Skip to main content
Sports Icons

Βασίλης Χατζηπαναγής: Είναι ο GOAT του ελληνικού ποδοσφαίρου;

Χωρίς πρωτάθλημα, χωρίς διεθνή καριέρα αντάξια του ταλέντου του, ο «Βάσια» έγινε θρύλος του Ηρακλή και αγαπήθηκε πέρα από τις εξέδρες του. Είναι τελικά ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών;

vasilis-chatzipanagis

Με αφορμή τα 72α γενέθλιά του, επιστρέφουμε στην ιστορία του «Βάσια». Στις γεμάτες εξέδρες του Ηρακλή, στις μεγάλες ευκαιρίες που χάθηκαν και σε μια ντρίμπλα που εξακολουθεί να συγκινεί. Ήταν ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών ή το μεγαλύτερο ταλέντο που δεν έφτασε ποτέ στα όριά του;

Στις 26 Οκτωβρίου ο Βασίλης Χατζηπαναγής έγινε 72 ετών. Στο Καυτανζόγλειο δεν έχει παίξει εδώ και δεκαετίες, αλλά υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θυμούνται τις Κυριακές τους με έναν παράξενο τρόπο: πρώτα τη ντρίμπλα, ύστερα το σκορ. Ο «Βάσια» δεν τους άφησε μια τροπαιοθήκη γεμάτη τίτλους. Τους άφησε την αίσθηση ότι όσο είχε την μπάλα στα πόδια του, μπορούσε να συμβεί κάτι που δεν είχαν ξαναδεί.

Γι’ αυτό και η συζήτηση επιστρέφει πάντα σε ένα ερώτημα. Ήταν ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών; Δεν πήρε πρωτάθλημα, δεν αγωνίστηκε σε μεγάλο σύλλογο του εξωτερικού, δεν έπαιξε σε Μουντιάλ ή Euro. Οι τίτλοι που κατέκτησε και η διεθνής καριέρα που δεν έκανε μοιάζουν δυσανάλογα μικροί μπροστά στο ταλέντο του Πενήντα χρόνια αργότερα, το όνομά του εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή κάθε συζήτησης για τον μεγαλύτερο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών

Γεννήθηκε το 1954 στην Τασκένδη από οικογένεια Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έμαθε την μπάλα και εκεί άρχισε να ξεχωρίζει, φορώντας τη φανέλα της Παχτακόρ. Πρόλαβε να συμμετάσχει και σε σοβιετικές εθνικές ομάδες. Τον Νοέμβριο του 1975 έφτασε στη Θεσσαλονίκη για τον Ηρακλή. Ήταν 21 ετών και ερχόταν σε μια χώρα που γνώριζε κυρίως από τις ιστορίες της οικογένειάς του και βρέθηκε μπροστά σε μια υποδοχή που έμοιαζε με υποδοχή παλιού αγαπημένου.

Η ποδοσφαιρική Ελλάδα που συνάντησε είχε κακούς αγωνιστικούς χώρους, δυνατά μαρκαρίσματα και αμυντικούς που θεωρούσαν τη ντρίμπλα προσωπική προσβολή. Ο Χατζηπαναγής απαντούσε με τον δικό του ρυθμό. Επιβράδυνε μπροστά στον αντίπαλο, περίμενε να μεταφέρει το βάρος του σώματος, άλλαζε πορεία πριν προλάβει εκείνος να ισορροπήσει. Το αριστερό του πόδι έμοιαζε να ξέρει πού θα πάει ο αμυντικός ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα.

Κάποιοι τον έλεγαν «Νουρέγιεφ». Η παρομοίωση περιέγραφε την κίνησή του αλλά δεν έλεγε όλη την αλήθεια. Ο «Βάσια» μπορούσε να γίνει υπερβολικός. Να κρατήσει την μπάλα για μία ντρίμπλα ακόμη, να προτιμήσει τον δύσκολο δρόμο ενώ υπήρχε ανοιχτός συμπαίκτης. Άλλος προπονητής θα ζητούσε πιο γρήγορη πάσα. Η εξέδρα από την άλλη περίμενε ακριβώς εκείνη την καθυστέρηση. Γιατί ήξερε ότι η επόμενη κίνηση ίσως άξιζε από μόνη της το εισιτήριο.

Στις 14 Μαρτίου 1982 απέναντι στην ΑΕΚ, ο Τάκης Στυλιανόπουλος προσπάθησε να τον μαρκάρει κοντά στην πλάγια γραμμή. Ένα τακουνάκι άλλαξε ξαφνικά την κατεύθυνση της μπάλας και ο αμυντικός έμεινε πίσω του. Ο Ηρακλής νίκησε 3-2, αλλά η φάση έζησε περισσότερο από τον αγώνα. Την είπαν «ντρίμπλα του αιώνα». Όσοι την είδαν από την εξέδρα είχαν κάτι να αφηγούνται για χρόνια. Όσοι γεννήθηκαν αργότερα την ανακάλυψαν σε βίντεο από αυτά που δεν χρειάζονται σχολιαστή.

Το ταλέντο πάντως δεν μπορεί να κριθεί μόνο από τις ωραίες κινήσεις. Στις 9 Ιουνίου 1976 στον τελικό Κυπέλλου με τον Ολυμπιακό, ο Χατζηπαναγής πέτυχε δύο γκολ. Το ματς έληξε 4-4 μετά την παράταση και κρίθηκε στα πέναλτι. Ο ίδιος αστόχησε, ο Ηρακλής όμως κατέκτησε το Κύπελλο. Ακολούθησε το Βαλκανικό Κύπελλο του 1985. Αυτές ήταν οι μεγάλες ομαδικές διακρίσεις του. Πολύ λίγες θα πει όποιος ψάχνει αποδείξεις μεγαλείου στους τίτλους. Δεν θα έχει άδικο.

Η διαδρομή του δεν εξελίχθηκε μόνο από τις επιλογές που έκανε στο γήπεδο. Ο ίδιος έχει μιλήσει για το διετές συμβόλαιο με τον Ηρακλή, στο οποίο υπήρχε όρος μονομερούς επέκτασης για πολλά χρόνια. Έχει αναφέρει ενδιαφέρον από την Άρσεναλ, τη Ρόμα και τη Στουτγκάρδη. Δεν έφυγε. Δεν ξέρουμε τι θα πετύχαινε αν είχε δοκιμαστεί στην Αγγλία ή στην Ιταλία. Και δεν μπορούμε να του πιστώσουμε τίτλους που δεν κέρδισε. Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι στερήθηκε μια ουσιαστική ευκαιρία να μετρήσει τις δυνατότητές του στο υψηλότερο επίπεδο.

Ανάλογο κενό άφησε η Εθνική Ελλάδας. Τον Μάιο του 1976 έπαιξε σε φιλικό με την Πολωνία, αλλά οι προηγούμενες συμμετοχές του με σοβιετικές εθνικές ομάδες δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει. Μια ολόκληρη γενιά δεν τον είδε να οδηγεί την Ελλάδα σε διεθνείς αγώνες. Για τον ίδιο ήταν απώλεια όπως έχει παραδεχθεί. Για το ελληνικό ποδόσφαιρο ήταν μια δυνατότητα που έμεινε ανεκμετάλλευτη.

Στις 17 Οκτωβρίου 1991 στο Καυτανζόγλειο, ο Ηρακλής διοργάνωσε τον αποχαιρετιστήριο αγώνα του. Οι εξέδρες χειροκρότησαν έναν ποδοσφαιριστή που είχε περάσει σχεδόν όλη την ποδοσφαιρική ζωή του στην ίδια ομάδα. Στην περίπτωση του Χατζηπαναγή, αυτή η αφοσίωση μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: ως σπάνιος δεσμός με έναν σύλλογο και ως υπενθύμιση μιας καριέρας που δεν απέκτησε ποτέ τη διεθνή σκηνή που της άξιζε.

Το 2004 στους εορτασμούς της πεντηκονταετίας της UEFA, η ΕΠΟ τον επέλεξε ως κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή της προηγούμενης πεντηκονταετίας. Ήταν μια σημαντική αναγνώριση χωρίς όμως να βάζει οριστικό τέλος στη συζήτηση για τον κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών. Ο Δομάζος, ο Κούδας, ο Μαύρος, ο Ζαγοράκης, ο Καραγκούνης διαθέτουν ο καθένας διαφορετικά και σοβαρά επιχειρήματα. Οι τίτλοι, η διάρκεια, η παρουσία σε μεγάλες διοργανώσεις μετρούν. Το GOAT δεν μπορεί να αποφασίζεται με μια συλλογή από θεαματικές ντρίμπλες.

Ο Χατζηπαναγής όμως πέτυχε κάτι που δεν καταγράφεται στις στατιστικές. Έκανε φιλάθλους άλλων ομάδων να πηγαίνουν στο Καυτανζόγλειο για να δουν τον Ηρακλή. Έδωσε στην πόλη μια κοινή ανάμνηση πέρα από τα χρώματα των συλλόγων. Το παιχνίδι του πέρασε από τις εξέδρες στις αφηγήσεις και από τις αφηγήσεις στις επόμενες γενιές. Εκεί βρίσκεται η αντοχή του μύθου του και όχι στην υπόθεση ότι σίγουρα θα είχε θριαμβεύσει αν έφευγε στο εξωτερικό.

Στα 72 του ο «Βάσια» παραμένει ένας δύσκολος υποψήφιος για οποιαδήποτε οριστική κατάταξη. Μπορεί άλλοι να πέτυχαν περισσότερα. Αλλά αν μπορούσαμε να γυρίσουμε για ένα απόγευμα πίσω, να βρεθούμε στο Καυτανζόγλειο και να διαλέξουμε έναν Έλληνα ποδοσφαιριστή για να δούμε από κοντά, πόσοι θα αντιστέκονταν στον πειρασμό να περιμένουν εκείνη την επόμενη ντρίμπλα; Ακόμη κι αν στο τέλος ο Ηρακλής έχανε. Χρόνια πολλά Βάσια.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;