Μέσα σε λίγες ημέρες, ένας «μπάφος», δέκα ευρώ βενζίνης, η «υπερκατανάλωση» στους δρόμους και οι «νοικοκύρηδες» απέναντι στους «κακομοίρηδες» έδωσαν μια παράξενη συνέχεια στην προειδοποίηση της Ντόρας Μπακογιάννη.
Στις 22 Σεπτεμβρίου η Ντόρα Μπακογιάννη είπε ότι βλέπει αλαζονεία σε υπουργούς της κυβέρνησης και τους συνέστησε να «ξεκαβαλικέψουν». Δεν κατονόμασε κανέναν. Ίσως δεν χρειαζόταν. Μέσα στις επόμενες ημέρες η δημόσια συζήτηση πρόσφερε αρκετό υλικό ώστε η φράση της να αποκτήσει τη δική της μικρή συνέχεια. Πρώτος διαφώνησε ο Άδωνις Γεωργιάδης. «Δεν νομίζω ότι κάποιος έχει καβαλήσει το καλάμι», είπε, προσθέτοντας ότι ο ίδιος προσπαθεί να είναι ταπεινός και διαθέσιμος. Λίγο αργότερα, όταν ο δημοσιογράφος Νίκος Ελευθερόγλου τού έθεσε ένα υποθετικό μετεκλογικό σενάριο, ο υπουργός τον ρώτησε αν είχε «πάρει κάνα μπάφο» πριν βγει στην εκπομπή. Όταν ο δημοσιογράφος αντέδρασε, ο Γεωργιάδης είπε ότι έκανε πλάκα.
Δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο, από μόνο του, την «αλαζονεία» που περιέγραψε η Μπακογιάννη. Δείχνει όμως πόσο διαφορετικά μπορεί να ακούγεται μια φράση μέσα στο στούντιο και πόσο έξω από αυτό. Η εξουσία έχει συχνά αυτό το παράξενο ακουστικό πρόβλημα: η πρόθεση μένει μέσα στο δωμάτιο, η φράση βγαίνει μόνη της στον δρόμο.
Και μετά ήρθε η βενζίνη. Ο Σπύρος Κουλκουδίνας μιλώντας για τις αυξημένες τιμές των καυσίμων, επικαλέστηκε την κίνηση στους δρόμους και είπε ότι αν κάποιος δεν αντέχει να δίνει δέκα ευρώ την ημέρα για βενζίνη, μπορεί να χρησιμοποιεί μέσα μαζικής μεταφοράς. Αργότερα υποστήριξε ότι τα λεγόμενά του απομονώθηκαν και ότι είχε επίσης μιλήσει για την ανάγκη στήριξης των πολιτών.
Κάπως έτσι γεννήθηκε ανεπίσημα ο Δείκτης Συγγρού. Δεν χρειάζεται να κοιτάξεις μισθούς, διαθέσιμο εισόδημα, ενοίκια ή αγοραστική δύναμη. Κοιτάζεις τον δρόμο. Αν τα αυτοκίνητα κινούνται, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αγοράζουν βενζίνη. Αυτό είναι αληθές. Όπως αληθές είναι ότι όποιος μπαίνει στο σούπερ μάρκετ εξακολουθεί να αγοράζει τρόφιμα. Το πρόβλημα βρίσκεται στη μικρή απόσταση ανάμεσα στο «πληρώνω» και στο «αντέχω να πληρώνω». Μια απόσταση που γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν δει κανείς τι πληρώνει πραγματικά ο Έλληνας οδηγός στα καύσιμα. Εκεί ακριβώς χάνεται συνήθως η βολική εικόνα. Γιατί ο άνθρωπος που δυσκολεύεται, δεν παύει αυτομάτως να κινείται μέσα στην αγορά στον δρόμο ή στο πρατήριο. Απλώς πληρώνει περισσότερο για να συνεχίσει την ίδια ζωή.
Οι λέξεις δεν κρίνονται από την πρόθεση, αλλά από την απόσταση που αποκαλύπτουν ανάμεσα σε εκείνον που μιλά και σε εκείνον που ακούει.
Λίγο αργότερα ο Κώστας Τσιάρας έδωσε στον δείκτη πανελλαδική εμβέλεια. Είπε ότι κάθε Σαββατοκύριακο βλέπει την εθνική οδό γεμάτη αυτοκίνητα και κατέληξε πως «υπάρχει υπερκατανάλωση παντού». Το αυτοκίνητο που κινείται στον δρόμο έγινε έτσι κάτι περισσότερο από μέσο μεταφοράς: έγινε τεκμήριο οικονομικής κατάστασης. Ο πολίτης μπορεί να λέει ότι πιέζεται, αλλά βρίσκεται στην εθνική. Μπορεί να λέει ότι η βενζίνη είναι ακριβή, αλλά το αυτοκίνητο κινείται.
Αυτή είναι μια πολύ βολική φωτογραφία της οικονομίας, γιατί δεν χρειάζεται να ξέρεις τι έχει προηγηθεί ούτε τι θα ακολουθήσει. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις αν η διαδρομή είναι για δουλειά, για οικογένεια ή για μια υποχρέωση. Βλέπεις το αυτοκίνητο και συμπληρώνεις μόνος σου την υπόλοιπη ιστορία. Ο έλεγχος της πραγματικότητας γίνεται οπτικός: υπάρχει κίνηση, άρα υπάρχει αντοχή. Μόνο που οι άνθρωποι δεν σταματούν να πηγαίνουν στη δουλειά όταν ακριβαίνει η βενζίνη. Δεν παύουν να αγοράζουν τρόφιμα όταν ακριβαίνουν τα τρόφιμα. Συνεχίζουν να ζουν. Και το κόστος αυτής ακριβώς της ζωής είναι το θέμα.
Ύστερα ήρθε ο Χάρης Θεοχάρης. Σε αντιπαράθεση στο Action24 είπε ότι υπάρχουν «τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη» και ότι υπάρχουν και «νοικοκύρηδες». Στη συνέχεια διευκρίνισε ότι στους νοικοκύρηδες περιλαμβάνει και ανθρώπους που τα βγάζουν πέρα με δυσκολία. Για λίγα λεπτά πάντως μια ολόκληρη κοινωνία είχε χωρέσει ανάμεσα σε δύο λέξεις.
Το ενδιαφέρον δεν είναι να πάρουμε αυτές τις τέσσερις δηλώσεις και να ανακηρύξουμε τους ανθρώπους που τις έκαναν, αλαζόνες. Η λέξη ανήκει στη Ντόρα Μπακογιάννη και εκείνη δεν είπε ποιους εννοούσε. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο μοτίβο που σχηματίζεται όταν οι φράσεις μπουν η μία δίπλα στην άλλη. Η πολιτική εξουσία μιλά για την κοινωνία και χωρίς να το επιδιώκει πάντοτε, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο την κοιτάζει.
Από μέσα, το «πάρε τα μέσα» μπορεί να ακούγεται ως πρακτική λύση. Η γεμάτη εθνική οδός ως ένδειξη κατανάλωσης. Ο «κακομοίρης» ως ρητορικό σχήμα. Ο «μπάφος» ως αστείο. Έξω από το δωμάτιο όμως, οι λέξεις ταξιδεύουν χωρίς οδηγίες χρήσης. Κι εκεί δεν κρίνονται από την πρόθεση, αλλά από την απόσταση που αποκαλύπτουν ανάμεσα σε εκείνον που μιλά και σε εκείνον που ακούει.
Η ειρωνεία είναι ότι εδώ το συμπέρασμα δεν χρειάζεται να γραφτεί. Το έχουν ήδη γράψει οι δηλώσεις. Και κάπου εκεί επιστρέφει το καλάμι. Ο Γεωργιάδης είπε ότι δεν βλέπει κανέναν πάνω του. Η Μπακογιάννη είπε ότι κάποιοι πρέπει να κατέβουν. Παράξενο πράγμα το καλάμι. Συνήθως το βλέπουν πρώτοι όσοι βρίσκονται από κάτω.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







