Skip to main content

Ένα Σάββατο του Απριλίου, 45 άνθρωποι που μέχρι πριν από λίγο δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους μπήκαν στο Κοινοβούλιο των Βρυξελλών. Δεν είχαν κερδίσει εκλογές, δεν ήταν στελέχη κομμάτων και κανείς τους δεν είχε πολιτικό γραφείο ή ιδιαίτερη εμπειρία από τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι δημόσιες αποφάσεις. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας μαθητής λυκείου. Είχαν βρεθεί εκεί για να κάνουν κάτι που στις σύγχρονες δημοκρατίες έχουμε μάθει να αναθέτουμε σχεδόν αποκλειστικά σε επαγγελματίες: να ακούσουν ειδικούς, να διαφωνήσουν, να συμβιβαστούν και τελικά να προτείνουν πολιτική. Το θέμα ήταν τα σκουπίδια. Όχι ακριβώς το ζήτημα που περιμένεις όταν κάποιος σου ανακοινώνει ότι πρόκειται να δοκιμάσει ένα διαφορετικό μοντέλο δημοκρατίας, αλλά ίσως είναι το σωστό σημείο για να αρχίσει μια τέτοια δοκιμή, από εκεί όπου η πολιτική ακουμπά το πεζοδρόμιο.

Οι Βρυξέλλες έχουν εντάξει στη λειτουργία του περιφερειακού τους κοινοβουλίου τις λεγόμενες deliberative commissions, τις επιτροπές διαβούλευσης. Η συνήθης σύνθεσή τους είναι 45 πολίτες και 15 βουλευτές. Οι πολίτες δεν εκλέγονται αλλά επιλέγονται μέσα από διαδικασία διπλής κλήρωσης, ενώ η τελική ομάδα σχηματίζεται έτσι ώστε να προσεγγίζει τη σύνθεση της πόλης ως προς την ηλικία, το φύλο, την περιοχή κατοικίας, το μορφωτικό επίπεδο και τη γλώσσα. Μια τέτοια επιτροπή μπορεί να προκύψει και από πρόταση πολιτών που έχει συγκεντρώσει τουλάχιστον 1.000 υπογραφές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αφορμή ήταν η καθαριότητα της πόλης. Οι 45 πολίτες κάθισαν μαζί με 15 βουλευτές, άκουσαν ειδικούς, συζήτησαν και προσπάθησαν να καταλήξουν σε προτάσεις για ένα πρόβλημα που οι κάτοικοι συναντούν κάθε μέρα έξω από την πόρτα τους. Η επιτροπή για την καθαριότητα ήταν η έβδομη αντίστοιχη διαδικασία στο Κοινοβούλιο των Βρυξελλών.

Η ιδέα είναι σχεδόν αφοπλιστικά απλή. Βάζεις στο ίδιο δωμάτιο ανθρώπους που πιθανότατα δεν θα συναντιούνταν ποτέ, τους δίνεις χρόνο, πληροφορίες και πρόσβαση σε ειδικούς, τους ζητάς να ακούσουν και επιχειρήματα με τα οποία δεν συμφωνούν και στο τέλος να καταλήξουν κάπου μαζί. Το πρόβλημα αρχίζει πριν ακόμη ξεκινήσει η συζήτηση: ποιοι είναι ακριβώς αυτοί οι «τυχαίοι πολίτες»; Στις Βρυξέλλες στέλνονται 10.000 προσκλήσεις σε κατοίκους που έχουν επιλεγεί τυχαία και κατά μέσο όρο ανταποκρίνεται περίπου το 8%. Από όσους εκδηλώσουν ενδιαφέρον γίνεται η δεύτερη κλήρωση που σχηματίζει την τελική ομάδα. Η λεπτομέρεια έχει σημασία. Οι 45 μπορεί να επιλεγούν ώστε να είναι όσο γίνεται δημογραφικά αντιπροσωπευτικοί, αλλά όλοι έχουν ήδη κάνει κάτι που οι περισσότεροι από τους άλλους δεν έκαναν: είπαν «ναι». Δέχθηκαν να δώσουν χρόνο σε μια πολιτική διαδικασία και έχουν επομένως περάσει ήδη ένα πρώτο φίλτρο ενδιαφέροντος, διαθεσιμότητας και διάθεσης συμμετοχής. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πείραμα στερείται αξίας. Σημαίνει ότι ακόμη και η προσπάθεια να βάλεις «την κοινωνία» μέσα σε ένα δωμάτιο αρχίζει με ένα δύσκολο ερώτημα: ποια κοινωνία καταφέρνει τελικά να φτάσει μέχρι το δωμάτιο;

Μόλις βρεθούν εκεί αρχίζει η πραγματική δουλειά. Οι συμμετέχοντες ανακαλύπτουν ότι μια λύση που τους φαινόταν αυτονόητη μπορεί να κοστίζει περισσότερο απ’ όσο νόμιζαν, ότι ένα πρόβλημα που θεωρούσαν αρμοδιότητα της περιφερειακής κυβέρνησης μπορεί να ανήκει σε έναν δήμο, ότι οι ειδικοί βάζουν περιορισμούς εκεί όπου πριν υπήρχαν μόνο καλές προθέσεις. Προτάσεις αλλάζουν, ενώνονται ή εγκαταλείπονται. Για λίγο ο πολίτης παύει να κοιτάζει την πολιτική από έξω και βλέπει τι συμβαίνει όταν το «πρέπει να κάνουν κάτι» μετατρέπεται σε «τι ακριβώς μπορεί να γίνει, ποιος θα το πληρώσει και ποιος έχει την αρμοδιότητα να το κάνει».

Το ενδιαφέρον για τέτοιες διαδικασίες δεν εμφανίστηκε σε κενό. Η έρευνα εμπιστοσύνης του ΟΟΣΑ για το 2026 καταγράφει μια εντυπωσιακή αντίφαση. Το 68% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ψήφος επηρεάζει όσα κάνει μια κυβέρνηση, αλλά μόλις το 31% πιστεύει ότι το πολιτικό σύστημα επιτρέπει σε «ανθρώπους σαν κι αυτούς» να έχουν πραγματικό λόγο σε όσα αποφασίζει η κυβέρνηση. Αυτή η απόσταση αποτυπώνει κάτι που χάνεται συχνά στις συζητήσεις περί αποχής και πολιτικής αδιαφορίας. Οι άνθρωποι δεν έχουν απαραίτητα σταματήσει να πιστεύουν ότι η ψήφος έχει σημασία. Πολλοί έχουν σταματήσει να αισθάνονται ότι οι ίδιοι έχουν σημασία μετά την ψήφο. Σε αυτή την απόσταση ανάμεσα στην ψήφο και την πραγματική επιρροή επιχειρούν να μπουν οι συνελεύσεις πολιτών. Εκεί όμως αρχίζει και το βασικό τους πρόβλημα.

Μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τη δημοκρατία και τις εκλογές σχεδόν σαν την ίδια λέξη. Οι εκλογές όμως είναι μία στιγμή της δημοκρατίας. Δεν είναι ολόκληρη η δημοκρατία. Απαντούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: ποιος θα κυβερνήσει. Οι 45 άγνωστοι των Βρυξελλών φέρνουν στην επιφάνεια ένα άλλο: τι κάνει ο πολίτης μέχρι να ξαναέρθουν οι εκλογές;

Στις Βρυξέλλες οι πολίτες συζητούν μαζί με τους βουλευτές, επεξεργάζονται προτάσεις και ψηφίζουν, όμως οι προτάσεις αυτές δεν αποκτούν αυτομάτως ισχύ νόμου. Το κοινοβούλιο διατηρεί την τελική θεσμική αρμοδιότητα και οφείλει να επανέλθει με follow-up πάνω στις συστάσεις που διατυπώθηκαν. Άρα δεν πρόκειται απλώς για ένα κουτί παραπόνων όπου οι πολίτες αφήνουν μια γνώμη και επιστρέφουν στο σπίτι τους. Υπάρχει διαδικασία, κοινοβουλευτική συνέχεια και υποχρέωση απάντησης. Παραμένει όμως η απόσταση ανάμεσα στο να ακούγεσαι και στο να αποφασίζεις.

Στην τελική συνεδρίαση για την καθαριότητα, ένας βουλευτής κατέθεσε τροποποίηση σε πρόταση που αφορούσε την αύξηση των εργαζομένων καθαριότητας. Η τροποποίηση πέρασε από την πλειοψηφία των βουλευτών παρότι οι πολίτες είχαν ψηφίσει εναντίον της. Μια γυναίκα σηκώθηκε και διαμαρτυρήθηκε ότι οι πολιτικοί τούς αντιμετώπιζαν σαν ηλίθιους. Ένας άλλος συμμετέχων σταμάτησε να ψηφίζει πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία, θεωρώντας ότι η ψήφος του δεν έκανε διαφορά. Η σκηνή δεν αποδεικνύει ότι το μοντέλο απέτυχε. Αποκαλύπτει όμως την αντίφαση που βρίσκεται μέσα του. Αν ζητήσεις από κάποιον τη γνώμη του, γνωρίζει ότι σου προσφέρει μια γνώμη. Αν όμως τον βάλεις για ημέρες μέσα σε ένα κοινοβούλιο, του δώσεις πρόσβαση σε ειδικούς, του ζητήσεις να διαπραγματευτεί, να συμβιβαστεί και τελικά να ψηφίσει, η εμπειρία αρχίζει να μοιάζει με κάτι περισσότερο από διαβούλευση. Μοιάζει με συμμετοχή στην πολιτική. Και τότε η απόσταση ανάμεσα στο «σε ακούω» και στο «αποφασίζεις» γίνεται πολύ πιο αισθητή.

Αυτός είναι και ο λόγος που το ερώτημα γύρω από τις συνελεύσεις πολιτών δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα με ένα «λειτουργούν» ή «δεν λειτουργούν». Η ίδια διαδικασία μπορεί να κάνει κάποιον να καταλάβει καλύτερα πόσο δύσκολη είναι η λήψη μιας δημόσιας απόφασης και την ίδια στιγμή, να τον απογοητεύσει επειδή η τελική απόφαση εξακολουθεί να βρίσκεται αλλού. Η Ιρλανδία έχει δείξει μια διαφορετική εκδοχή αυτού του μοντέλου, με συνελεύσεις και συνταγματικές διαδικασίες στις οποίες απλοί πολίτες συμμετείχαν στην προετοιμασία μεγάλων πολιτικών αποφάσεων για ζητήματα όπως ο γάμος μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου και η άμβλωση, χωρίς όμως να αντικατασταθούν οι εκλεγμένοι θεσμοί ή τα δημοψηφίσματα.

Για εμάς, όλη αυτή η συζήτηση κρύβει μια παράξενη ιστορική ειρωνεία. Η κλήρωση παρουσιάζεται σήμερα σαν μια σχεδόν καινούργια πολιτική τεχνολογία, ενώ για τους Αθηναίους πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια ήταν ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της δημοκρατίας. Όχι μιας δημοκρατίας που χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε, αφού γυναίκες, δούλοι και ξένοι βρίσκονταν έξω από το σώμα των πλήρων πολιτών, αλλά μιας πολιτικής αντίληψης στην οποία η συμμετοχή δεν περιοριζόταν στην επιλογή εκείνων που θα κυβερνούσαν μέχρι την επόμενη εκλογή.

Κάπου στην πορεία μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τη δημοκρατία και τις εκλογές σχεδόν σαν την ίδια λέξη. Οι εκλογές όμως είναι μία στιγμή της δημοκρατίας. Δεν είναι ολόκληρη η δημοκρατία. Απαντούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: ποιος θα κυβερνήσει. Οι 45 άγνωστοι των Βρυξελλών φέρνουν στην επιφάνεια ένα άλλο: τι κάνει ο πολίτης μέχρι να ξαναέρθουν οι εκλογές;

Η γυναίκα που είχε θυμώσει μέσα στο Κοινοβούλιο ρωτήθηκε μετά τη διαδικασία αν θα συμμετείχε ξανά σε μια τέτοια συνέλευση. Είπε ναι. Μέσα σε αυτή την απάντηση υπάρχει σχεδόν ολόκληρη η αντίφαση. Η απογοήτευση από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η εξουσία και ταυτόχρονα η επιθυμία να μη φύγεις από το δωμάτιο. Ο θυμός επειδή δεν αποφασίζεις και η ανάγκη να εξακολουθήσεις να μιλάς. Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν 45 τυχαίοι άνθρωποι μπορούν να αντικαταστήσουν τους πολιτικούς. Είναι αν έχουμε περάσει τόσο πολύ καιρό πιστεύοντας ότι δημοκρατία σημαίνει εκλογές, ώστε ξεχάσαμε να αναρωτηθούμε τι σημαίνει δημοκρατία στο διάστημα ανάμεσα σε δύο εκλογές.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki