Το κινητό είναι στο κομοδίνο και η οθόνη ανάβει χωρίς λόγο ή έτσι φαίνεται. Δεν υπάρχει ειδοποίηση, δεν υπάρχει ανάγκη, κι όμως το φως επιστρέφει κάθε λίγα λεπτά, σαν να υπενθυμίζει ότι κάτι συμβαίνει κάπου αλλού. Το χέρι κινείται πριν προλάβει να σχηματιστεί σκέψη. Scroll, mια μικρή παύση, scroll ξανά. Aνάμεσα σε ένα βίντεο και το επόμενο, η έννοια της απόφασης έχει ήδη χαθεί. Δεν επιλέγεις να μείνεις απλώς συνεχίζεις. Αυτό που σπάνια συνειδητοποιείται είναι ότι αυτή η εμπειρία, όσο αυτόματη κι αν μοιάζει, έχει μια αρχή. Και αυτή η αρχή δεν είναι τεχνική αλλά σχεδόν νομική. Κάποια στιγμή, κάποιος πάτησε «Συμφωνώ». Όχι σε κάτι αθώο ή τυπικό αλλά σε ένα σύστημα που καταγράφει, αναλύει και με έναν τρόπο σχεδόν αόρατο αρχίζει να διαμορφώνει συμπεριφορές. Το «ναι» αυτό δεν αφορά μόνο δεδομένα. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο που θα κυλήσει ο χρόνος μπροστά από μια οθόνη. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλο και συχνότερα αυτό το «ναι» ανήκει σε έναν έφηβο.
Η αντίφαση είναι γνωστή αλλά σπάνια αντιμετωπίζεται κατά μέτωπο. Ένας 16χρονος δεν μπορεί να ψηφίσει, δεν μπορεί να συνάψει δάνειο, δεν μπορεί να αγοράσει τσιγάρα. Το νομικό σύστημα θεωρεί και όχι αβάσιμα, ότι δεν διαθέτει ακόμη την κρίση και την ευθύνη που απαιτούν τέτοιες αποφάσεις. Την ίδια στιγμή, το ίδιο άτομο μπορεί να δώσει τη συγκατάθεσή του σε πλατφόρμες που συλλέγουν δεδομένα, χαρτογραφούν προτιμήσεις και ενεργοποιούν μηχανισμούς σχεδιασμένους να τον κρατούν όσο το δυνατόν περισσότερο συνδεδεμένο. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές πραγματικότητες δεν είναι απλώς παράδοξη, είναι ενδεικτική ενός βαθύτερου μετασχηματισμού.
Στην Ελλάδα αυτός ο μετασχηματισμός πήρε πρόσφατα πιο συγκεκριμένη μορφή. Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα πλαίσιο περιορισμού της πρόσβασης των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θέτοντας ως όριο τα 15 έτη. Η πρόθεση είναι σαφής: να αντιμετωπιστεί ο ψηφιακός εθισμός, να προστατευτεί η ψυχική υγεία, να δοθούν στους γονείς εργαλεία εποπτείας σε ένα περιβάλλον που εξελίσσεται ταχύτερα από την ικανότητα ελέγχου του. Η λύση που προτείνεται βασίζεται σε μηχανισμούς επαλήθευσης ηλικίας και στη μετατόπιση της ευθύνης εφαρμογής προς τις ίδιες τις πλατφόρμες.
Οι πλατφόρμες δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι χώροι ανταλλαγής. Είναι περιβάλλοντα που έχουν σχεδιαστεί με ακρίβεια για να διατηρούν την προσοχή.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι τόσο τι συμβαίνει κάτω από τα 15, όσο τι συμβαίνει αμέσως μετά. Γιατί 15 και όχι 16; Και τι αλλάζει πραγματικά μέσα σε έναν χρόνο ώστε η πρόσβαση να μετατρέπεται από απαγορευμένη σε επιτρεπτή, έστω υπό όρους;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στη βιολογία. Δεν υπάρχει κάποιο σαφές σημείο στο οποίο η εφηβική σκέψη αποκτά ξαφνικά την ωριμότητα που απαιτείται για να διαχειριστεί ένα περιβάλλον τόσο επιθετικά σχεδιασμένο. Οι ίδιες οι έρευνες που επικαλούνται οι κυβερνήσεις για τον εθισμό, το άγχος, τη διαταραχή ύπνου, την επίδραση στα κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου, δείχνουν ότι η ευαλωτότητα δεν εξαφανίζεται στα 15 ή στα 16. Αντίθετα είναι εγγενής σε αυτή την ηλικιακή φάση.
Αυτό που αλλάζει είναι η κατανομή της ευθύνης. Μέχρι ένα σημείο, το παιδί αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο προστασίας. Από ένα σημείο και μετά αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο συναίνεσης. Η μετάβαση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα ξαφνικής ωρίμανσης, αλλά μιας πολιτικής και νομικής επιλογής: κάπου πρέπει να τραβηχτεί η γραμμή. Το ζήτημα είναι ότι η γραμμή αυτή, όσο αναγκαία κι αν είναι, τείνει να αποκτά ένα νόημα που υπερβαίνει τη λειτουργία της.
Η έννοια της συναίνεσης άλλωστε, δεν είναι απλώς ένα τυπικό εργαλείο. Στον πυρήνα της αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία διακρίνουμε την ελευθερία από την επιβολή. Για να έχει νόημα όμως, προϋποθέτει κάτι περισσότερο από ένα checkbox. Προϋποθέτει κατανόηση του τι αποδέχεσαι και την πραγματική δυνατότητα να το αρνηθείς. Στον κόσμο των ψηφιακών πλατφορμών, καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι αυτονόητη.
Δείτε ακόμη
Οι πλατφόρμες δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι χώροι ανταλλαγής. Είναι περιβάλλοντα που έχουν σχεδιαστεί με ακρίβεια για να διατηρούν την προσοχή. Το endless scroll, η αυτόματη αναπαραγωγή, η προσαρμογή του περιεχομένου σε πραγματικό χρόνο, συγκροτούν ένα σύστημα στο οποίο η παραμονή δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, αλλά προβλέψιμη συνέπεια του σχεδιασμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η «συναίνεση» αποκτά έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα: δεν περιορίζει το σύστημα, το ενεργοποιεί.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι διαφορετικές σχολές σκέψης γύρω από το θέμα – από όσους ζητούν αυστηρούς περιορισμούς μέχρι όσους επιμένουν στον ρόλο των γονέων ή σε δομικές αλλαγές των πλατφορμών – συγκλίνουν σε ένα σημείο: το υπάρχον μοντέλο δεν επαρκεί. Στη πράξη αυτό που κυριαρχεί είναι η πιο απλή λύση. Ένα checkbox. Ένα «Accept» που μετατρέπει μια σύνθετη σχέση εξάρτησης σε τυπική συναλλαγή.
Έτσι, η ευθύνη μετακινείται. Από τις πλατφόρμες προς τον χρήστη. Από τους ενήλικες προς τα παιδιά. Και η ίδια η έννοια της προστασίας αρχίζει να υποχωρεί όχι επειδή κρίθηκε περιττή, αλλά επειδή καθίσταται δυσλειτουργική μέσα σε ένα περιβάλλον που βασίζεται στη συνεχή συμμετοχή.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη αναστροφή. Σε μια εποχή όπου οι ενήλικες απολαμβάνουν όλο και περισσότερες ελευθερίες, τα όρια που διαχωρίζουν την παιδική ηλικία από την ενηλικίωση δεν ενισχύονται αλλά θολώνουν. Εκεί όπου υπάρχει κατανάλωση, η ωριμότητα θεωρείται δεδομένη. Εκεί όπου υπάρχει ευθύνη, η προστασία επανέρχεται αλλά καθυστερημένα. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ότι τα παιδιά εκτίθενται σε αυτά τα συστήματα. Είναι ότι αρχίζουμε να αποδεχόμαστε πως μπορούν να τα διαχειριστούν μόνα τους. Όχι επειδή έχουν αποκτήσει αυτή την ικανότητα, αλλά επειδή το σύστημα έχει μάθει να λειτουργεί σαν να την έχουν. Και έτσι το «Συμφωνώ» παύει να είναι απόφαση. Γίνεται η αόρατη προϋπόθεση για να συνεχίσει να λειτουργεί κάτι που δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να σταματά.




