of the Cat του Αλ Στιούαρτ θα μπορούσε κάλλιστα να έχει μείνει χωρίς σαξόφωνο. Ο ίδιος ο Στιούαρτ δεν το ήθελε ιδιαίτερα· θεωρούσε ότι δεν ταίριαζε στον folk rock χαρακτήρα του τραγουδιού. Ο Άλαν Πάρσονς όμως ως παραγωγός άκουγε κάτι διαφορετικό και επέμενε ότι εκεί χρειαζόταν ένα ακόμη χρώμα. Ο Στιούαρτ έφτασε μάλιστα να προτείνει γκάιντες αντί για sax. Ευτυχώς, σε αυτή τη μικρή μάχη του στούντιο δεν κέρδισε.

Ο Φιλ Κένζι μπήκε στο στούντιο και το alto sax του ήρθε τελευταίο, κλείνοντας μια μεγάλη instrumental session που είχε ήδη περάσει από πιάνο, κιθάρες, έγχορδα και synthesizer. Αργότερα ο Στιούαρτ θυμόταν ότι, όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος, όλοι μιλούσαν για εκείνο το σαξόφωνο. Παραδεχόταν μάλιστα ότι χωρίς αυτό το τραγούδι πιθανόν να μην είχε γίνει η ίδια επιτυχία. Μερικές φορές ο δημιουργός είναι ο τελευταίος άνθρωπος που καταλαβαίνει τι χρειάζεται το τραγούδι του.

Στο Your Latest Trick των Dire Straits, ο Μάικλ Μπρέκερ δεν χρειάζεται να περιμένει μέχρι το τελευταίο τρίτο του τραγουδιού για να εμφανιστεί. Είναι εκεί σχεδόν από την πρώτη νότα. Η πλήρης album εκδοχή στο Brothers in Arms διαρκεί περίπου 6:33 και ο Μπρέκερ είναι ο σαξοφωνίστας της ηχογράφησης. Η εισαγωγή του αρκεί για να βάλει το τραγούδι κατευθείαν στη νύχτα, πριν ακόμη ο Μαρκ Νόπφλερ αρχίσει να αφηγείται την ιστορία.

Αυτό είναι αξιοσημείωτο επειδή μιλάμε για Dire Straits. Για συγκρότημα χτισμένο γύρω από έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους κιθαριστικούς ήχους της εποχής. Ο Νόπφλερ, όμως, δεν προσπαθεί να επισκιάσει τον Μπρέκερ. Ξέρει πότε να κάνει πίσω και να αφήσει το σαξόφωνο να οδηγήσει το τραγούδι.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στο Scenes from an Italian Restaurant του Μπίλι Τζόελ, μόνο που εδώ το σαξόφωνο δεν μένει στο φόντο. Γίνεται το πέρασμα που μας μεταφέρει από τη μία ιστορία στην επόμενη. Η επτάμισι λεπτών σύνθεση είναι στην πραγματικότητα μια σειρά από μικρές μουσικές ιστορίες ενωμένες μεταξύ τους. Μετά την πρώτη σκηνή στο εστιατόριο, το tenor sax του Ρίτσι Κανάτα ανοίγει τον δρόμο για την επόμενη ενότητα. Αργότερα επιστρέφει με soprano sax, αυτή τη φορά μέσα στο Dixieland πέρασμα του τραγουδιού.

Αυτό είναι ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρον από ένα συμβατικό μεγάλο solo. Ο Κανάτα δεν σταματά την αφήγηση για να παίξει. Την μετακινεί. Σου δείχνει ότι έχουν περάσει σε άλλη εποχή, σε άλλη ανάμνηση, σχεδόν σε άλλο δωμάτιο, χωρίς να χρειαστεί ο Τζόελ να σου το εξηγήσει.

Και ύστερα φτάνουμε στο παράδοξο Aja των Steely Dan. Ο Γουέιν Σόρτερ δεν παίζει ούτε κατά διάνοια το μεγαλύτερο sax solo. Αποδεικνύει όμως πόσο σχετική είναι τελικά η έννοια της διάρκειας. Ο Σόρτερ μπήκε στο Village Recorder, έκανε έξι περάσματα και περίπου 35 λεπτά αργότερα είχε τελειώσει. Η τελική εκδοχή γεννήθηκε από εκείνα τα περάσματα. Κρατά περίπου ένα λεπτό, αλλά ακούγεται μεγαλύτερη, γιατί ο Σόρτερ δεν γεμίζει κάθε κενό. Παίζει όσο χρειάζεται και αφήνει τις παύσεις να κάνουν την υπόλοιπη δουλειά.

Αυτό είναι και το παράδοξο του Aja. Σε έναν δίσκο όπου ο Ντόναλντ Φέιγκεν και ο Γουόλτερ Μπέκερ είχαν στη διάθεσή τους μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς της εποχής, η πραγματική πολυτέλεια δεν ήταν πόσο πολύ μπορούσαν να παίξουν. Ήταν ότι ήξεραν πόσο λίγο αρκούσε για να αλλάξει ένα τραγούδι.

Στο Urgent των Foreigner, η ιστορία αλλάζει εντελώς. Ο Τζούνιορ Γουόκερ δεν μπαίνει για να στολίσει το τραγούδι· μπαίνει και το αναστατώνει. Ο Μικ Τζόουνς είχε ακούσει ότι ο θρύλος της Motown έπαιζε στη Νέα Υόρκη, πήγε να τον δει και του πρότεινε να εμφανιστεί στο τραγούδι. Ο Γουόκερ δεν γνώριζε καν τους Foreigner· ο γιος του όμως τους γνώριζε και τον έπεισε. Ο Τζόουνς έχει θυμηθεί ότι ήταν η πρώτη φορά που ο Γουόκερ έπαιζε με overdub σε άλμπουμ κάποιου άλλου.

Και τότε συνέβη το ωραιότερο. Ο παραγωγός Μάτ Λανγκ, παρότι ήταν γνωστός για την εμμονή του με την ακρίβεια, δεν πείραξε σχεδόν τίποτα. Ο Τζούνιορ Γουόκερ μπήκε, έπαιξε και εκείνη η πρώτη έκρηξη ήταν ήδη αρκετή. Αυτό το solo δεν είναι το μακρύτερο από όσα βρίσκονται εδώ. Είναι όμως ίσως η καλύτερη εξήγηση για το γιατί η διάρκεια από μόνη της δεν φτάνει.

Ο Κλέμονς στο Jungleland συνεχίζει εκεί όπου οι λέξεις του Σπρίνγκστιν δεν αρκούν. Ο Ντικ Πάρι αλλάζει τον αέρα των Pink Floyd, ο Μπόμπι Κις μετατρέπει ένα απρογραμμάτιστο jam των Stones σε κάτι που έμεινε, ο Κρις Γουντ αφήνεται στην ελευθερία των Traffic. Ο Μαγκούγκαν σχεδόν ξανατραγουδά χωρίς λέξεις το Will You?, ο Κένζι δίνει στο Year of the Cat τον ήχο που ο ίδιος ο Αλ Στιούαρτ αρχικά δεν ήθελε, ο Μπρέκερ βάζει τους Dire Straits κατευθείαν στη νύχτα. Ο Κανάτα μετακινεί την ιστορία του Μπίλι Τζόελ από τη μία σκηνή στην άλλη, ο Σόρτερ αποδεικνύει ότι ένα λεπτό μπορεί να αρκεί και ο Τζούνιορ Γουόκερ χρειάζεται ελάχιστο χρόνο για να φέρει τη Motown μέσα στο hard rock.

Δέκα διαφορετικοί τρόποι να συμβεί το ίδιο πράγμα: το σαξόφωνο να πάψει για λίγο να είναι συνοδευτικό όργανο και να γίνει η φωνή που θυμάσαι όταν το τραγούδι έχει τελειώσει. Το rock έκανε την κιθάρα πρωταγωνίστρια και το σαξόφωνο επισκέπτη.

Το σαξόφωνο δεν χρειάστηκε ποτέ να κυριαρχήσει στο rock για να αφήσει το αποτύπωμά του. Του αρκούσαν λίγα λεπτά. Όταν όμως έβρισκε τον σωστό χώρο, άλλαζε την ισορροπία ολόκληρου του τραγουδιού. Και μετά, όσο κι αν προσπαθούσες να το ακούσεις αλλιώς, ήταν αργά. Το σαξόφωνο είχε ήδη γίνει αυτό που θυμόσουν από το τραγούδι.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;