Η μεγάλη νικήτρια της Βενετίας έχει έναν τίτλο που μοιάζει σχεδόν υπερβολικά κατάλληλος για την εποχή μας. «Woman Unknown». Μια άγνωστη γυναίκα. Μια γυναίκα που η Ιστορία μπορεί εύκολα να προσπεράσει, η κοινωνία να καταδικάσει και το βλέμμα των άλλων να μετατρέψει σε δημόσια περιουσία. Η ταινία της Δανοαιγύπτιας Μέι Ελ-Τούκι κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όμως η σημασία της νίκης της δεν βρίσκεται μόνο στο κορυφαίο βραβείο. Βρίσκεται σε αυτό που η ταινία, σχεδόν πεισματικά, απαιτεί να κοιτάξουμε. Το «Woman Unknown» διαδραματίζεται στη Δανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια νεαρή οικιακή βοηθός βρίσκεται ένα βήμα πριν από έναν γάμο που θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή της, όταν μια παλαιότερη σχέση με Γερμανό στρατιώτη επιστρέφει για να απειλήσει τα πάντα. Θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη ιστορικό μελόδραμα για ένα μυστικό που βγαίνει στην επιφάνεια. Η Ελ-Τούκι όμως ενδιαφέρεται λιγότερο για το μυστικό και περισσότερο για εκείνους που θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να το δικάσουν.

Στη μεταπολεμική Ευρώπη, γυναίκες που είχαν σχέσεις με Γερμανούς στρατιώτες βρέθηκαν συχνά στο στόχαστρο δημόσιας ταπείνωσης και εκδίκησης. Η ήττα, η κατοχή, η συνεργασία, η ντροπή και η ανάγκη μιας κοινωνίας να βρει ενόχους συγκεντρώθηκαν πάνω στα σώματά τους. Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο της ταινίας. Όπως το έθεσε η ίδια η σκηνοθέτις, το γυναικείο σώμα ως «πεδίο μάχης» και ως δημόσια υπόθεση. Η φράση θα μπορούσε να ακουστεί σαν διατύπωση φεστιβαλικής συνέντευξης αν δεν παρέμενε τόσο επίκαιρη. Ο έλεγχος του γυναικείου σώματος, η αναπαραγωγή, η σεξουαλικότητα, η ντροπή, η επιθυμία και η κοινωνική πειθαρχία εξακολουθούν να αποτελούν πολιτικά ζητήματα πολύ πέρα από την εποχή της ταινίας. Το «Woman Unknown» κοιτάζει προς το παρελθόν και βρίσκει εκεί κάτι που δεν έφυγε ποτέ εντελώς.
Η Ματίλντ Αρσέλ, που απέσπασε και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, βρίσκεται στο κέντρο αυτής της σύγκρουσης. Η ηρωίδα της δεν καλείται απλώς να προστατεύσει ένα μέλλον. Καλείται να επιβιώσει από τη στιγμή που οι γύρω της αποφασίζουν ότι το παρελθόν της τούς ανήκει. Και η ειρωνεία γίνεται μεγαλύτερη όταν η ιστορία βγαίνει έξω από την οθόνη. Η Ελ-Τούκι ήταν η μοναδική γυναίκα σκηνοθέτις ταινίας μυθοπλασίας ανάμεσα στις 21 συμμετοχές του βασικού διαγωνιστικού τμήματος. Έτσι ένα φεστιβάλ που τελικά έδωσε τον Χρυσό Λέοντα σε μια ταινία για τις γυναίκες που μένουν αόρατες έφτασε στη λήξη του έχοντας ήδη δεχτεί κριτική για το πόσες γυναίκες είχε αφήσει εκτός της κεντρικής του σκηνής.

Η ίδια η Ελ-Τούκι δεν προσπάθησε να χαμηλώσει τη συζήτηση. Μίλησε για συστημικό πρόβλημα και για την αργή, δύσκολη διαδρομή που χρειάστηκε μέχρι να καταφέρει να κάνει την πρώτη της ταινία. Μετά το #MeToo δημιουργήθηκε για ένα διάστημα η αίσθηση ότι ο κινηματογράφος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει το μέγεθος της ανισότητας πίσω από την κάμερα. Η πρόοδος όμως δεν λειτουργεί αυτόματα. Δεν αρκούν δύο καλές χρονιές, μερικές βραβεύσεις και αρκετές συζητήσεις για να εξαφανιστούν οι μηχανισμοί που επί δεκαετίες καθόριζαν ποιος έχει πρόσβαση στα χρήματα, στα στούντιο, στα φεστιβάλ και τελικά στο δικαίωμα να αφηγείται ιστορίες.
Αυτό ήταν ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της φετινής Βενετίας. Οι μεγάλες ταινίες της δεν έμοιαζαν μεταξύ τους, αλλά άρχισαν σχεδόν από μόνες τους να συνομιλούν γύρω από το ίδιο ερώτημα: ποιος έχει δύναμη πάνω στη ζωή κάποιου άλλου; Ο Λι Τσανγκ-ντονγκ επέστρεψε στη μυθοπλασία για πρώτη φορά μετά το «Burning» του 2018 και κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής με το «Possible Love». Στο δικό του σύμπαν το πεδίο μάχης δεν είναι το σώμα αλλά η εργασία. Δύο ζευγάρια κινούνται σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογική αλλαγή αρχίζει να διαλύει όσα θεωρούσαμε δεδομένα: δουλειά, κοινωνική θέση, ανθρώπινη χρησιμότητα, ακόμη και την αίσθηση ότι η ζωή ακολουθεί μια στοιχειώδη σειρά. Ο Λι δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως ένα εύκολο κακό. Το ερώτημά του είναι πιο δύσκολο. Τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία μπορεί να συνεχίσει να παράγει χωρίς να χρειάζεται όλους τους ανθρώπους που μέχρι χθες θεωρούσε απαραίτητους; Και τι απομένει από την αξιοπρέπεια όταν η εργασία, γύρω από την οποία οργανώσαμε τόσο μεγάλο μέρος της ταυτότητάς μας, αρχίζει να εξαφανίζεται;

Ακόμη πιο σκοτεινό ήταν το «NAZA» των Γιουβάλ Αμπραχάμ και Ρέιτσελ Σορ, που κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής. Το ντοκιμαντέρ συγκεντρώνει μαρτυρίες Ισραηλινών στρατιωτικών και στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών και εξετάζει τη χρήση τεχνολογικών συστημάτων και τεχνητής νοημοσύνης στον πόλεμο της Γάζας. Εδώ η τεχνολογία δεν απειλεί να αφαιρέσει μια θέση εργασίας. Μπαίνει μέσα στη διαδικασία επιλογής ανθρώπινων στόχων. Αυτό είναι και το πιο ανατριχιαστικό σημείο της ταινίας: η απόσταση. Ο πόλεμος του 21ου αιώνα μπορεί να περνά μέσα από δεδομένα, συστήματα, ποσοστά και οθόνες. Η πιθανότητα να σκοτωθούν άμαχοι μπορεί να γίνει παράμετρος. Το ανθρώπινο σώμα μπορεί να μετατραπεί σε κουκκίδα πάνω σε ένα interface. Οι δημιουργοί του «NAZA» επιμένουν ότι όσα κατέγραψαν δεν συνιστούν απλώς μεμονωμένα λάθη αλλά χαρακτηριστικά ενός συστήματος. Και η αίθουσα στη Βενετία αντέδρασε με ένα σχεδόν 25λεπτο standing χειροκρότημα.

Τα χειροκροτήματα στα μεγάλα φεστιβάλ έχουν γίνει ένα μικρό παράλληλο άθλημα. Μετριούνται, συγκρίνονται, γίνονται τίτλοι. Είκοσι λεπτά, είκοσι δύο, είκοσι πέντε. Στην περίπτωση του «NAZA», όμως, η διάρκεια έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή κάποια στιγμή παύει να είναι χειροκρότημα για μια ταινία. Γίνεται η αμήχανη αντίδραση μιας αίθουσας απέναντι σε όσα μόλις είδε. Και μέσα σε αυτή τη Βενετία υπήρξε μια ελληνική ταινία που έφερε τη συζήτηση πολύ πιο κοντά μας. Η Ζακλίν Λέντζου κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας του Orizzonti για το «Μια μέρα στη ζωή της Τζο: Κεφάλαιο Φαίδρα», μια ιστορία ενηλικίωσης που ξεκινά από μια κανονική ημέρα και οδηγείται βίαια στην απώλεια. Η αφετηρία βρίσκεται στη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008 στην Αθήνα.

Η Λέντζου δεν πήγε στη σκηνή για να παρουσιάσει τη βράβευση σαν προσωπική δικαίωση. Μίλησε για το πόσο δύσκολο έχει γίνει να παράγεται ελεύθερο, ανεξάρτητο σινεμά και έκλεισε με μια φράση που δεν χρειάζεται καμία κινηματογραφική μεταφορά: «Σταματήστε να σκοτώνετε παιδιά». Η ταινία της απέσπασε επίσης το Βραβείο Συμπερίληψης και Βιωσιμότητας Edipo Re, ενώ μια δεύτερη ελληνική παρουσία, το «Our Share of Sand» της Σαλίνι Αντνάνι, σε συμπαραγωγή του Γιώργου Καρναβά της Heretic, κέρδισε το People’s Choice Award στην Εβδομάδα Κριτικής και ειδική μνεία για σκηνοθεσία και σενάριο.
Είναι δελεαστικό να κοιτάζει κανείς ένα μεγάλο φεστιβάλ μέσα από τη λογική των βραβείων. Ποιος κέρδισε, ποιος έχασε, ποιος μπαίνει στην οσκαρική κούρσα, ποια ταινία θα γίνει το επόμενο μεγάλο arthouse γεγονός. Η φετινή Βενετία είχε όλα αυτά. Τον Τζον Μάλκοβιτς να κερδίζει το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για το «Wild Horse Nine» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, τον Ίλια Κρζάνοφσκι να τιμάται για τη σκηνοθεσία του «DAU», νέες ταινίες, μεγάλα ονόματα, συζητήσεις και προβλέψεις. Αν όμως μείνει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον από αυτή τη διοργάνωση, δεν θα είναι ο πίνακας των βραβείων. Θα είναι οι άνθρωποι που οι ταινίες της αποφάσισαν να μην αφήσουν να εξαφανιστούν.
Μια γυναίκα που κάποτε αγάπησε τον λάθος άνδρα και μια ολόκληρη κοινωνία αποφάσισε ότι είχε δικαίωμα να την τιμωρήσει. Ένας εργαζόμενος που βλέπει τον κόσμο να προχωρά χωρίς να ξέρει αν υπάρχει ακόμη θέση γι’ αυτόν. Ένας άμαχος που μπορεί να γίνει δεδομένο σε ένα στρατιωτικό σύστημα. Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί που βγαίνει από το σπίτι του στην Αθήνα και δεν επιστρέφει. Ο κινηματογράφος δεν σώζει αυτούς τους ανθρώπους. Δεν σταματά έναν πόλεμο, δεν καταργεί την ανισότητα, δεν επιστρέφει τα παιδιά που χάθηκαν. Όποιος ζητά τόσα από μια ταινία ζητά από την τέχνη να κάνει τη δουλειά που απέτυχαν να κάνουν η πολιτική και οι κοινωνίες. Μπορεί όμως να κάνει κάτι μικρότερο και πολύ πιο ουσιαστικό: να κοιτάξει έναν άνθρωπο που ο κόσμος είχε μάθει να μην κοιτάζει και να αρνηθεί να τον αποκαλέσει άγνωστο.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







