Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα κοιτάζουμε έναν γυμνό άνδρα καθισμένο πάνω σε έναν βράχο και είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι ξέρουμε τι κάνει. Σκέφτεται. Το κεφάλι γέρνει προς τα εμπρός, το πιγούνι ακουμπά στο χέρι, το βλέμμα πέφτει χαμηλά. Η στάση έχει γίνει τόσο αναγνωρίσιμη ώστε δεν χρειάζεται πια ούτε το όνομα του γλυπτού. Αρκεί να δεις κάποιον να κάθεται έτσι και ξέρεις τι υποτίθεται ότι συμβαίνει: σκέψη, περισυλλογή, μια στιγμή απομόνωσης από τον θόρυβο του κόσμου. Το παράξενο είναι ότι όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε τον «Στοχαστή», τόσο λιγότερο θυμόμαστε τι βρισκόταν αρχικά μπροστά του. Ο Ογκίστ Ροντέν δεν είχε δημιουργήσει αυτόν τον άνδρα μέσα στο κενό. Τον είχε τοποθετήσει πάνω από την Κόλαση. Από τη στιγμή που το γνωρίζεις, αλλάζει ο τρόπος που βλέπεις το σώμα. Τα δάχτυλα των ποδιών είναι σφιγμένα, η πλάτη καμπυλώνει χωρίς να χαλαρώνει, το χέρι που κρατά το κεφάλι δεν έχει την άνεση ανθρώπου που χάθηκε στις σκέψεις του ένα ήσυχο απόγευμα. Ολόκληρο το σώμα βρίσκεται σε ένταση. Ο Ροντέν έλεγε ότι η μορφή του δεν σκεφτόταν μόνο με το μυαλό αλλά με κάθε μυ της. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις τι εννοούσε. Οι δύσκολες σκέψεις σπάνια μένουν μόνο στο κεφάλι. Κάθονται στον αυχένα, σφίγγουν το στομάχι, αλλάζουν τη στάση του σώματος.

Η ιστορία ξεκινά το 1880, όταν το γαλλικό κράτος ανέθεσε στον Ροντέν να δημιουργήσει μια μνημειακή είσοδο για ένα νέο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών στο Παρίσι. Το μουσείο δεν θα κατασκευαζόταν τελικά όπως είχε σχεδιαστεί, η παραγγελία όμως γέννησε την Πύλη της Κολάσεως, ένα έργο που θα έμενε ανοιχτό στη σκέψη και την πρακτική του Ροντέν για δεκαετίες. Η αφετηρία ήταν η Θεία Κωμωδία και κυρίως η Κόλαση του Δάντη. Πάνω στις τεράστιες θύρες άρχισαν να εμφανίζονται περισσότερες από διακόσιες μορφές και ομάδες μορφών, άνθρωποι που πέφτουν, αγκαλιάζονται, λυγίζουν, επιθυμούν, υποφέρουν. Όσο ο Ροντέν δούλευε την Πύλη, τόσο περισσότερο η Κόλαση έπαυε να είναι απλώς ένας τόπος μεταθανάτιας τιμωρίας και γινόταν κάτι πολύ πιο ανθρώπινο: επιθυμία, φόβος, ενοχή, βία, απώλεια. Πάνω από αυτό το πλήθος καθόταν μια μορφή σκυμμένη προς τα εμπρός. Στα πρώτα χρόνια έγινε γνωστή ως Ο Ποιητής και ταυτίστηκε κυρίως με τον ίδιο τον Δάντη, τον δημιουργό που παρακολουθεί τον κόσμο που έχει γράψει. Η ιστορία δεν είναι απολύτως γραμμική και υπάρχει ακόμη η πιθανότητα σε πρώιμο στάδιο ο Ροντέν να σκεφτόταν τον Μίνωα, τον κριτή των νεκρών στην Κόλαση. Το ουσιώδες όμως βρίσκεται αλλού. Η μορφή δεν είχε δημιουργηθεί ως ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που συλλογίζεται. Είχε μια θέση μέσα σε μια αφήγηση, κάτι κάτω από τα πόδια της και κάτι συγκεκριμένο να κοιτάξει.

Στη στάση της βρίσκεται και η μνήμη της ιστορίας της τέχνης. Ο Ροντέν γνώριζε πολύ καλά τον Μιχαήλ Άγγελο και στον «Στοχαστή» μπορεί κανείς να αναγνωρίσει κάτι από τον καθιστό Λορέντσο των Μεδίκων, τον Pensieroso. Μόνο που εδώ η περισυλλογή χάνει την αριστοκρατική της αξιοπρέπεια. Δεν έχουμε μπροστά μας έναν λόγιο ή έναν φιλόσοφο που αποσύρθηκε για να σκεφτεί. Έχουμε ένα γυμνό, βαρύ σώμα, έναν άνθρωπο που φαίνεται να καταβάλλει προσπάθεια ακόμη και για να μείνει ακίνητος. Το 1888 η μορφή παρουσιάστηκε ως ανεξάρτητο έργο και αργότερα ο Ροντέν την επανέφερε σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Σε αυτή τη διαδρομή συνέβη η αποφασιστική μεταμόρφωση. Οι καταδικασμένοι έπαψαν να βρίσκονται κάτω από τα πόδια της, ο Δάντης δεν ήταν πλέον απαραίτητος για να διαβάσεις τη μορφή και ο θεατής είχε μπροστά του μόνο έναν άνθρωπο που κοιτούσε προς τα κάτω χωρίς να γνωρίζει πού.

Ακριβώς εκεί ανοίχτηκε ο χώρος που έκανε τον «Στοχαστή» μεγαλύτερο από τον αρχικό του ρόλο. Όσο βρισκόταν πάνω στην Πύλη της Κολάσεως, το βλέμμα του είχε έναν προορισμό. Όταν έμεινε μόνος, ο προορισμός εξαφανίστηκε. Το γλυπτό δεν έγινε φτωχότερο. Ο άνδρας μπορούσε πλέον να σκέφτεται τον θάνατο, τον Θεό, μια αποτυχία, μια επιλογή που δεν πήρε ποτέ, έναν άνθρωπο που έχασε. Μπορούσε να κοιτάζει κάτι που δεν γνωρίζουμε και ο θεατής αναγκαζόταν να συμπληρώσει μόνος του το κενό. Με έναν περίεργο τρόπο, αυτή η ιστορία μοιάζει πολύ σύγχρονη. Κάνουμε καθημερινά κάτι ανάλογο με τις εικόνες. Τις αποσπούμε από εκεί όπου γεννήθηκαν, τις μεταφέρουμε από οθόνη σε οθόνη, τους δίνουμε άλλες λεζάντες, άλλες χρήσεις, μερικές φορές άλλο νόημα. Ο Ροντέν έκανε κάτι παρόμοιο με τις δικές του μορφές πολύ πριν υπάρξει αυτή η κουλτούρα της αδιάκοπης αναπαραγωγής. Η Πύλη της Κολάσεως λειτουργούσε σαν ένα τεράστιο εργαστήριο. Μορφές αποσπώνταν από το σύνολο, μεγεθύνονταν, επανεμφανίζονταν αλλού και αποκτούσαν νέα ζωή.
Ο «Στοχαστής» όμως πήγε πιο μακριά από όλες. Σήμερα μπορούμε να σταθούμε μπροστά του χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε για την Πύλη της Κολάσεως και πάλι να αισθανθούμε ότι καταλαβαίνουμε κάτι. Ο Δάντης βρίσκεται ακόμη εκεί, θαμμένος κάτω από ενάμιση αιώνα αναπαραγωγών. Η Κόλαση επίσης. Αυτό που απέμεινε στην επιφάνεια είναι ένα σώμα σε ένταση και ένα βλέμμα στραμμένο προς κάτι που βρίσκεται έξω από το γλυπτό. Εκεί βρίσκεται τελικά και το μυστικό της αντοχής του. Ο Ροντέν άφησε έναν άνθρωπο μόνο απέναντι σε κάτι που εμείς δεν μπορούμε πλέον να δούμε. Η Κόλαση του Δάντη εξαφανίστηκε από μπροστά του και στη θέση της έμεινε ένας άδειος χώρος. Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα τον γεμίζουμε με τα δικά μας πράγματα.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







