Skip to main content

Το 2016 κάποιος πλήρωσε 43.750 δολάρια για να αποκτήσει μέρος της τέφρας του Τρούμαν Καπότε. Ο αγοραστής παρέμεινε ανώνυμος. Η τέφρα βρισκόταν μέσα σε ένα σκαλιστό ιαπωνικό κουτί, το οποίο είχε κρατήσει για χρόνια η στενή του φίλη Τζοάν Κάρσον. Η συναλλαγή έγινε κανονικά, όπως θα γινόταν για έναν πίνακα ή ένα σπάνιο χειρόγραφο.Τριάντα δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, ακόμη και η τέφρα του Καπότε είχε βρει αγοραστή. Δέκα χρόνια αργότερα, έρχεται η σειρά των προσωπικών του αντικειμένων. Ο συγγραφέας που είχε αποκτήσει πρόσβαση στα πιο κλειστά σαλόνια της Νέας Υόρκης, ακούγοντας μυστικά που οι οικοδεσπότες του πίστευαν πως θα έμεναν μεταξύ τους, βρίσκεται τώρα στην απέναντι πλευρά. Η δική του ιδιωτική ζωή εκτίθεται δημόσια. Και αυτή τη φορά, για να αποκτήσει κανείς πρόσβαση, δεν χρειάζεται την εμπιστοσύνη του. Αρκεί να πλειοδοτήσει.

Στις 21 Νοεμβρίου 2026, ο οίκος Cornell Auctions, στο Μπέλπορτ του Λονγκ Άιλαντ, θα παρουσιάσει τη συλλογή The Magpie and the Swans: The Possessions of Truman Capote. Ο τίτλος είναι σχεδόν υπερβολικά κατάλληλος. Η καρακάξα, το πουλί που στη λαϊκή φαντασία μαζεύει γυαλιστερά αντικείμενα, συναντά τους κύκνους, τις γυναίκες της νεοϋορκέζικης υψηλής κοινωνίας που ο Καπότε λάτρεψε, παρατήρησε και τελικά πρόδωσε. Ο πλήρης κατάλογος αναμένεται να δημοσιοποιηθεί στις 26 Οκτωβρίου. Πριν ακόμη μάθουμε όλες τις λεπτομέρειές του, η ίδια η δημοπρασία προσφέρει μια εξαιρετική αφορμή να επιστρέψουμε στον άνθρωπο που γνώριζε καλύτερα από τους περισσότερους πόσο μεγάλη αξία μπορεί να αποκτήσει η προσωπική ζωή κάποιου άλλου.

Τα πούρα Capote Club που κάπνιζε ο συγγραφέας προέρχονταν από τα Κανάρια Νησιά της Ισπανίας. Παρά τη σύμπτωση του ονόματος, η μάρκα δεν είχε καμία σχέση με τον ίδιο.

Ο Καπότε γεννήθηκε το 1924 στη Νέα Ορλεάνη και μεγάλωσε για μεγάλα διαστήματα μακριά από τους γονείς του, σε σπίτια συγγενών στην Αλαμπάμα. Η παιδική του ηλικία δεν είχε πολλά από τα προνόμια που αργότερα θα χαρακτήριζαν το περιβάλλον του. Είχε όμως ιστορίες, ιδιόρρυθμους συγγενείς και ανθρώπους που του έμαθαν, χωρίς να το γνωρίζουν, να προσέχει τις λεπτομέρειες. Στο Μονρόβιλ γνώρισε τη Χάρπερ Λι, τη μελλοντική συγγραφέα του «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια», με την οποία ανέπτυξε μια φιλία που θα επιβίωνε από πολλές μεταμορφώσεις. Ο μικρόσωμος, ευφυής και συχνά προκλητικός Τρούμαν κατάλαβε από νωρίς κάτι χρήσιμο. Όταν δεν μπορείς να μοιάσεις με τους ανθρώπους που θαυμάζεις, μπορείς να τους αναγκάσεις να ενδιαφερθούν για σένα.

Ο αναπτήρας του Playboy Club και η πίπα ανήκαν στον Καπότε, αν και όπως σχολιάζει ο βιογράφος του Τζέραλντ Κλαρκ, «ο φυσικός του χώρος ήταν περισσότερο το Studio 54».

Στη Νέα Υόρκη, ο Καπότε κατάφερε να μετατρέψει όσα τον έκαναν διαφορετικό σε λόγους για τους οποίους οι άλλοι επιζητούσαν την παρέα του. Είχε ένα σπάνιο χάρισμα στην αφήγηση, μια χαρακτηριστική φωνή και μια σχεδόν εξαντλητική περιέργεια για τις ζωές των άλλων. Μπορούσε να διασκεδάσει ένα τραπέζι με μια ιστορία, να κολακέψει μια γυναίκα που όλοι φοβούνταν και να αποσπάσει από έναν διάσημο περισσότερα απ’ όσα εκείνος είχε σκοπό να αποκαλύψει. Οι άνθρωποι απολάμβαναν την παρέα του. Πολύ αργότερα θα καταλάβαιναν ότι το ενδιαφέρον του δεν σταματούσε όταν τελείωνε το δείπνο.

Η λογοτεχνική του επιτυχία είχε ήδη προηγηθεί της κοσμικής του παντοδυναμίας. Στο «Πρόγευμα στο Τίφανις», ο Καπότε δημιούργησε τη Χόλι Γκολάιτλι, μια γυναίκα που κινούνταν με άνεση στα κοσμικά σαλόνια της Νέας Υόρκης, χωρίς να έχει βρει ένα μέρος όπου να αισθάνεται πραγματικά στο σπίτι της. Το «Εν ψυχρώ», που εκδόθηκε το 1966, επαναπροσδιόρισε τις δυνατότητες της αφηγηματικής δημοσιογραφίας. Για να γράψει την ιστορία της δολοφονίας μιας οικογένειας στο Κάνσας, ο Καπότε χρειάστηκε να πλησιάσει ανθρώπους που είχαν υποστεί ή προκαλέσει ανείπωτο πόνο. Η Χάρπερ Λι τον βοήθησε στην έρευνα. Το βιβλίο ήταν ένας θρίαμβος, αλλά η σχέση του δημιουργού του με τους πραγματικούς ανθρώπους που εμφανίζονταν στις σελίδες του εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις για τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια, την τέχνη και την ηθική ευθύνη.

Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Καπότε οργάνωσε στο ξενοδοχείο Plaza το περίφημο Ασπρόμαυρο Πάρτι του. Οι προσκεκλημένοι εμφανίστηκαν με μάσκες και αυστηρά καθορισμένο ενδυματολογικό κώδικα. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της αμερικανικής κοινωνίας περίμεναν να μάθουν αν βρίσκονταν στη λίστα. Ο οικοδεσπότης, ένα παιδί που κάποτε ζούσε μακριά από τους γονείς του στην Αλαμπάμα, μπορούσε τώρα να αποφασίζει ποιος άξιζε να προσκληθεί στο πιο πολυσυζητημένο πάρτι της Νέας Υόρκης. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη ώστε η πρόσκληση απέκτησε μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη βραδιά.

Ανάμεσα στις γυναίκες που κυριαρχούσαν σε εκείνον τον κόσμο ήταν η Μπέιμπ Πέιλι, σύζυγος του Γουίλιαμ Πέιλι, του ανθρώπου που είχε δημιουργήσει την αυτοκρατορία του CBS. Η Μπέιμπ διέθετε πλούτο, κοινωνική επιρροή και μια αίσθηση κομψότητας που τα περιοδικά προσπαθούσαν διαρκώς να περιγράψουν. Ο γάμος της με τον Γουίλιαμ Πέιλι, ωστόσο, απείχε αρκετά από την εικόνα οικογενειακής ευτυχίας που παρουσίαζαν τα κοσμικά περιοδικά. Ο Καπότε την αγαπούσε βαθιά. Την αποκαλούσε μία από τις «κύκνους» του και είχε αποκτήσει μια θέση οικειότητας που ελάχιστοι άλλοι άνθρωποι μπορούσαν να διεκδικήσουν. Συζητούσαν, εμπιστεύονταν ο ένας στον άλλο προσωπικές σκέψεις, περνούσαν χρόνο μαζί. Εκείνη του άνοιξε τις πόρτες ενός κόσμου στον οποίο ακόμη και η δυστυχία έπρεπε να παρουσιάζεται με καλούς τρόπους. Αυτή η φιλία είναι ίσως το πιο οδυνηρό κεφάλαιο της ιστορίας του.

Η γραφομηχανή Olivetti Underwood ανήκε στον Τζακ Ντάνφι, τον επί χρόνια σύντροφο του Τρούμαν Καπότε, ο οποίος ήταν επίσης συγγραφέας.

Το 1975 ο Καπότε δημοσίευσε στο περιοδικό Esquire το «La Côte Basque, 1965», ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος Answered Prayers, που υποσχόταν εδώ και χρόνια ότι θα ολοκλήρωνε. Οι χαρακτήρες είχαν διαφορετικά ονόματα, αλλά οι πραγματικές τους ταυτότητες ήταν εύκολο να αναγνωριστούν. Ο συγγραφέας αποκάλυπτε απιστίες, εξευτελισμούς και μυστικά που του είχαν εμπιστευθεί άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και λεπτομέρειες που παρέπεμπαν στον γάμο της Μπέιμπ με τον Γουίλιαμ Πέιλι. Οι αναγνώστες διασκέδασαν. Οι πρωταγωνιστές αισθάνθηκαν εκτεθειμένοι.

Η Μπέιμπ έπασχε ήδη από καρκίνο του πνεύμονα. Ο Καπότε γνώριζε ότι ήταν σοβαρά άρρωστη. Γνώριζε επίσης πόσο ευάλωτη ήταν πίσω από την αψεγάδιαστη δημόσια εικόνα της. Παρ’ όλα αυτά, επέλεξε να δημοσιεύσει την ιστορία. Εκείνη δεν του ξαναμίλησε. Ο Καπότε προσπάθησε να αποκαταστήσει την επικοινωνία τους, αλλά δεν κατάφερε να την πλησιάσει ξανά. Πέθανε το 1978, χωρίς να έχουν συμφιλιωθεί. Δεν προσκλήθηκε ούτε στην κηδεία της. Δύο άνθρωποι που είχαν μοιραστεί χρόνια οικειότητας έφτασαν στο σημείο να μην μπορούν να ανταλλάξουν ούτε μια τελευταία κουβέντα. Ο Καπότε είχε χρησιμοποιήσει κάτι που γνώριζε για να γράψει κάτι που επιθυμούσε. Η Μπέιμπ είχε κάθε λόγο να αισθάνεται προδομένη. Η λογοτεχνική αξία του έργου του δεν μπορεί να ακυρώσει τον προσωπικό της πόνο. Ούτε όμως η συμπεριφορά του αρκεί για να εξηγήσει γιατί ένας τόσο προικισμένος συγγραφέας αποφάσισε να καταστρέψει σχέσεις που είχαν υπάρξει τόσο σημαντικές γι’ αυτόν.

Μια πένα Must de Cartier Trinity που ανήκε στον Τρούμαν Καπότε, με την οποία συνήθιζε να γράφει τα χειρόγραφά του.

Η εύκολη απάντηση είναι η φιλοδοξία. Αλλά ο Καπότε είχε ήδη γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Η πιο ενδιαφέρουσα εξήγηση βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στον άνθρωπο που συμμετέχει σε μια ζωή και στον συγγραφέα που τη μετατρέπει σε υλικό. Για χρόνια είχε ζήσει ανάμεσα σε δύο ταυτότητες. Ήταν ο αγαπημένος φίλος που άκουγε μυστικά και ο παρατηρητής που τα συγκρατούσε. Όταν έφτασε η στιγμή της δημοσίευσης, συμπεριφέρθηκε σαν να μην υπήρχε σύγκρουση ανάμεσά τους.

Ακολούθησε ο κοινωνικός αποκλεισμός. Οι προσκλήσεις περιορίστηκαν και οι παλιοί φίλοι σταμάτησαν να απαντούν στα τηλεφωνήματά του. Το σημαντικότερο δεν ήταν ότι ο Καπότε έχασε την πρόσβαση σε πολυτελή σπίτια. Έχασε ανθρώπους με τους οποίους είχε συνδέσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Η απομόνωση συνέπεσε με όλο και σοβαρότερα προβλήματα αλκοόλ και φαρμακευτικής εξάρτησης. Το Answered Prayers έμεινε ανολοκλήρωτο. Ο συγγραφέας που είχε μετατρέψει τη διασημότητά του σε μια διαρκή δημόσια παράσταση βρέθηκε να παρακολουθεί τους άλλους να συζητούν όλο και περισσότερο για την προσωπική του κατάρρευση και όλο και λιγότερο για τα βιβλία του.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1984, σε ηλικία 59 ετών, στο σπίτι της Τζοάν Κάρσον στο Λος Άντζελες. Η φίλη του διατήρησε μεγάλο αριθμό προσωπικών αντικειμένων και, το 2006, αποφάσισε να διαθέσει εκατοντάδες από αυτά σε δημοπρασία του οίκου Bonhams. Η συλλογή περιλάμβανε ρούχα, φωτογραφίες, χειρόγραφα, αντικείμενα καθημερινής χρήσης και αναμνήσεις μιας ζωής γεμάτης ανθρώπους, ταξίδια και κοινωνικές εμφανίσεις.

Μερικά από τα μικρά προσωπικά αντικείμενα του Καπότε. Από αριστερά και με τη φορά των δεικτών του ρολογιού: ένα πτυσσόμενο ελβετικό ρολόι ταξιδιού Paul Buhré, ένας αναπτήρας τσέπης, μια πίπα, δύο ορθογώνιες θήκες χαπιών και στο κέντρο, ένα μπουκαλάκι αρώματος από χρυσό 14 καρατίων.

Ανάμεσα στα αντικείμενα βρισκόταν ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα. Ο Καπότε είχε γράψει: «I am a genuis». Ήθελε να δηλώσει ότι ήταν ιδιοφυΐα, αλλά είχε γράψει ανορθόγραφα τη λέξη genius. Η Κάρσον θυμόταν ότι δεν μπορούσε ποτέ να τη γράψει σωστά. Είναι μια υπέροχη ανθρώπινη λεπτομέρεια. Ο συγγραφέας που είχε χτίσει μια ολόκληρη ζωή γύρω από την ευφυΐα του άφησε πίσω του μια μικρή, σχεδόν παιδική διακήρυξη μεγαλείου με ένα ορθογραφικό λάθος. Για μια στιγμή, πίσω από τον διασημότερο καλεσμένο της Νέας Υόρκης, εμφανίζεται ο άνθρωπος που εξακολουθούσε να χρειάζεται να πείσει κάποιον, ακόμη και τον εαυτό του, ότι ήταν ξεχωριστός.

Ακολούθησε η δημοπρασία της τέφρας του το 2016. Σήμερα, το 2026, προσωπικά του αντικείμενα επιστρέφουν ξανά στην αγορά. Κάθε τέτοια πώληση υπόσχεται στον συλλέκτη μια μορφή οικειότητας. Ένα προσωπικό αντικείμενο φαίνεται να διατηρεί κάτι από τον άνθρωπο που το χρησιμοποιούσε. Η κατοχή του προσφέρει μια παράξενη ικανοποίηση, την αίσθηση ότι η απόσταση ανάμεσα στον θαυμαστή και στον διάσημο νεκρό μπορεί να μικρύνει με μια οικονομική συναλλαγή.

Οι συλλέκτες θα αποκτήσουν αντικείμενα με ιστορία, αλλά η ιστορία αυτή δεν τους παραχωρεί το δικαίωμα να γνωρίσουν τον άνθρωπο που τα κατείχε. Η απόσταση ανάμεσα στον Καπότε και σε όσους τον θαυμάζουν εξακολουθεί να καλύπτεται καλύτερα από τα βιβλία του παρά από τα προσωπικά του υπάρχοντα. Στο «Εν ψυχρώ» παραμένει η αμφιλεγόμενη σχέση ανάμεσα στη δημοσιογραφική έρευνα και την ανθρώπινη οδύνη. Στο «Πρόγευμα στο Τίφανις» εξακολουθεί να ζει η γοητευτική, απελπισμένη επιθυμία για μια διαφορετική ζωή. Και στις σελίδες του Answered Prayers παραμένει η ενοχλητική υπενθύμιση ότι μια εξαιρετική λογοτεχνική ματιά δεν συνοδεύεται υποχρεωτικά από εξίσου εξαιρετική ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ο Καπότε γνώριζε καλύτερα από τους περισσότερους την αξία ενός μυστικού. Ήξερε επίσης ότι οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν ακριβά για να αποκτήσουν όσα δεν τους ανήκουν. Εκείνο που μάλλον δεν είχε υπολογίσει ήταν ότι, πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, θα συνέχιζε να προσφέρει στους αγνώστους ακριβώς αυτό που κάποτε προσπαθούσε να αποσπάσει από τους φίλους του: πρόσβαση στην ιδιωτική του ζωή.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;