Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ μοιάζει με άνθρωπο που θα έπρεπε να έχει μείνει στον 20ό αιώνα. Η γραφομηχανή, τα δωμάτια ξενοδοχείων, η Ταγγέρη, το Παρίσι, η Νέα Υόρκη, τα ναρκωτικά, τα όπλα, η παρέα του Άλεν Γκίνσμπεργκ και του Τζακ Κέρουακ, ολόκληρος εκείνος ο κόσμος που αργότερα θα συμπυκνωνόταν κάτω από την ετικέτα της Beat Generation. Για δεκαετίες όλα αυτά αρκούσαν για να στηθεί γύρω του ένας σχεδόν τέλειος λογοτεχνικός μύθος: ο συγγραφέας που δεν ακολουθούσε κανόνες επειδή, υποτίθεται, είχε βρεθεί σε μέρη όπου οι κανόνες δεν είχαν πια σημασία. Μόνο που ο Μπάροουζ δεν έμεινε εκεί. Τα βιβλία του εξακολουθούν να επιστρέφουν, ενώ η σκοτεινή ιστορία πίσω από το Queer ήρθε ξανά στο προσκήνιο όταν ο Λούκα Γκουαντανίνο το μετέφερε στον κινηματογράφο με τον Ντάνιελ Κρεγκ και μια νεότερη γενιά τον συναντά χωρίς να έχει μεγαλώσει με την υποχρέωση να θεωρεί την Beat Generation προφήτες της ελευθερίας. Αυτό αλλάζει τη συνάντηση, γιατί ο Μπάροουζ έρχεται σήμερα μαζί με όλα όσα γνωρίζουμε πλέον γι’ αυτόν και με μια ερώτηση που ίσως είναι δυσκολότερη από τα ίδια τα βιβλία του.

Για να φτάσουμε όμως σε αυτή την ερώτηση, πρέπει πρώτα να θυμηθούμε γιατί εξακολουθούμε να ασχολούμαστε μαζί του. Ο Μπάροουζ δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος με εντυπωσιακή βιογραφία. Ήταν ένας συγγραφέας που αποφάσισε ότι ακόμη και η πρόταση είχε υπερβολική τάξη. Με την τεχνική της κοπής και ανασύνθεσης (cut-up), έκοβε κείμενα κυριολεκτικά σε κομμάτια και τα συναρμολογούσε ξανά. Οι λέξεις έχαναν τη θέση που τους είχε δοθεί και αποκτούσαν καινούργιες σχέσεις μεταξύ τους. Δεν διάβαζες τόσο μια ιστορία όσο έμπαινες σε μια κατάσταση. Στο Γυμνό Γεύμα και αργότερα στην Νόβα Εξπρές, η γλώσσα κινείται σαν κάτι που έχει ξεφύγει από τον έλεγχο του ίδιου του συγγραφέα. Σεξ, εξάρτηση, επιστημονική φαντασία, πολιτική, φόβος, εικόνες που εμφανίζονται και εξαφανίζονται προτού προλάβεις να τις βάλεις σε τάξη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 όλα αυτά μπορούσαν να μοιάζουν με επίθεση στη λογική. Σήμερα μοιάζουν παράξενα οικεία. Ανοίγεις το τηλέφωνό σου και βλέπεις έναν πόλεμο. Σκρολάρεις και εμφανίζεται ένα αστείο βίντεο, μετά μια πολιτική δήλωση, ένα ζευγάρι παπούτσια, ένας θάνατος, μια συνταγή, μια διαφήμιση, ένα σώμα, μια καταστροφή και πάλι ένα αστείο. Μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό έχεις περάσει από διαφορετικές πραγματικότητες χωρίς καμία να έχει ολοκληρωθεί. Ο Μπάροουζ χρησιμοποιούσε ψαλίδι και χαρτί. Εμείς κουβαλάμε αυτή τη μέθοδο στην τσέπη μας.

Ίσως γι’ αυτό η γραφή του αποκτά σήμερα μια παράξενη δεύτερη ζωή. Όχι επειδή έγινε ευκολότερη — δεν έγινε — αλλά επειδή ο κόσμος πλησίασε λίγο περισσότερο τη μορφή της. Η διάσπαση, οι πληροφορίες που συγκρούονται μεταξύ τους, η αίσθηση ότι κάποιος άλλος έχει ήδη συναρμολογήσει την πραγματικότητα πριν τη δούμε, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην καθημερινή μας εμπειρία απ’ όσο βρίσκονταν όταν ο Μπάροουζ έκοβε σελίδες πάνω σε ένα τραπέζι. Από εδώ θα μπορούσε να ξεκινήσει η εύκολη εκδοχή της ιστορίας: ο οραματιστής συγγραφέας που είδε το μέλλον, ο άνθρωπος του περιθωρίου που επηρέασε τη μουσική, τη λογοτεχνία και την αντικουλτούρα, από την Πάτι Σμιθ και τον Ντέιβιντ Μπόουι μέχρι τον Κερτ Κομπέιν. Ένα ακόμη κεφάλαιο στην ιστορία ανθρώπων που έζησαν ακραία και άφησαν πίσω τους έργο πολύ μεγαλύτερο από τη ζωή τους. Μόνο που μέσα σε αυτή την ιστορία υπάρχει η Τζόαν Βόλμερ.

Το 1951 στο Μεξικό, ο Μπάροουζ σήκωσε ένα πιστόλι και σημάδεψε ένα ποτήρι που βρισκόταν πάνω στο κεφάλι της. Σύμφωνα με την εκδοχή που δόθηκε τότε, επρόκειτο για ένα παιχνίδι Γουλιέλμου Τέλλου. Πυροβόλησε και η σφαίρα τη βρήκε στο μέτωπο. Η Τζόαν Βόλμερ ήταν 28 ετών. Ο Μπάροουζ ήταν 37. Χρόνια αργότερα θα έγραφε ότι χωρίς τον θάνατό της πιθανότατα δεν θα είχε γίνει συγγραφέας. Από εκείνο το σημείο αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ακούμε την ιστορία του, γιατί για πολλές δεκαετίες η κουλτούρα είχε έναν εντυπωσιακά αποτελεσματικό μηχανισμό για τέτοιες περιπτώσεις. Έπαιρνε την εξάρτηση, τη βία και την αυτοκαταστροφή και τις τύλιγε σε μερικές καλές λέξεις. Ο καλλιτέχνης ήταν «σκοτεινός», «επικίνδυνος», «καταραμένος». Η πραγματική καταστροφή αποκτούσε φωτογένεια και το χάος μπορούσε να παρουσιαστεί σχεδόν σαν απόδειξη αυθεντικότητας. Όσο πιο ακραία η ζωή, τόσο ευκολότερο ήταν να θεωρηθεί ότι ο δημιουργός είχε φτάσει σε περιοχές στις οποίες οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να πάνε. Το πρόβλημα είναι ότι μέσα σε κάθε μύθο του «καταραμένου καλλιτέχνη» υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι και συνήθως αυτοί πληρώνουν τον λογαριασμό.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα του Μπάροουζ στον 21ο αιώνα. Δεν ανακαλύψαμε ξαφνικά ότι η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα δεν συνεπάγεται και ηθική ακεραιότητα. Αυτό το γνωρίζαμε πάντα. Εκείνο που αλλάζει είναι η προθυμία μας να δεχτούμε πως η σπουδαία τέχνη μετατρέπει αυτομάτως όσα συνέβησαν γύρω της σε αποδεκτό κόστος παραγωγής. Γι’ αυτό επιστρέφει η γνωστή ερώτηση: μπορούμε να ξεχωρίσουμε το έργο από τον δημιουργό; Στον Μπάροουζ όμως η ερώτηση σχεδόν καταρρέει, γιατί η ζωή του βρίσκεται παντού μέσα στα βιβλία του. Η εξάρτηση, το σεξ, η παράνοια, η βία, η ενοχή, η εμμονή με τον έλεγχο δεν αποτελούν βιογραφικές πληροφορίες που μπορούμε απλώς να αφαιρέσουμε για να μείνει πίσω ένα «καθαρό» λογοτεχνικό έργο. Είναι μέρος της πρώτης ύλης του. Το «Queer» είναι βαθιά αυτοβιογραφικό, το ίδιο και το «Junky», ενώ ακόμη και η κατακερματισμένη γλώσσα των μεταγενέστερων βιβλίων του μοιάζει κάποιες στιγμές σαν προσπάθεια ενός ανθρώπου να γράψει μέσα από μια συνείδηση που δεν εμπιστεύεται πλέον ούτε τη συνέχεια ούτε την τάξη.

Ίσως λοιπόν τόσα χρόνια κάνουμε τη λάθος ερώτηση. Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούμε να χωρίσουμε το έργο από τον άνθρωπο, αλλά αν μπορούμε να τα κρατήσουμε μαζί χωρίς το ένα να αθωώνει το άλλο. Να διαβάσεις το «Γυμνό Γεύμα» και να αναγνωρίσεις τι έκανε στη λογοτεχνία χωρίς να χρειάζεται να κατασκευάσεις έναν ηρωικό Μπάροουζ. Να δεχτείς ότι ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει κάτι σπουδαίο χωρίς αυτό να τον κάνει σπουδαίο άνθρωπο. Να θαυμάζεις μια πρόταση χωρίς να υπογράφεις τη ζωή που βρίσκεται πίσω της. Για χρόνια ζητούσαμε από την τέχνη περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να μας δώσει. Δεν μας αρκούσε να είναι καλή· τη χρησιμοποιούσαμε συχνά σαν άλλοθι για τον άνθρωπο που τη δημιούργησε. Αν το έργο ήταν αρκετά σημαντικό, τότε όλα όσα βρίσκονταν γύρω του μπορούσαν να θεωρηθούν δευτερεύοντα. Μόνο που η αισθητική αξία δεν είναι πιστοποιητικό αθωότητας. Ένα μεγάλο βιβλίο δεν ξαναγράφει μια ζωή ούτε εξαφανίζει τους ανθρώπους που πλήγωσε ο δημιουργός του.
Αυτό είναι δυσκολότερο από τη λατρεία και δυσκολότερο από τη διαγραφή. Η λατρεία λύνει το πρόβλημα μετατρέποντας τον δημιουργό σε μύθο, η διαγραφή το λύνει εξαφανίζοντάς τον. Η ανάγνωση δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Σε αναγκάζει να μείνεις λίγο περισσότερο μέσα στην αντίφαση. Ο Μπάροουζ πέθανε το 1997 και ο κόσμος στον οποίο έγραψε έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Τα ξενοδοχεία της Beat Generation έγιναν ιστορία, η αντικουλτούρα έγινε αισθητική και η επανάσταση έγινε πολλές φορές μπλουζάκι. Παρ’ όλα αυτά, κάτι δικό του επέζησε: η αίσθηση ότι η γλώσσα μπορεί να λειτουργεί σαν μηχανισμός ελέγχου, ότι η πραγματικότητα μπορεί να τεμαχιστεί και να συναρμολογηθεί ξανά μπροστά μας, ότι δεν είναι πάντα ξεκάθαρο ποιος μιλάει μέσα στο κεφάλι μας και ποιος αποφάσισε τη σειρά με την οποία θα δούμε τον κόσμο. Ο Μπάροουζ έγραφε γι’ αυτά πολύ πριν υπάρξουν οι αλγόριθμοι που σήμερα οργανώνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας. Αυτός είναι ένας λόγος να τον διαβάσουμε σήμερα. Υπάρχει όμως κι ένας δεύτερος: για να δούμε αν μπορούμε να κάνουμε κάτι που η κουλτούρα του 20ού αιώνα δεν έκανε πάντα καλά, να κοιτάξουμε κατάματα το έργο χωρίς να χρειάζεται να κοιτάξουμε αλλού όταν εμφανίζεται ο άνθρωπος. Το δύσκολο με τον Ουίλιαμ Μπάροουζ δεν είναι να αποφασίσεις αν πρέπει να τον διαβάσεις. Είναι να δεχτείς ότι αφού τον διαβάσεις, η αντίφαση δεν λύνεται. Απλώς γίνεται πιο δύσκολο να την αγνοήσεις.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







