Skip to main content

Στο Γαλλικό Όπεν γνωστό και ως Roland Garros, κανείς δεν κρύβεται πραγματικά. Ούτε ο Ραφαέλ Ναδάλ. Ούτε ο Νόβακ Τζόκοβιτς ούτε ο Γιανίκ Σίνερ. Ούτε καν ο Ρότζερ Φέντερερ. Το παριζιάνικο Grand Slam δεν ήταν ποτέ απλώς ένα τουρνουά τένις. Είναι το μέρος όπου οι μεγαλύτεροι παίκτες της εποχής αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους κάτω από τη μεγαλύτερη δυνατή πίεση. Το Παρίσι έχει έναν παράξενο τρόπο να σε κάνει να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου πριν καν αρχίσεις. Το καταλαβαίνεις νωρίς το πρωί, όταν η πόλη μοιάζει ακόμη νυσταγμένη και οι καρέκλες των καφέ είναι βρεγμένες από το νερό που πέταξαν οι σερβιτόροι στο πεζοδρόμιο. Το καταλαβαίνεις ακόμη περισσότερο στα αποδυτήρια του Roland Garros, εκεί όπου οι παίκτες δένουν τα κορδόνια τους με την ίδια σχεδόν τελετουργική προσοχή που ένας ηθοποιός ισιώνει το σακάκι του λίγο πριν βγει στη σκηνή. Η πόλη αυτή δεν αγαπά ιδιαίτερα την υπερβολική αυτοπεποίθηση. Προτιμά την ακρίβεια. Την αλήθεια. Και το χώμα του Roland Garros περισσότερο από κάθε άλλο γήπεδο τένις στον κόσμο, μοιάζει να λειτουργεί σαν μηχανισμός αποκάλυψης χαρακτήρων.

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ έγραψε κάποτε ότι όταν δεν ήξερε πώς να συνεχίσει, αρκούσε να γράψει «μία αληθινή πρόταση». Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς καλύτερη περιγραφή για το τι απαιτεί το Roland Garros από έναν αθλητή. Κάθε πόντος πάνω σε αυτό το κόκκινο χώμα μοιάζει με μια μικρή δοκιμασία ειλικρίνειας. Δεν υπάρχει βιασύνη που να μπορεί να κρύψει τις αδυναμίες σου. Δεν υπάρχει γρήγορο court για να σε σώσει. Οι μεγάλες ανταλλαγές χτυπημάτων λειτουργούν σχεδόν σαν ανάκριση. Αν το παιχνίδι σου έχει αδυναμίες, το Παρίσι θα τις βρει.

Γι’ αυτό και τόσοι σπουδαίοι παίκτες λύγισαν εδώ χωρίς ποτέ να μοιάζουν πραγματικά κατώτεροι. Το Roland Garros δεν σε ταπεινώνει απαραίτητα επειδή απέτυχες. Σε εξαντλεί επειδή σε αναγκάζει να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου για ώρες. Να συνεχίσεις να παίρνεις αποφάσεις ενώ τα πόδια βαραίνουν, το κοινό να παρακολουθεί σχεδόν αμίλητο και η αμφιβολία αρχίζει να μεγαλώνει μέσα σου με κάθε χαμένο forehand.

Ίσως γι’ αυτό το τουρνουά να απέκτησε διαχρονικά μια σχεδόν λογοτεχνική αύρα. Δεν είναι μόνο το παριζιάνικο φως ή η αίσθηση ότι το τένις εδώ κουβαλά μεγαλύτερο βάρος από αλλού. Είναι ότι στο Roland Garros το παιχνίδι μοιάζει λιγότερο με θέαμα και περισσότερο με αφήγηση χαρακτήρων. Οι μεγάλες μορφές του τουρνουά δεν έμοιαζαν ποτέ άτρωτες. Ο Μπγιον Μποργκ είχε την ψυχρότητα ανθρώπου που κλειδωνόταν μέσα στον εαυτό του. Ο Ναδάλ έπαιζε σαν κάποιος που προσπαθούσε να κερδίσει κάθε πόντο λες και του χρωστούσε κάτι η ζωή. Ακόμη και ο Φέντερερ, ο πιο κομψός αθλητής της γενιάς του, έμοιαζε συχνά στο Παρίσι πιο ανθρώπινος, πιο ευάλωτος.

Ο Τζόκοβιτς ίσως περισσότερο από κάθε άλλον πρωταθλητή της εποχής του, έμοιαζε στο Παρίσι με άνθρωπο που έπρεπε κάθε φορά να διαπραγματευτεί ξανά τη σχέση του με την πίεση. Όχι μόνο απέναντι στους αντιπάλους του αλλά απέναντι στο κοινό, στην ιστορία, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό. Οι νίκες του στο Roland Garros δεν είχαν ποτέ την αίσθηση φυσικής κυριαρχίας. Έμοιαζαν περισσότερο με κατακτήσεις αντοχής.

Η αλήθεια είναι ότι το Roland Garros δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη φήμη σου. Ενδιαφέρεται για το αν μπορείς να αντέξεις τη διάρκεια. Αν μπορείς να συνεχίσεις να εμπιστεύεσαι το ένστικτό σου όταν αρχίζει η φθορά. Αυτό είναι το πραγματικό τεστ του χώματος. Όχι το topspin ή η φυσική κατάσταση, αλλά η ικανότητα να παραμένεις ο εαυτός σου όταν όλα γύρω σου προσπαθούν να σε κάνουν να αμφιβάλεις.

Κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι κάθονται στις εξέδρες του Stade Roland-Garros φορώντας σκούρα γυαλιά ηλίου και λινά σακάκια, σαν να παρακολουθούν κάτι μεγαλύτερο από έναν απλό αγώνα τένις. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το Roland Garros. Ένα μέρος όπου οι αθλητές δεν δοκιμάζουν μόνο τα χτυπήματά τους, αλλά την ψυχική τους συνοχή. Στο τέλος οι νικητές του Παρισιού μοιάζουν συχνά λιγότερο θριαμβευτές και, περισσότερο άνθρωποι που κατάφεραν να αντέξουν τον ίδιο τους τον εαυτό για δύο εβδομάδες πίεσης και αμφιβολίας. Αυτή είναι η πραγματική γοητεία του Roland Garros. Όχι μόνο στα τρόπαια ή στην ιστορία του, αλλά στον τρόπο που αποκαλύπτει ποιοι μπορούν να παραμείνουν αληθινοί όταν η πίεση γίνεται σχεδόν αφόρητη.

rodrogues