Η Βάιολετ Ντίκινσον είχε ύψος περίπου 1,88 μέτρα, αρκετά χρήματα ώστε να μη χρειάζεται να εργαστεί, δικό της σπίτι και καμία ιδιαίτερη διάθεση να οργανώσει τη ζωή της γύρω από έναν σύζυγο. Στην Αγγλία των αρχών του 20ού αιώνα αυτό δεν ήταν η ζωή που προοριζόταν για μια γυναίκα της τάξης της. Η οικογένειά της ανήκε στην εύπορη γαιοκτητική αριστοκρατία, εκεί όπου οι γυναίκες μάθαιναν από νωρίς ποια διαδρομή όφειλαν να ακολουθήσουν. Η Ντίκινσον πήγε αλλού. Δεν παντρεύτηκε, ταξίδεψε, έγραψε, ερεύνησε την οικογενειακή της ιστορία και έχτισε στο Hertfordshire το Burnham Wood, ένα σπίτι όπου μπορούσε να οργανώνει τη ζωή της με τους δικούς της όρους. Όταν η εικοσάχρονη Βιρτζίνια Στίβεν —όπως λεγόταν πριν παντρευτεί τον Λέοναρντ Γουλφ το 1912— τη γνώρισε το 1902, η Βάιολετ ήταν δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτερή της. Κάποια στιγμή η νεαρή Βιρτζίνια την αποκάλεσε «επικίνδυνη γυναίκα». Η Ντίκινσον δεν σχεδίαζε επαναστάσεις. Έκανε κάτι πιο ανησυχητικό για την εποχή της: έδειχνε ότι μια γυναίκα μπορούσε να ζήσει καλά χωρίς να έχει ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδρομή.
Η Βιρτζίνια γοητεύτηκε. Οι επιστολές τους και οι βιογραφίες της Γουλφ έχουν τροφοδοτήσει για χρόνια τη συζήτηση για το αν η σχέση τους ήταν ερωτική. Ο Κουεντίν Μπελ πίστευε πως ήταν. Η ακριβής φύση της σχέσης ίσως να μη λυθεί ποτέ και, τελικά, δεν είναι το πιο ενδιαφέρον πράγμα σε αυτήν. Η Ντίκινσον δεν πρόσφερε στη Γουλφ απλώς ένα αντικείμενο επιθυμίας. Της πρόσφερε κάτι πιο σπάνιο όταν είσαι είκοσι χρονών: μια πιθανή εκδοχή του μέλλοντός σου. Την εποχή εκείνη η Βιρτζίνια Στίβεν δεν ήταν ακόμη η Βιρτζίνια Γουλφ. Δεν είχε γράψει τη κυρία Νταλογουέι, τον Φάρο ή το Ορλάντο. Δεν υπήρχε Hogarth Press ούτε το Ένα δικό της δωμάτιο. Υπήρχε μια νεαρή γυναίκα που ήθελε να γίνει συγγραφέας και προσπαθούσε να καταλάβει πώς θα μπορούσε να υπάρξει μέσα σε μια κοινωνία που είχε ήδη γράψει μεγάλο μέρος του σεναρίου της ζωής της.

Μετά τον θάνατο του πατέρα της το 1904, η Βιρτζίνια πέρασε μια σοβαρή ψυχική κρίση και για ένα διάστημα έζησε στο Burnham Wood, όπου η Ντίκινσον τη φρόντισε. Εκεί έβλεπε μια μεγαλύτερη γυναίκα να ζει σε έναν χώρο που είχε επιλέξει για τον εαυτό της, χωρίς σύζυγο στο κέντρο της εικόνας, και αυτό για μια νεαρή γυναίκα της εποχής, ήταν ήδη μια μορφή ελευθερίας. Η Ντίκινσον διάβαζε επίσης τα κείμενά της, την ενθάρρυνε και τη βοήθησε να αποκτήσει επαφές με έντυπα. Ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που συμπεριφέρθηκαν στη νεαρή Βιρτζίνια σαν να μπορούσε πράγματι να γίνει αυτό που έλεγε ότι ήθελε να γίνει.
Το 1907 στα 25 της, η Γουλφ έγραψε τρεις παράξενες κωμικές ιστορίες για τη φίλη της. Στο Friendships Gallery, στο The Magic Garden και στο A Story to Make You Sleep, η Βάιολετ παύει να υπακούει ακόμη και στους περιορισμούς της πραγματικότητας. Μετατρέπεται σε σχεδόν μυθολογική ηρωίδα, ταξιδεύει, αναστατώνει κοινωνικές συμβάσεις, φτιάχνει το δικό της σπίτι και αρνείται τη συνηθισμένη λογοτεχνική μοίρα που περίμενε τις γυναίκες. Το 2022, η μελετήτρια της Γουλφ, Urmila Seshagiri. βρήκε μια αναθεωρημένη εκδοχή αυτών των κειμένων. Η ανακάλυψη έδειξε ότι δεν επρόκειτο απλώς για ένα μεταξύ τους αστείο που η Γούλφ είχε εγκαταλείψει. Το 2025 κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε πλήρη μορφή, στο βιβλίο με τον τίτλο Η ζωή της Βάιολετ.

Διαβάζοντάς τα σήμερα, διακρίνεις κάτι σαν το πρώτο σχέδιο ενός χάρτη. Η κοινωνία που αποφασίζει τι πρέπει να είναι μια γυναίκα, ο γάμος ως προορισμός, το σπίτι, τα χρήματα, η ανάγκη για χώρο, η δυνατότητα μιας γυναίκας να είναι μόνη χωρίς η μοναχικότητα να παρουσιάζεται ως τραγωδία. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, στο Ένα δικό της δωμάτιο, όλα αυτά θα έχουν αποκτήσει πολιτική ακρίβεια. Θα ήταν υπερβολικά βολικό να πούμε ότι η Βάιολετ Ντίκινσον «ενέπνευσε» το Δικό της δωμάτιο. Η λογοτεχνία δεν λειτουργεί σαν σειρά από ντόμινο. Πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολύ πριν διατυπώσει τη θεωρία, η Γουλφ είχε γνωρίσει μια γυναίκα που είχε δοκιμάσει να κατακτήσει μερικά από όσα εκείνη αργότερα θα ζητούσε για όλες τις γυναίκες.
Μόνο που η σχέση ανάμεσα στις δύο γυναίκες δεν ήταν τόσο απλή όσο θα βόλευε την ιστορία μας. Η Ντίκινσον, όσο ασυνήθιστη κι αν ήταν, δεν βρισκόταν έξω από τις συμβάσεις που την είχαν διαμορφώσει. Όταν η Βιρτζίνια και τα αδέλφια της άφησαν το Hyde Park Gate για το Bloomsbury, επιλέγοντας μια ζωή πολύ πιο ελεύθερη από εκείνη για την οποία είχαν μεγαλώσει, ακόμη και η «επικίνδυνη γυναίκα» είχε τις αντιρρήσεις της. Η Ντίκινσον της έδειξε ότι υπήρχε κι άλλος τρόπος να ζήσει. Η Βιρτζίνια πήρε αυτή τη δυνατότητα και την πήγε πολύ πιο μακριά απ’ όσο ίσως μπορούσε να φανταστεί η ίδια η γυναίκα που της την αποκάλυψε.
Η Βιρτζίνια Στίβεν είδε στη Βάιολετ Ντίκινσον μια ζωή που δεν όριζε ο γάμος. Χρόνια αργότερα, η ίδια αυτή δυνατότητα θα γινόταν στη γραφή της κάτι πολύ μεγαλύτερο από προσωπική επιλογή. Θα τη μετέτρεπε σε ερώτηση για όλες τις γυναίκες: ποιος έχει χρήματα, ποιος έχει χρόνο, ποιος κλείνει μια πόρτα και ξέρει ότι κανείς δεν θα μπει χωρίς να χτυπήσει; Αυτά τα τρία μικρά κείμενα μάς επιτρέπουν να συναντήσουμε για λίγο τη Γουλφ χωρίς το βάρος του ονόματος «Βιρτζίνια Γουλφ». Μια γυναίκα 25 ετών που δεν γνωρίζει ακόμη ποια βιβλία θα γράψει ή πόσο μακριά θα φτάσουν οι ιδέες της. Ξέρει μόνο ότι απέναντί της υπάρχει κάποια που της φαίνεται ασυνήθιστη, γοητευτική και λίγο επικίνδυνη και αρχίζει να γράφει γι’ αυτήν. Πριν υπάρξει το δωμάτιο λοιπόν, υπήρξε η Βάιολετ. Όχι επειδή έδωσε στη Βιρτζίνια Γουλφ την ιδέα, αλλά επειδή κάποτε, όταν η ιδέα δεν είχε ακόμη όνομα, της έδειξε ότι μια γυναίκα μπορούσε να ανοίξει μια πόρτα, να περάσει μέσα και να αποφασίσει μόνη της τι θα κάνει με τον χώρο.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







