Υπάρχει κάτι σχεδόν μεταφυσικό στη στιγμή που ανακαλύπτεις ότι ένα βιβλίο από τα μέσα του 20ού αιώνα περιγράφει με ακρίβεια τη δική σου δεκαετία. Όχι με τον γραμμικό τρόπο της πρόβλεψης, αλλά με την πυκνότητα της διορατικότητας. Οι συγγραφείς δεν μαντεύουν το αύριο. Βλέπουν πιο καθαρά το σήμερα. Και το σήμερα, για μια χώρα όπως η Ελλάδα, είναι ένα εξαιρετικό εργαστήριο όπου οι παλιές προειδοποιήσεις μετατρέπονται σε καθημερινές συνθήκες. Ο Τζόρτζ Όργουελ, για παράδειγμα, έγραψε το 1984 ως μια αλληγορία για τον ολοκληρωτισμό. Σήμερα διαβάζεται σαν εγχειρίδιο κατανόησης της ψηφιακής επιτήρησης. Ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν στο Εμείς φαντάστηκε μια κοινωνία όπου ακόμα και η σκέψη πρέπει να παραμένει διαυγής και διαφανής. Η διαφάνεια, που κάποτε ήταν αρετή, μοιάζει τώρα με τρόμο. Ποιος βλέπει τι, πότε και γιατί; Ακόμα και ο Άλντους Χάξλεϊ με το Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος, μια κοινωνία ευφορίας και απάθειας, μιλάει πιο πολύ για τις δικές μας μικρές οθόνες παρά για τις ουτοπίες του 1930. Μαζί τους, η Μάργκαρετ Άτγουντ από το Handmaid’s Tale ως το Oryx and Crake, φαίνεται να είχε προβλέψει την άνοδο των βιοτεχνολογικών αμφισημιών, των γενετικών πειραμάτων και των πολιτικών που διαχειρίζονται τα σώματα σαν δημόσια υποδομή. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η κοινωνική ηθική συχνά μεταμφιέζεται σε πολιτική προστασία, η Άτγουντ δεν είναι δυστοπία, είναι καθρέφτης.

Υπάρχει όμως και η άλλη τάση, που είναι η πρόβλεψη της τεχνολογίας. Ο Αμερικανός συγγραφέας Νιλ Στίβενσον στο Snow Crash έδωσε μορφή στο metaverse δεκαετίες πριν το παρουσιάσει ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ με το γνωστό μείγμα φιλοδοξίας και εταιρικού ευαγγελίου. Ο Γουίλιαμ Γκίμπσον στο Νευρομάντη επινόησε τον όρο “κυβερνοχώρος” πριν προλάβουμε να σκεφτούμε ότι η ζωή μας κάποτε θα εξαρτάται από κωδικούς πρόσβασης και ψηφιακές ταυτότητες. Ο Φίλιπ Κ. Ντικ στο Minority Report έφτιαξε μια κοινωνία προέγκλησης, όπου οι αρχές συλλαμβάνουν πολίτες για εγκλήματα που δεν έχουν διαπραχθεί αλλά προβλέπονται. Σήμερα, συστήματα “predictive policing” αναλύουν δεδομένα και συμπεριφορές για να προλάβουν παραβάσεις και το όριο μεταξύ πρόληψης και αυθαιρεσίας γίνεται επικίνδυνα ρευστό.
Αλλά ο Φίλιπ Ντικ δεν σταμάτησε εκεί. Στο Ηλεκτρικό Πρόβατο εισάγει την έννοια του “kipple”, το άχρηστο που πολλαπλασιάζεται ανεξέλεγκτα. Είναι σχεδόν αδύνατο να διαβάσεις αυτή την ιδέα χωρίς να σκεφτείς το ελληνικό ψηφιακό τοπίο. Τις ειδοποιήσεις που αναβοσβήνουν, τις διαφημίσεις που εμφανίζονται, τις ανακοινώσεις που διορθώνουν παλιές ανακοινώσεις, τα άρθρα που παράγονται αδιάκοπα για να τραφούν αλγόριθμοι. Το ελληνικό kipple είναι αθόρυβο. Απλώνεται χωρίς φασαρία, όπως η υγρασία στα παλιά σπίτια.

Κι ύστερα είναι οι συγγραφείς που φαντάστηκαν το κλίμα ή μάλλον, την κατάρρευσή του. Ο Τζέιμς Γκράχαμ Μπάλαρντ ήδη από τη δεκαετία του ’60 έγραφε για πλημμυρισμένους κόσμους (Η Πλημμύρα) ή για μια ανθρωπότητα που λιώνει από την ηλιακή ακτινοβολία. Η Οκτάβια Μπάτλερ, πρώιμη προφήτης της οικολογικής διάλυσης, στο Παραβολή του Σπορέα περιγράφει μια κοινωνία που καταρρέει κάτω από την οικονομική ανισότητα, την κλιματική κρίση και την άνοδο ενός ηγέτη που θέλει να «κάνει την Αμερική σπουδαία ξανά». Η Μπάτλερ δημοσίευσε το βιβλίο της είκοσι χρόνια πριν το σύνθημα MAGA γίνει πολιτικό εργαλείο. Δεν προέβλεψε τον Τραμπ αλλά διέγνωσε το κλίμα που τον γέννησε.
Στη δική μας πραγματικότητα, η κλιματική δυστοπία δεν είναι λογοτεχνικό σενάριο. Είναι καλοκαίρια που ξεκινούν τον Απρίλιο και τελειώνουν τον Νοέμβριο. Είναι θάλασσες που αποσύρονται και εμφανίζονται. Είναι φράγματα που σπάνε, νησιά που διψούν και μια χώρα που μοιάζει να διαβάζει Μπάλαρντ χωρίς να το ξέρει. Αν ο Μπόρχες έδωσε μια φιλοσοφική διάσταση στον λαβύρινθο του χρόνου, τότε οι Έλληνες ζούμε στον λαβύρινθο των μικρών, επαναλαμβανόμενων παραδοξοτήτων. Η γραφειοκρατία μας δεν χρειάζεται να είναι δυστοπία, απλώς είναι. Κάθε έντυπο, κάθε αίτηση, κάθε πλατφόρμα έχει μια μικροδυστοπία στη δομή της, σαν ένας Μπόρχες που συναντά μια δημόσια υπηρεσία και χάνει τη μάχη.

Εκεί βρίσκεται και η παράξενη ομορφιά της λογοτεχνίας. Δεν χρειάζεται να προβλέψει με ακρίβεια. Αρκεί να βλέπει την ανθρώπινη φύση και τις αδυναμίες της με τρόπο καθαρό. Ο κόσμος που χτίζουμε σήμερα δεν είναι ο κόσμος του Όργουελ ή της Άτγουντ ή του Γκίμπσον. Είναι ο δικός μας κόσμος που διανθίζεται από σκιές αυτών των έργων. Ζούμε στη μεθόριο ανάμεσα στο παλιό όραμα και στο νέο χάος, ανάμεσα στην τεχνολογική ευκολία και την κοινωνική εξάντληση. Ανάμεσα στην επιθυμία για πρόοδο και στην αργή, σταθερή διάβρωση της ιδιωτικότητας, της σκέψης, της ησυχίας.
Οι συγγραφείς μας προσέφεραν εργαλεία όχι προβλέψεις. Το μέλλον δεν είναι κάτι που έρχεται από έξω. Είναι κάτι που καλλιεργούμε μέσα από τις μικρές μας παραχωρήσεις, τις σιωπές μας, τις ψηφιακές και αναλογικές μας συνήθειες. Αν κάτι μπορούμε να μάθουμε από αυτούς δεν είναι ότι «έπεσαν μέσα», αλλά ότι είδαν το παρόν τους πιο καθαρά απ’ όσο εμείς, κάποιες φορές, αντέχουμε να δούμε το δικό μας.
Κι έτσι προκύπτει η πραγματική τους κληρονομιά, όχι η προφητεία, αλλά η διαύγεια. Το θάρρος να παρατηρούν χωρίς να παρηγορούν. Να δείχνουν τις ρωγμές πριν γίνουν καταρρεύσεις. Να μιλούν για το ανθρώπινο υπό μια γωνία που δεν επιτρέπει υπεκφυγές. Το μέλλον, στην πραγματικότητα, δεν μας αιφνιδίασε ποτέ. Εμείς απλώς αργήσαμε να το διαβάσουμε.





