Skip to main content

Πριν από λίγα χρόνια θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι οι Cure είναι ένα από εκείνα τα ιστορικά συγκροτήματα που όλοι σέβονται αλλά λίγοι πραγματικά ακούνε. Μια μπάντα που είχε ήδη γράψει τη θέση της στην ιστορία και συνέχιζε να γεμίζει φεστιβάλ χάρη στη νοσταλγία όσων μεγάλωσαν μαζί της. Το καλοκαίρι του 2026 όμως αυτή η εξήγηση δεν αρκεί. Οι Cure δεν βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο επειδή οι παλιοί τους θαυμαστές αρνούνται να μεγαλώσουν. Βρίσκονται εκεί επειδή μια νέα γενιά ανακάλυψε ότι ο Robert Smith περιέγραφε τον κόσμο της πολύ πριν αυτός υπάρξει. Δεν άλλαξαν εικόνα για να χωρέσουν στο TikTok, δεν γυάλισαν τον ήχο τους για το streaming, δεν φόρεσαν το κοστούμι της νοσταλγίας για να θυμίσουν σε παλιούς ακροατές τα χρόνια της εφηβείας τους. Δεν προσαρμόστηκαν στους αλγόριθμους, δεν ξανασχεδίασαν την εικόνα τους, δεν αναζήτησαν μια δεύτερη νιότη μέσα από συνεργασίες που θα τους χάριζαν πρόσκαιρη δημοσιότητα. Ο Robert Smith εξακολουθεί να ανεβαίνει στη σκηνή σχεδόν όπως πριν από σαράντα χρόνια, με το ίδιο ατημέλητο μαλλί, το ίδιο κόκκινο κραγιόν, τα ίδια μαύρα ρούχα και την ίδια αδιαφορία για το αν θεωρείται «θρύλος». Εκείνο που άλλαξε δεν ήταν οι Cure. Είμαστε εμείς.

Για πολλά χρόνια η μελαγχολία αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν κάτι που έπρεπε να κρύβεται. Η ποπ μουσική αναζητούσε κυρίως τη φυγή, την αυτοπεποίθηση, τη βεβαιότητα. Σήμερα, μετά από πανδημίες, πολέμους, οικονομική αβεβαιότητα και μια καθημερινότητα που μοιάζει όλο και πιο αγχωτική, η ευαλωτότητα δεν θεωρείται αδυναμία. Θεωρείται ειλικρίνεια. Και ξαφνικά τα τραγούδια των Cure ακούγονται λιγότερο σαν αναμνήσεις των 80s και περισσότερο σαν το soundtrack μιας εποχής που προσπαθεί να βρει ξανά την ισορροπία της.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Robert Smith και οι Cure βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. Η Olivia Rodrigo δεν τον αντιμετωπίζει σαν ένα ιστορικό όνομα που προσφέρει κύρος σε μια συνεργασία. Μιλά γι’ αυτόν με τον ενθουσιασμό ενός ανθρώπου που μεγάλωσε με τα τραγούδια του και συνεχίζει να ανακαλύπτει μέσα τους καινούργια πράγματα. Την ίδια περίοδο, ο Smith συνεργάζεται με τους Rolling Stones, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να κινείται με την ίδια φυσικότητα ανάμεσα στη μεγαλύτερη ποπ σταρ της Gen Z και στο πιο ιστορικό rock συγκρότημα του πλανήτη. Ελάχιστοι μουσικοί έχουν αυτή τη σπάνια ιδιότητα. Να μην ανήκουν σε μία εποχή αλλά να συνομιλούν με όλες.

Robert Smith and Olivia Rodrigo

Η εξήγηση βρίσκεται στα ίδια τα τραγούδια. Οι Cure δεν έγραψαν ποτέ μόνο σκοτεινή μουσική. Έγραψαν μουσική που δεν φοβόταν τα αντιφατικά συναισθήματα. Το Just Like Heaven είναι ένας ύμνος στον έρωτα που κουβαλά ήδη τη σκιά της απώλειας. Το Pictures of You είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές ωδές στη μνήμη χωρίς να γίνεται μελό. Το Friday I’m in Love είναι ίσως το πιο φωτεινό τραγούδι που έγραψε ποτέ ένας άνθρωπος ο οποίος δεν έπαψε ούτε στιγμή να κοιτάζει κατάματα τη θλίψη. Αυτή η ικανότητα να συνυπάρχουν το φως και το σκοτάδι κάνει τη μουσική τους να αντέχει στον χρόνο περισσότερο από οποιαδήποτε αισθητική ταμπέλα.

Οι Cure υπήρξαν πάντα πολύ περισσότερα από ένα «goth» συγκρότημα. Επηρέασαν βέβαια ολόκληρη τη σκοτεινή πλευρά της εναλλακτικής μουσικής, αλλά η πραγματική τους κληρονομιά βρίσκεται στις κιθάρες του shoegaze, στη συναισθηματική ειλικρίνεια της indie pop, στην ατμόσφαιρα του dream pop, σε δεκάδες συγκροτήματα και δημιουργούς που δανείστηκαν όχι τόσο τον ήχο όσο τον τρόπο με τον οποίο ο Robert Smith μετέτρεπε την προσωπική του αγωνία σε κάτι συλλογικό. Οι Cure δεν έδωσαν απλώς νέα μορφή στο post-punk. Βοήθησαν να γεννηθεί μια διαφορετική αντίληψη για το τι μπορεί να είναι η εναλλακτική ποπ.

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η συνέπεια δεν ήταν ποτέ προϊόν στρατηγικής. Η ιστορία τους ξεκινά από μια σειρά αποτυχιών. Από μικρές εμφανίσεις σε σχολεία, παμπ και αίθουσες όπου το κοινό περίμενε να ακούσει γνωστές επιτυχίες και όχι τα παράξενα τραγούδια μιας παρέας εφήβων από το Crawley. Σε μία από αυτές τις εμφανίσεις, παραμονή Πρωτοχρονιάς σε εκδήλωση προσωπικού νοσοκομείου, η βραδιά κατέληξε σε αποδοκιμασίες και ένταση. Θα μπορούσαν εύκολα να καταλήξουν ακόμη μία τοπική μπάντα που θα έπαιζε διασκευές για να εξασφαλίζει μεροκάματο. Αντί γι’ αυτό πήραν μια απόφαση που έμελλε να καθορίσει ολόκληρη την πορεία τους. Δεν θα έγραφαν μουσική για να χωρέσουν στις προσδοκίες κανενός.

https://open.spotify.com/album/0aEL0zQ4XLuxQP0j7sLlS1

Ο Robert Smith δεν υπήρξε ποτέ ο τυπικός rock star. Δεν έδειχνε να απολαμβάνει ιδιαίτερα τον ρόλο του διάσημου μουσικού. Έχει πει ότι δεν του ταιριάζει πια να σκέφτεται τον εαυτό του ως «τον Robert Smith των Cure». Η μουσική ήταν πάντοτε πιο σημαντική από τον μύθο. Αυτό εξηγεί και γιατί όταν ξέσπασε η συζήτηση για τις υπερβολικές χρεώσεις των εισιτηρίων στις συναυλίες, αποφάσισε να συγκρουστεί δημόσια με ένα σύστημα που οι περισσότεροι προτιμούν να αποφεύγουν. Δεν το έκανε για να εμφανιστεί ως υπερασπιστής των καταναλωτών. Το έκανε επειδή θεωρούσε αδιανόητο να ζητά από τους ανθρώπους να πληρώνουν υπέρογκα ποσά για να ακούσουν τη μουσική του. Σε μια εποχή όπου πολλοί καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν τη σχέση με το κοινό ως επιχειρηματικό μοντέλο, εκείνος εξακολουθεί να τη βλέπει ως σχέση εμπιστοσύνης.

Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που οι συναυλίες των Cure εξακολουθούν να έχουν κάτι σχεδόν τελετουργικό. Δεν βασίζονται στην εντυπωσιακή παραγωγή ούτε στην εύκολη νοσταλγία. Βασίζονται στην αίσθηση ότι τα τραγούδια εξακολουθούν να σημαίνουν κάτι για όσους βρίσκονται απέναντι από τη σκηνή. Όταν ακούγονται οι πρώτες νότες του Plainsong ή του Pictures of You, δεν ενεργοποιείται μόνο η μνήμη. Ενεργοποιείται εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που αναγνωρίζει πως ορισμένα συναισθήματα δεν έχουν ηλικία.

Στις 15 Ιουλίου, όταν οι Cure ανέβουν στη σκηνή του EJEKT Festival, μπροστά τους δεν θα βρίσκονται μόνο άνθρωποι που αγόραζαν τους δίσκους τους τη δεκαετία του ’80. Θα βρίσκονται θεατές που τους γνώρισαν μέσα από το streaming, από βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα ή επειδή ένας αγαπημένος τους σύγχρονος καλλιτέχνης τούς οδήγησε πίσω στον Robert Smith. Είναι σπάνιο ένα συγκρότημα να μπορεί να μιλήσει ταυτόχρονα σε τρεις διαφορετικές γενιές χωρίς να μετατρέπεται σε αξιοθέατο του παρελθόντος.

Οι Cure το καταφέρνουν γιατί δεν πούλησαν ποτέ μόνο τραγούδια. Πούλησαν έναν τρόπο να συνυπάρχεις με τις αντιφάσεις σου χωρίς να χρειάζεται να τις κρύψεις. Έδειξαν ότι η μελαγχολία δεν είναι αδυναμία, ότι η ευαισθησία δεν χρειάζεται απολογία και ότι η ποπ μουσική μπορεί να είναι ταυτόχρονα όμορφη, σκοτεινή και αφοπλιστικά ανθρώπινη. Αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του Robert Smith. Δεν κατάφερε απλώς να επιβιώσει για σχεδόν πενήντα χρόνια σε μια βιομηχανία που αλλάζει διαρκώς. Κατάφερε να περιγράψει ένα συναίσθημα που χρειάστηκε σχεδόν μισός αιώνας για να το καταλάβουμε πραγματικά.

Info

15.07.2026 OAKA

EJEKT FESTIVAL 2026  powered by ΔΕΗ

THE CURE

Οι Cure επιστρέφουν στην Ελλάδα ύστερα από χρόνια, σε headline εμφάνιση στο Ejekt 2026.

https://www.more.com/gr-el/tickets/music/ejekt-festival-2026-the-cure

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)