Skip to main content

Ο Χριστόδουλος Στυλιανού δεν μιλά για το θέατρο σαν να είναι επάγγελμα. Μιλά σαν να είναι ένας τρόπος να επιβιώνεις μέσα στην αβεβαιότητα, στην πρόβα, στην αποτυχία, στο γέλιο, στο βλέμμα του θεατή, στην ανασφάλεια που έρχεται πριν από κάθε απόφαση. Στη φωνή του υπάρχει η Θεσσαλονίκη, το Κρατικό Θέατρο, η πρώτη φορά στην Επίδαυρο, οι σκηνοθέτες που του άνοιξαν δρόμους, αλλά και εκείνη την επιμονή του ηθοποιού που δεν αρκείται στο ταλέντο.

Από τις 7 Μαΐου πρωταγωνιστεί στο BIOS στην παράσταση «Η ζωή στα χέρια της» του Βασίλη Κατσικονούρη, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Καραμεσίνη, μαζί με τους Χριστίνα Αλεξανιάν, Κώστα Καζανά και Εύα Κοτανίδη. Ένα έργο που ο ίδιος το βλέπει ως σύγκρουση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, ανάμεσα στην εικόνα και στην ουσία, ανάμεσα στην ψευδή αλήθεια ενός συστήματος και στο αληθινό ψέμα ενός ανυπεράσπιστου ανθρώπου.

Συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε για το πώς ξεκίνησε, για το τι σημαίνει να δουλεύεις έναν ρόλο, για το άγχος που δεν τελειώνει ποτέ, για το κοινό που πάντα βλέπεις από τη σκηνή και για εκείνη τη λεπτή στιγμή όπου η κωμωδία και η τραγωδία γίνονται το ίδιο πράγμα.

Αν έπρεπε να επιστρέψεις στην αρχή, στη Θεσσαλονίκη, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θυμάσαι ότι σε καθόρισε χωρίς να το καταλάβεις;

Θα σου πω κάτι που ίσως φαίνεται απλό, αλλά για μένα είναι καθοριστικό: μεγάλωσα χωρίς να ξέρω τι είναι το θέατρο. Δεν υπήρχε ως εικόνα, ως εμπειρία, ως επιθυμία. Δεν είχα δει παραστάσεις, δεν είχα αυτό που λέμε «παράσταση στο μυαλό». Μια αθωότητα που δεν ήξερε τι είναι το θέατρο. Δεν ήξερα τι είναι το Κρατικό Θέατρο. Κι όμως αργότερα βρέθηκα μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Οπότε καταλαβαίνεις ότι κάποιες διαδρομές δεν ξεκινούν από επιθυμία, αλλά από μια στιγμή που σε βρίσκει απροετοίμαστο.

Και πώς μπήκε το θέατρο στη ζωή σου;

Δούλευα τότε σε ένα καφέ για τα έξοδά μου. Ένας γνωστός μού είπε ότι στον εκπολιτιστικό σύλλογο της περιοχής έκαναν κάποια σκετσάκια και ήθελε να πάω να παίξω. Αρνήθηκα. Δεν καταλάβαινα γιατί να το κάνω. Για να πάω όμως σπίτι περνούσα έξω από τον σύλλογο. Μια μέρα είδα φως, μπήκα και είπα: «Τι θέλετε;». Μου έδωσαν ένα κείμενο του Λάκη Λαζόπουλου, τον «Έφηβο των Αντικυθήρων». Με το που το πήρα άρχισα να το παίζω κανονικά. Μετά μου πρότειναν να κάνουμε θεατρικό έργο. Κάπως έτσι μπήκε το μικρόβιο.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Αυτό είναι το “μικρόβιο”;
Ναι. Δεν έρχεται με σχέδιο. Έρχεται και σε πιάνει.

Άρα δεν υπήρξε ποτέ το «θέλω να γίνω ηθοποιός»;
Υπήρχε το «πρέπει να σπουδάσω». Ήθελα να γίνω δικηγόρος. Ήταν πιο καθαρό, πιο ασφαλές. Το θέατρο μπήκε όπως σου είπα σχεδόν τυχαία. Ένα σκετσάκι, ένας σύλλογος, μια στιγμή που είπα «ας δοκιμάσω». Και ξαφνικά βλέπεις ότι ο κόσμος ανταποκρίνεται, ότι κάτι συμβαίνει. Εκεί δεν λες «θα γίνω ηθοποιός». Λες «τι είναι αυτό που έγινε τώρα;». Και αυτό σε τραβάει.

Αυτό το «κάτι» που σε τραβάει, είναι το ταλέντο ή η ανάγκη;
Είναι η αρχή. Το ταλέντο αν υπάρχει, είναι ένα πρώτο σκαλοπάτι. Αλλά αν μείνεις εκεί τελείωσες. Το ταλέντο σε πάει μέχρι ένα σημείο. Μετά χρειάζεται δουλειά, επιμονή, αντοχή. Γιατί το θέμα δεν είναι να ξεκινήσεις. Είναι να μείνεις. Και το να μείνεις είναι πολύ πιο δύσκολο.

Και αποφάσισες να δώσεις στη Δραματική Σχολή;

Δεν το αποφάσισα αμέσως. Κάποιοι μου έλεγαν να δώσω, άλλοι μου έλεγαν «μην τυχόν και πας, θα χαλάσεις». Τελικά πήγα στις εξετάσεις της σχολής. Έβλεπα γύρω μου παιδιά που ήξεραν πράγματα, που μιλούσαν για Μπρεχτ, και σκεφτόμουν: «Πού πάω εγώ; Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσω». Θυμάμαι ακόμη τι πουκάμισο φορούσα όταν μπήκα. Ήταν μέσα σπουδαίοι άνθρωποι. Ο Βολανάκης, ο Δημήτρης Βάγιας. Έλεγα ότι θα με κόψουν. Τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα και πέρασα πρώτος. Μετά από έναν μήνα με φώναξε η γραμματεία και μου είπαν ότι παίρνω υποτροφία, επειδή είχα περάσει πρώτος.

Και πέρασες πρώτος...
Ναι. Εκεί κατάλαβα πόσο απατηλό είναι το φαίνεσθαι.

Το «είναι» σε έσωσε;
Η αλήθεια μου. Αυτό μόνο.

Τι σου έδειξε αυτό;
Μου έδειξε πόσο επικίνδυνο είναι να εμπιστεύεσαι μόνο την εικόνα. Θυμάμαι παιδιά γύρω μου που ήξεραν πράγματα, μιλούσαν για θεωρίες, για Μπρεχτ, για τεχνικές. Εγώ δεν ήξερα τίποτα από αυτά. Είχα ετοιμάσει ένα ρόλο από το «Ένα παράξενο απόγευμα» του Αντώνη Δωριάδη. Είχα όμως μια αλήθεια. Μια απλότητα. Και τελικά αυτό λειτούργησε. Εκεί κατάλαβα ότι το «φαίνεσθαι» μπορεί να σε ξεγελάσει. Το «είναι» όμως δεν κρύβεται εύκολα.

Αυτό το δίπολο, φαίνεσθαι και είναι, είναι και η καρδιά της παράστασης που κάνεις τώρα;
Ακριβώς. Στην «Ζωή στα χέρια της» του Βασίλη Κατσικονούρη, βλέπουμε ανθρώπους που προσπαθούν να επιβάλουν μια αλήθεια. Μια αλήθεια κατασκευασμένη. Και απέναντι υπάρχει ένας άνθρωπος που κουβαλάει κάτι πιο καθαρό, αλλά πιο ευάλωτο. Εκεί συγκρούονται τα πάντα: η εικόνα με την ουσία, η δύναμη με την ανάγκη, το σύστημα με το άτομο.

Σε τι αναφέρεται η παράσταση;

Είναι το τρίτο μέρος της «Τριλογίας των Ανυπεράσπιστων» του Βασίλη Κατσικονούρη, μετά το «Γάλα» και τους «Αγνοούμενους». Στο έργο υπάρχουν τρεις βασικοί ρόλοι γύρω από τη Φωτεινή. Ένας θεατρικός συγγραφέας που εκπροσωπεί την τέχνη, ένας ψυχολόγος που εκπροσωπεί την επιστήμη και μια διαφημίστρια που εκπροσωπεί την επικοινωνία. Στη μέση είναι η Φωτεινή. Ένας απλός, διαφανής άνθρωπος. Μέσα από τις συγκρούσεις των άλλων τριών, βλέπουμε ένα σύστημα που προσπαθεί να της επιβάλει μια υποτιθέμενη αλήθεια. Εμείς έχουμε μια ψευδή αλήθεια. Εκείνη έχει ένα αληθινό ψέμα.

Τι είναι τελικά αυτό το «σύστημα»;
Είναι οι τρεις φωνές: η τέχνη, η επιστήμη, η επικοινωνία. Και οι τρεις με τον δικό τους τρόπο προσπαθούν να ερμηνεύσουν, να καθοδηγήσουν, να ορίσουν. Και στη μέση υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις δομές. Εκεί αρχίζει η πίεση. Γιατί το σύστημα θέλει να σε εντάξει, να σε εξηγήσει, να σε ελέγξει.

Και στη μέση ένας άνθρωπος;

Ναι. Η Φωτεινή.Ένας καθαρός άνθρωπος μέσα σε βρώμικες αλήθειες.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

– Εκεί μπαίνει και η έννοια της εξουσίας;
Ναι, αλλά όχι με τον προφανή τρόπο. Δεν είναι μόνο ποιος έχει δύναμη. Είναι πώς η δύναμη λειτουργεί μέσα από ρόλους, μέσα από σχέσεις, μέσα από «καλές προθέσεις». Και το πιο σκληρό είναι ότι πολλές φορές χρησιμοποιεί ακόμα και τα θύματα για να συνεχίσει να υπάρχει.

Παρ’ όλα αυτά το έργο έχει γέλιο. Γιατί γελάμε;

Γιατί το τραγικό όταν το βλέπεις από απόσταση γίνεται αστείο. Στη ζωή όταν σου συμβαίνει κάτι δύσκολο υποφέρεις. Όταν το βλέπεις σε κάποιον άλλον μπορεί να γελάσεις. Όχι από κακία. Από απόσταση. Από αναγνώριση. Αυτό είναι το κωμικοτραγικό. Και εκεί βρίσκεται η δύναμη του έργου.

Στη σκηνή εκείνη τη στιγμή, είσαι εσύ ή ο ρόλος;

Είσαι και τα δύο. Ο ρόλος δεν υπάρχει χωρίς εσένα. Αλλά κι εσύ δεν είσαι εσύ εκείνη τη στιγμή. Προσπαθείς να βρεις τη δική σου αλήθεια μέσα σε μια άλλη αλήθεια που έχει γραφτεί. Αυτό είναι το πιο δύσκολο και το πιο όμορφο κομμάτι στο θέατρο.

Ο ηθοποιός τι κάνει τελικά;

Δημιουργεί την αλήθεια κάποιου άλλου.

Όχι τη δική του;

Τη βρίσκει μέσα σε έναν άλλον.

Το κοινό καταλαβαίνει την αλήθεια;

Πάντα. Ακόμα κι αν δεν ξέρει να το εξηγήσει.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Αγχώνεσαι;

Στην πρόβα έχεις την αγωνία να φτιάξεις κάτι. Να βρεις πώς θα λειτουργήσει. Η παράσταση δεν τελειώνει στην πρεμιέρα. Το ψάχνεις διαρκώς. Πήγαινα για περπάτημα και σε όλη τη διαδρομή έλεγα τα λόγια. Με έβλεπαν οι άνθρωποι και σκεφτόμουν: «Τι να τους εξηγήσω τώρα; Ότι ψάχνω τον κατάλληλο ήχο για μια σκηνή;». Γιατί δεν ψάχνουμε μόνο τον ρόλο μέσα από το συναίσθημα. Ψάχνουμε και πώς ακούγεται. Το υπόχρωμα έχει τεράστια σημασία. Πώς θα ακουστεί, πώς θα σταθεί, τι τόνο θα έχει. Είναι μια διαδικασία που δεν σταματάει ποτέ.

Και πάνω στη σκηνή;

Καθόλου. Εκεί είναι το σπίτι μου. Αν ανεβώ στη σκηνή με άγχος, δεν μπορώ να δώσω τίποτα. Ο θεατής θα το καταλάβει αμέσως. Πρέπει να είμαι ελεύθερος για να μπορέσει κι εκείνος να συνδεθεί.

Το κοινό το βλέπεις;
Τα πάντα. Κανένα θέατρο δεν είναι τόσο σκοτεινό όσο νομίζει ο κόσμος. Βλέπεις αντιδράσεις, βλέπεις κινήσεις, βλέπεις αν κάποιος είναι εκεί ή έχει φύγει ήδη. Και αυτό σε τροφοδοτεί.

Πώς αντιμετωπίζεις μια παράσταση που δεν έχει κόσμο;

Με στεναχωρεί. Δεν είναι θυμός. Είναι ένα ερώτημα: τι δεν κάναμε καλά; Γιατί στο τέλος της ημέρας, το θέατρο είναι μια συνάντηση. Αν δεν γίνει κάτι λείπει.

Η τηλεόραση τι θέση έχει στην πορεία σου;

Η τηλεόραση ήταν μεγάλο σχολείο. Είχα την τύχη στα πρώτα μου βήματα να παίξω σε δύο παραγωγές της Μιρέλλας Παπαοικονόμου, το «Έτσι Ξαφνικά» και το «Μωβ Ροζ». Εμείς στη Θεσσαλονίκη δεν είχαμε τηλεόραση με αυτή την έννοια. Την έμαθα σιγά σιγά και την αγαπώ. Προσπαθώ να επιλέγω τις δουλειές μου. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο που ψυχαγωγεί με την κανονική σημασία της λέξης: αγωγή της ψυχής. Όταν βλέπεις ωραίες παραγωγές, ψυχαγωγείσαι.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Θέατρο ή τηλεόραση;

Σαφώς θέατρο. Έγινα ηθοποιός εξαιτίας του θεάτρου.

Θυμάσαι την πρώτη σου επαγγελματική παράσταση;

Βέβαια. Ήταν «Ο κήπος των χωρισμένων εραστών» του Στέλιου Λύτρα, σε σκηνοθεσία Νίκου Αρμάου το 1989. Μετά ήρθε η «Ήρα και το παγόνι» του Σον Ο’Κέισι, σε σκηνοθεσία Εύης Γαβριηλίδη, και μετά η «Μήδεια» στην Επίδαυρο.

Σκηνοθέτες που σε σημάδεψαν;

Ο Ανδρέας Βουτσινάς πρώτος. Ήταν από τους ανθρώπους που σου έδειχναν πώς να κάνεις κάτι. Σου άνοιγε πόρτες. Ο Παντελής Βούλγαρης, όταν κάναμε την «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου στο Κρατικό. Ο Γιάννης Ρήγας, ο Μίνως Βολανάκης, που ερχόταν στη σχολή και έλεγε μια φράση που άνοιγε εκατομμύριο πόρτες. Ο Θανάσης Παπαγεωργίου στη Στοά και άλλοι. Από κάθε έναν πήρα κάτι. Ένα λιθαράκι.

Τι λες σε έναν νέο ηθοποιό;

Να μην βάζει χρονόμετρο. Να δουλεύει. Να επιμένει. Γιατί δεν ξέρεις ποτέ πότε θα ανοίξει μια πόρτα. Και όταν ανοίξει πρέπει να είσαι έτοιμος. Δεν γίνεται αλλιώς.

Αν μπορούσες, λίγο πριν αρχίσει η «Ζωή στα χέρια της», να ψιθυρίσεις κάτι στο αυτί του θεατή, τι θα του έλεγες;

Να ησυχάσει. Να ακούσει. Να δώσει χρόνο σε αυτό που θα δει. Και αν δεν τον αφορά, να φύγει. Γιατί το θέατρο δεν είναι υποχρέωση. Είναι συνάντηση.

Πληροφορίες

Η ζωή στα χέρια της, του Βασίλη Κατσικονούρη

Από τις 7 Μαΐου στο BIOS.

Κάθε Πέμπτη έως Κυριακή στις 21:00

Παίζουν:

Χριστίνα Αλεξανιάν – Φωτεινή

Χριστόδουλος Στυλιανού – Ανδρέας

Κώστας Καζανάς – Κάρολος

Εύα Κοτανίδη – Βέρα

Εισιτήρια: 20 ευρώ, μειωμένο (φοιτητικό, 65+) 15 ευρώ

Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/bios-i-zoi-sta-xeria-tis/