Ένα χαρτόκουτο που περιείχε μέρος από το δεξί πόδι του Σαλβαδόρ Νταλί ταξίδεψε περίπου 700 χιλιόμετρα, από το Φιγκέρες σε ένα εργαστήριο έξω από τη Μαδρίτη. Μαζί του μεταφέρθηκαν τρία δόντια, τέσσερα νύχια και μια τούφα μαλλιών. Ο άνθρωπος που είχε μετατρέψει τον σουρεαλισμό σε μια προσωπική γλώσσα βρισκόταν, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, στο επίκεντρο μιας ιστορίας που θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει ο ίδιος. Μόνο που αυτή τη φορά δεν επρόκειτο για τέχνη. Και το ερώτημα που προέκυψε αποδείχθηκε πολύ πιο ενδιαφέρον από τον λόγο για τον οποίο είχε ανοίξει ο τάφος του.
Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2017 όταν η ισπανική Δικαιοσύνη διέταξε την εκταφή του ζωγράφου, προκειμένου να εξεταστεί ο ισχυρισμός της Πιλάρ Άμπελ ότι ήταν βιολογική του κόρη. Η εξέταση DNA απέκλεισε τη συγγένεια και η υπόθεση έκλεισε. Το γενετικό υλικό όμως είχε ήδη απομονωθεί και ο άνθρωπος που συμμετείχε στην ανάλυσή του, ο Ισπανός γενετιστής Αντόνιο Αλόνσο, άρχισε να σκέφτεται κάτι που ξεπερνούσε κατά πολύ μια δικαστική διαμάχη για την πατρότητα.
Ο Αλόνσο, πρώην διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Τοξικολογίας και Ιατροδικαστικών Επιστημών της Ισπανίας, προτείνει να αναλυθεί ολόκληρο το γονιδίωμα του Νταλί. Σκοπός του είναι να αναζητήσει γενετικούς παράγοντες που ενδέχεται να σχετίζονται με τη δημιουργικότητα και την προσωπικότητα του Νταλί. Η πρόταση είχε υποβληθεί ήδη από το 2017, αλλά απορρίφθηκε. Τώρα επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση, θέτοντας ένα ερώτημα που βρίσκεται στα όρια της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη βιολογική προέλευση της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας;

Η απάντηση είναι πιο σύνθετη από όσο υποδηλώνει η δυνατότητα ανάγνωσης ενός γονιδιώματος. Η επιστήμη έχει εντοπίσει κληρονομικές συνιστώσες σε χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη δημιουργικότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να ανασυνθέσει την προσωπικότητα ενός καλλιτέχνη από το DNA του ή να εξηγήσει γιατί δημιούργησε ένα συγκεκριμένο έργο. Η γενετική μπορεί να μας πληροφορήσει για προδιαθέσεις και πιθανότητες, όχι να ανακτήσει τις εμπειρίες, τις αποφάσεις και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις ενός ανθρώπου. Στην περίπτωση του Νταλί αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ο ζωγράφος δεν αντιμετώπιζε την επιστήμη ως ένα πεδίο ξένο προς την τέχνη. Αντιθέτως παρακολουθούσε με πάθος τις ανακαλύψεις της φυσικής, της γενετικής και της ψυχανάλυσης. Από τον Φρόιντ άντλησε εργαλεία για να εξερευνήσει το ασυνείδητο και να διαμορφώσει την περίφημη παρανοϊκοκριτική μέθοδό του. Αργότερα η ατομική φυσική και η μοριακή βιολογία προσέφεραν νέες εικόνες στη φαντασία του. Τον ενδιέφερε ότι υπήρχε πέρα από την άμεση ανθρώπινη αντίληψη, από τα όνειρα μέχρι την αόρατη δομή της ύλης. Η ανακάλυψη της διπλής έλικας του DNA τον ενθουσίασε. Το 1963 παρουσίασε το μνημειακό έργο Galacidalacidesoxiribunucleicacid, έναν πίνακα αφιερωμένο στους Τζέιμς Γουάτσον και Φράνσις Κρικ, οι οποίοι είχαν τιμηθεί την προηγούμενη χρονιά με το Νόμπελ Ιατρικής, μαζί με τον Μορίς Γουίλκινς. Στον πίνακα η μοριακή δομή συνυπάρχει με θρησκευτικές αναφορές και συμβολισμούς ανάστασης. Για τον Νταλί η επιστημονική ανακάλυψη δεν περιόριζε το μυστήριο της ύπαρξης. Του έδινε καινούργιες διαστάσεις.

Το 1965 ο ίδιος ο Γουάτσον επιδίωξε να τον συναντήσει στη Νέα Υόρκη. Οι δύο άνδρες διαφωνούσαν για κάτι θεμελιώδες. Ο Νταλί έβλεπε στη διπλή έλικα μια ένδειξη θεϊκής δημιουργίας. Ο επιστήμονας θεωρούσε ότι η ανακάλυψη εξηγούσε τη ζωή χωρίς να χρειάζεται μια υπερφυσική παρέμβαση. Κοιτούσαν την ίδια μοριακή δομή και έβλεπαν δύο διαφορετικούς κόσμους. Αυτή η διαφορά αποκαλύπτει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο ο Νταλί χρησιμοποιούσε τη γνώση. Δεν αναζητούσε μόνο απαντήσεις, αλλά καινούργιες δυνατότητες για τη φαντασία του. Η εμμονή του με το DNA έφτανε μέχρι την ιδέα της αθανασίας. Το αποκαλούσε «μνήμη του Θεού», πιστεύοντας ότι μέσα στη δομή του κρυβόταν κάτι από το μυστικό της ζωής. Ακόμη και στα τελευταία χρόνια του διάβαζε επιστημονικά περιοδικά, ενώ δίπλα στο κρεβάτι του βρισκόταν το βιβλίο του Στίβεν Χόκινγκ Το χρονικό του χρόνου. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πόσο θα τον γοήτευε η ιδέα ότι δεκαετίες μετά τον θάνατό του, επιστήμονες θα προσπαθούσαν να αναζητήσουν στοιχεία της δημιουργικότητάς του στα κύτταρά του. Αλλά τι θα μπορούσαν πραγματικά να ανακαλύψουν;
Μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2024 στο επιστημονικό περιοδικό Communications Biology εξέτασε γενετικές συσχετίσεις με διαφορετικές μορφές δημιουργικότητας, όπως αυτές αποτυπώνονται σε επαγγελματικές δραστηριότητες. Τα αποτελέσματα ενισχύουν την άποψη ότι η δημιουργικότητα επηρεάζεται από πολλούς γενετικούς παράγοντες, με μικρές επιμέρους επιδράσεις. Δεν εντοπίστηκε κάποιο μοναδικό γονίδιο της ιδιοφυΐας, ούτε υπάρχει επιστημονική μέθοδος που να επιτρέπει την πρόβλεψη της καλλιτεχνικής αξίας ενός ανθρώπου από το γενετικό του υλικό.

Το σημαντικότερο είναι ότι τέτοιες μελέτες βασίζονται σε μεγάλους πληθυσμούς. Αναζητούν στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε γενετικές παραλλαγές και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η εξέταση ενός μόνο ανθρώπου ακόμη κι αν αυτός είναι ο Σαλβαδόρ Νταλί, δεν μπορεί να αποδείξει ποια γονίδια ευθύνονταν για τη δημιουργικότητά του. Για να κατανοήσουμε μια τέτοια σχέση χρειάζονται συγκριτικά δεδομένα, κατάλληλες μετρήσεις και η αναγνώριση πολλών περιβαλλοντικών παραγόντων. Ακόμη και τότε, η συσχέτιση δεν ισοδυναμεί με αιτιότητα.
Άλλωστε, τι ακριβώς θα έπρεπε να μετρήσει η επιστήμη; Την ικανότητά του να επινοεί ασυνήθιστες εικόνες; Την ευχέρεια με την οποία συνέδεε διαφορετικές ιδέες; Την τεχνική του δεξιοτεχνία ή τη δυνατότητά του να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι αντιλαμβάνονται την τέχνη; Ο Νταλί διαμορφώθηκε μέσα σε μια συγκεκριμένη εποχή, σπούδασε ζωγραφική, συγκρούστηκε με τις συμβάσεις, γνώρισε τον σουρεαλισμό, επηρεάστηκε από τον Φρόιντ και καλλιέργησε συστηματικά μια δημόσια προσωπικότητα που ήταν σχεδόν εξίσου σημαντική με τους πίνακές του. Η ιδιοφυΐα του δεν ήταν ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό. Ήταν το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδρομής.

Ο Αλόνσο αναγνωρίζει ότι η εκπαίδευση και το περιβάλλον είναι καθοριστικά. Επιμένει πως η μελέτη ενός τόσο ιδιαίτερου δημιουργού θα μπορούσε να συμβάλει στην επιστημονική γνώση. Υπάρχει όμως και ένα πρακτικό όριο. Δεν έχει αποδειχθεί ότι το γενετικό υλικό που διατηρείται από την εξέταση πατρότητας επαρκεί για την πλήρη αλληλούχηση του γονιδιώματος. Τα λείψανα επέστρεψαν στον τάφο το 2018 ενώ σύμφωνα με τον γενετιστή, τα υπολειπόμενα εκχυλίσματα DNA παρέμειναν στο Ινστιτούτο.
Το Ίδρυμα Gala-Salvador Dalí, που διαχειρίζεται την κληρονομιά του καλλιτέχνη δεν προτίθεται να υποστηρίξει την έρευνα. Η θέση του στηρίζεται σε ηθικούς, νομικούς και επιστημονικούς προβληματισμούς. Ποιος αποφασίζει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η επιστημονική έρευνα πάνω στα λείψανα ενός ανθρώπου; Αρκεί το ενδεχόμενο μιας ενδιαφέρουσας ανακάλυψης για να δικαιολογήσει μια εξέταση στην οποία ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να συναινέσει; Η επιστημονική δυνατότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ηθική νομιμοποίηση.
Το ερώτημα λοιπόν έχει μια απάντηση έστω κι αν δεν είναι εκείνη που θα επιθυμούσε ο γενετιστής. Το DNA του Νταλί θα μπορούσε ενδεχομένως να αποκαλύψει στοιχεία για τις βιολογικές προδιαθέσεις του και να προσφέρει περιορισμένα δεδομένα σε μια ευρύτερη έρευνα για τη δημιουργικότητα. Δεν θα μπορούσε όμως από μόνο του, να εξηγήσει την ιδιοφυΐα του. Γιατί ανάμεσα στη γενετική πληροφορία και σε έναν πίνακα παρεμβάλλονται η εμπειρία, η εκπαίδευση, η ιστορία, οι επιθυμίες και οι επιλογές ενός ανθρώπου.
Ο Νταλί πίστευε ότι η επιστήμη μπορούσε να του προσφέρει ακόμη και την αθανασία. Τριάντα επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, η επιστήμη εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για όσα άφησε πίσω του, ακόμη και για τα πιο μικροσκοπικά ίχνη της ύπαρξής του. Αν κάποτε αναλυθεί το γονιδίωμά του ίσως μάθουμε κάτι περισσότερο για τη βιολογία της δημιουργικότητας. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε είναι αν θα έχουμε πλησιάσει έστω και λίγο περισσότερο στο να καταλάβουμε γιατί ο Σαλβαδόρ Νταλί έβλεπε στα συνηθισμένα πράγματα έναν κόσμο που κανείς άλλος δεν είχε φανταστεί.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







