Ο Σταύρος Χαλκιάς έχει ένα περίεργο πρόβλημα: η ζωή του πηγαίνει πολύ καλά. Οι περιοδείες μεγάλωσαν, το Netflix έγινε σταθερό κομμάτι της καριέρας του, ήρθαν οι κινηματογραφικές προτάσεις, ο Γιώργος Λάνθιμος, η Bugonia. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά, ο άνθρωπος που είχε μάθει να παρουσιάζει τον εαυτό του σαν ένα ευτυχές επαγγελματικό ατύχημα βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ελαφρώς άβολη πιθανότητα: μπορεί τελικά να είναι πολύ καλός σε αυτό που κάνει. Η αντίδρασή του στην επιτυχία λέει περισσότερα για εκείνον από μια απλή βιογραφία. Όταν έμαθε ότι ο Λάνθιμος ήθελε να τον συναντήσει, δεν το αντιμετώπισε σαν φυσική κατάληξη της πορείας του. Περισσότερο το είδε σαν ένα λάθος που θα διορθωνόταν στην επόμενη κλήση. Η αυτοϋποτίμηση είναι φυσικά, παλιό εργαλείο της κωμωδίας. Στην περίπτωσή του όμως συνυπάρχει με κάτι που την κάνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα: ο Χαλκιάς είναι εξαιρετικά φιλόδοξος.
Θέλει να γίνει καλύτερος κωμικός, να παίξει σε ταινίες, να γεμίσει μεγαλύτερες αίθουσες, να συνεχίσει να ανοίγει καινούργιες πόρτες. Δεν χρειάζεται όμως να παρουσιάζει αυτή τη φιλοδοξία σαν αποστολή. Δεν μιλά για «κληρονομιά» ούτε για το πώς θέλει να αλλάξει την κωμωδία. Θέλει να κάνει ωραία πράγματα και να είναι αρκετά καλός ώστε να του επιτρέπεται να συνεχίζει. Πίσω από την εικόνα του ανθρώπου που λειτουργεί με ένστικτο υπάρχει μάλιστα μια σχεδόν εμμονική σχέση με τη δουλειά. Επιστρέφει στις παραστάσεις του, κοιτάζει πού ήρθε το γέλιο, αφαιρεί λέξεις, αλλάζει τον ρυθμό, την ένταση, την κίνηση. Αυτό που φαίνεται αβίαστο έχει από πίσω πολλή επεξεργασία. Και κάπου εδώ εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση της προσωπικότητάς του: δεν είναι ένας άνθρωπος που δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά. Είναι ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει ότι χρειάζεται να φαίνεσαι σοβαρός, για να δουλεύεις σοβαρά.
Η διαφορά έχει σημασία. Ζούμε σε μια εποχή όπου η σοβαρότητα απέκτησε δική της αισθητική. Υπάρχει σωστός τρόπος να μιλήσεις, σωστή θέση να πάρεις, σωστή γλώσσα να χρησιμοποιήσεις. Ο Χαλκιάς μοιάζει σχεδόν αλλεργικός σε αυτή την παράσταση. Μπορεί να μιλήσει χυδαία για πέντε λεπτά και στο έκτο να κάνει μια πολύ καθαρή κοινωνική παρατήρηση χωρίς να αλλάξει ύφος και χωρίς να σηκώσει το χέρι για να ενημερώσει ότι τώρα ακολουθεί κάτι σημαντικό. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική του. Είναι αριστερός, αλλά δεν θέλει να γίνει ο επίσημος αριστερός κωμικός. Μπορεί να συνομιλήσει με ανθρώπους που διαφωνούν μαζί του χωρίς να αντιμετωπίζει κάθε τέτοια συζήτηση σαν ιδεολογική προδοσία. Την ίδια στιγμή, ασκεί σκληρή κριτική σε κωμικούς που έκαναν το «anti-woke» κομμάτι της επαγγελματικής τους ταυτότητας. Για εκείνον η πρόκληση σταματά να είναι ενδιαφέρουσα όταν ξέρεις ήδη ποιον θα σοκάρεις, ποιος θα χειροκροτήσει και ποιο απόσπασμα θα γίνει viral. Το πραγματικό του κριτήριο φαίνεται να είναι απλούστερο: σκέφτεσαι ή επαναλαμβάνεις; Είσαι αστείος ή απλώς παίζεις τον ρόλο του αστείου;
Γι’ αυτό και δεν προσπαθεί να ξαναγράψει το παρελθόν του. Το Cum Town είχε χοντροκομμένο, συχνά προσβλητικό και εσκεμμένα οριακό χιούμορ. Ο Χαλκιάς δεν δείχνει να έχει ανάγκη να παρουσιάσει εκείνη την εποχή σαν κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν. Ήταν νεότερος, ήταν με φίλους, έλεγαν πράγματα που τους έκαναν να γελούν. Κάποια εξακολουθούν να του φαίνονται αστεία, κάποια πιθανόν όχι. Αυτό ακούγεται αυτονόητο, αλλά στη σημερινή δημόσια κουλτούρα δεν είναι. Ζητάμε από τους ανθρώπους να εξελίσσονται και ταυτόχρονα απαιτούμε να αποδείξουν ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά διαφορετικοί. Ο Χαλκιάς μοιάζει να δέχεται κάτι πιο απλό: αλλάζεις επειδή περνά ο χρόνος. Δεν χρειάζεται κάθε αλλαγή να γίνει δημόσια εξομολόγηση ούτε κάθε παλιός εαυτός να εξαφανιστεί από το αρχείο.

Αυτή η ένταση εμφανίζεται και στη σχέση του με τη φήμη. Θέλει τις ταινίες, τις παραστάσεις, το κοινό, αλλά δεν μοιάζει να αγαπά ιδιαίτερα την ίδια τη διασημότητα. Κι εδώ υπάρχει μια ειρωνεία. Ο Χαλκιάς έγινε γνωστός μέσα σε ένα περιβάλλον podcasts όπου ο ακροατής δεν βλέπει απλώς έναν performer για μία ώρα. Τον ακούει επί εκατοντάδες ώρες. Μαθαίνει το γέλιο του, τις εμμονές του, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά, τους φίλους του, τις μικρές συνήθειές του. Η απόσταση εξαφανίζεται μόνο από τη μία πλευρά. Ο ακροατής αισθάνεται ότι γνωρίζει τον Χαλκιά. Ο Χαλκιάς δεν γνωρίζει τον ακροατή. Ίσως γι’ αυτό κρατά κοντά του ανθρώπους που τον γνώριζαν πριν αποκτήσει αξία η εγγύτητα μαζί του. Φίλους, συνεργάτες, πρόσωπα που μπορούν ακόμη να του πουν ότι κάτι δεν είναι καλό. Η επιτυχία έχει την τάση να γεμίζει τη ζωή ενός ανθρώπου με ανθρώπους που έχουν συμφέρον να συμφωνούν μαζί του. Ο Χαλκιάς δείχνει να καταλαβαίνει ότι αυτό είναι από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που μπορούν να συμβούν σε έναν κωμικό.
Πίσω από όλη τη χυδαιότητα υπάρχει τελικά κάτι αρκετά τρυφερό. Οι δεσμοί με την οικογένεια, τους φίλους, η ανάγκη να διατηρήσει μια ζωή έξω από την επαγγελματική του περσόνα. Ακόμη και όταν μιλά για την Ελλάδα, δεν την παρουσιάζει σαν μετάλλιο καταγωγής, αλλά σαν πιθανή ζωή: λιγότερη δουλειά, θάλασσα, ψάρεμα, λιγότερος θόρυβος. Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό σε αυτή την εικόνα. Όσο ο κόσμος του μεγαλώνει, εκείνος αρχίζει να φαντάζεται πώς θα μπορούσε κάποτε να τον μικρύνει.
Ο Σταύρος Χαλκιάς δεν έχει λύσει τις αντιφάσεις του και δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι τις έλυσε. Θέλει περισσότερα και κουράζεται από τα περισσότερα. Αυτοσαρκάζεται και ταυτόχρονα εργάζεται σχεδόν ψυχαναγκαστικά για να γίνει καλύτερος. Είναι πολιτικός χωρίς να θέλει να γίνει πολιτικό brand. Μοιάζει να αδιαφορεί για το τι πιστεύει ο κόσμος γι’ αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα ενδιαφέρεται πολύ για κάτι πιο συγκεκριμένο: αν αυτό που κάνει είναι καλό. Θα μπορούσαμε να το πούμε αυθεντικότητα, αλλά η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί υπερβολικά. Ο Χαλκιάς έχει κάτι πιο σπάνιο. Δεν έχει γίνει ακόμη εύκολος να εξηγηθεί. Και σε έναν κόσμο γεμάτο ανθρώπους που προσπαθούν να μετατρέψουν τον εαυτό τους σε μια καθαρή πρόταση, αυτό μπορεί να είναι το πιο ανθρώπινο πράγμα πάνω του.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google






