Skip to main content

Η κατάκτηση της EuroLeague από τον Ολυμπιακό στην Αθήνα δεν ήταν απλώς άλλη μία μεγάλη βραδιά για τον σύλλογο. Μοιάζει περισσότερο με το τέλος μιας μακράς διαδρομής για τον Γιώργο Μπαρτζώκα. Όχι επειδή χρειαζόταν ένα ακόμη τρόπαιο για να θεωρηθεί σημαντικός προπονητής, αλλά επειδή για πρώτη φορά η ίδια η πραγματικότητα υποχρεώθηκε να προσαρμοστεί πλήρως στη φιλοσοφία του. Ο Ολυμπιακός νίκησε την Ρεάλ Μαδρίτης και επέστρεψε στην κορυφή της Ευρώπης με τρόπο σχεδόν συμβολικό για τον ίδιο τον προπονητή του. Όχι μέσα από ατομικές εκρήξεις ή μπασκετικό χάος, αλλά μέσα από την επιβολή μιας ιδέας που ο Μπαρτζώκας υπερασπίζεται εδώ και χρόνια με σχεδόν εμμονικό τρόπο. Κυκλοφορία της μπάλας, σωστές αποστάσεις, συνεχής κίνηση χωρίς τη μπάλα, πνευματική ηρεμία και πίστη ότι το παιχνίδι μπορεί ακόμα να κερδίζεται συλλογικά. Για χρόνια κάθε χαμένο Final Four γινόταν και μια νέα αφορμή αμφισβήτησης. Το επιχείρημα ήταν πάντα περίπου το ίδιο: ότι το μπάσκετ του Μπαρτζώκα είναι υπέροχο για μια ολόκληρη σεζόν, αλλά όχι απαραίτητα για δύο βραδιές ακραίας πίεσης. Ότι οι ομάδες του χρειάζονται λογική και ρυθμό για να λειτουργήσουν, ενώ τα Final Four κρίνονται συχνά από ένστικτο, προσωπικότητα και επιβίωση μέσα στο χάος. Η ειρωνεία είναι πως απέναντί του βρέθηκε η Ρεάλ, ίσως η ομάδα που συμβολίζει περισσότερο από κάθε άλλη αυτή τη φιλοσοφία του “επιβιώνουμε με κάθε τρόπο”. Στην Αθήνα συνέβη το αντίθετο απ’ ό,τι περίμεναν πολλοί. Ο Ολυμπιακός δεν παρασύρθηκε από το παιχνίδι της Ρεάλ. Η Ρεάλ αναγκάστηκε να παίξει στο τέμπο του Ολυμπιακού. Κι αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη νίκη του Μπαρτζώκα. Όχι απλώς ότι πήρε το τρόπαιο, αλλά ότι το πήρε χωρίς να προδώσει τη φιλοσοφία του.

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας δεν είναι εύκολος άνθρωπος. Κι ίσως γι’ αυτό να έγινε τόσο σημαντικός προπονητής. Όσοι έχουν δουλέψει μαζί του περιγράφουν έναν άνθρωπο που ζει σχεδόν μόνιμα μέσα στο παιχνίδι. Ακόμα και σε στιγμές χαλάρωσης, το μυαλό του μοιάζει να επιστρέφει συνέχεια σε μια φάση, σε μια κακή περιστροφή, σε ένα spacing που δεν βγήκε σωστά. Υπάρχει ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια του στον Ολυμπιακό που λέγεται συχνά χαμηλόφωνα από ανθρώπους της ομάδας. Μετά από νίκη, από ένα βράδυ που όλοι θεωρούσαν «ήσυχο», εκείνος έμεινε μόνος στο ΣΕΦ για ώρες βλέποντας ξανά ένα δεκάλεπτο όπου η weak side άμυνα είχε αργήσει δύο φορές. Η ομάδα είχε κερδίσει εύκολα. Ο ίδιος έφυγε εκνευρισμένος. Αυτό είναι ίσως το κλειδί για να καταλάβεις τον Μπαρτζώκα. Δεν λειτουργεί συναισθηματικά με το αποτέλεσμα. Λειτουργεί με την εικόνα του παιχνιδιού. Αν η ομάδα του παίξει σωστά αλλά χάσει, πολλές φορές θα είναι πιο ήρεμος από ένα βράδυ νίκης όπου βλέπει πράγματα που θεωρεί «μπασκετική προδοσία» απέναντι στη φιλοσοφία του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μια φιλοσοφία που είναι σχεδόν ιδεολογία. Πιστεύει βαθιά ότι το μπάσκετ είναι άθλημα συνεργασίας και όχι ηρωισμού. Δεν αγαπά τους παίκτες που κρατούν τη μπάλα για να «γράψουν αριθμούς». Θέλει δέκα ανθρώπους που σκέφτονται σαν ένα σώμα. Για αυτό και οι ομάδες του μοιάζουν συχνά να παίζουν με ρυθμό που θυμίζει περισσότερο μουσική παρά κλασικό ευρωπαϊκό μπάσκετ. Η μπάλα φεύγει γρήγορα, οι αποστάσεις ανοίγουν, όλοι κόβουν διαρκώς χωρίς τη μπάλα. Το μπάσκετ του βασίζεται στην ιδέα ότι η καλύτερη επίθεση δεν είναι απαραίτητα η πιο θεαματική, αλλά εκείνη που κουράζει ψυχολογικά την άμυνα μέχρι να τη διαλύσει. Ο Μπαρτζώκας δεν αρνήθηκε ποτέ τη σημασία της άμυνας ή της επαφής. Αυτό που άλλαξε ήταν ότι προσπάθησε να βάλει στο κέντρο κάτι άλλο: τη ροή και τη σκέψη. Οι ομάδες του κινούν τη μπάλα πολύ περισσότερο, ψάχνουν συνεχώς πλεονέκτημα μέσα από spacing και συνεργασίες και προσπαθούν να “σπάσουν” την άμυνα με ταχύτητα αποφάσεων αντί μόνο με δύναμη. Δηλαδή, αντί να πει “θα σε νικήσω επειδή είμαι πιο σκληρός”, το μπάσκετ του λέει “θα σε νικήσω επειδή θα σε κάνω να σκέφτεσαι συνεχώς μέχρι να αργήσεις μισό δευτερόλεπτο”.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί νέοι Ευρωπαίοι προπονητές προσπαθούν σήμερα να αντιγράψουν στοιχεία του. Ο τρόπος που χρησιμοποίησε stretch ψηλούς, η εμμονή του με την παραπάνω πάσα, η δημιουργία μέσα από την κυκλοφορία της μπάλαςσυλλογικά, η αξία που έδωσε στους “σκεπτόμενους” παίκτες άλλαξαν την αισθητική της EuroLeague. Μέχρι να εμφανιστεί ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα, πολλές ομάδες πίστευαν ότι το ευρωπαϊκό μπάσκετ κερδίζεται μόνο με έλεγχο και σκληρή άμυνα. Εκείνος έβαλε ξανά στο κέντρο την έννοια της ροής. Το ενδιαφέρον με τον Μπαρτζώκα είναι ότι το μπάσκετ του εκπέμπει ελευθερία, ενώ ο ίδιος συχνά μοιάζει άνθρωπος που ζει μέσα σε διαρκή εσωτερική ένταση. Στον πάγκο συχνά δείχνει νευρικός, σφιγμένος, σαν να κουβαλά πάνω του όλο το βάρος κάθε κατοχής. Υπάρχουν στιγμές που σχεδόν θυμώνει περισσότερο με ένα λάθος διάβασμα παρά με ένα χαμένο σουτ. Παίκτες έχουν πει ότι μπορεί να σταματήσει προπόνηση για λεπτομέρεια που οι περισσότεροι ούτε θα πρόσεχαν. Κάποτε φέρεται να διέκοψε άσκηση επειδή ένας παίκτης στεκόταν “μισό βήμα πιο μέσα” απ’ όσο έπρεπε στη γωνία. Για τον Μπαρτζώκα, αυτό το μισό βήμα αλλάζει ολόκληρη τη γεωμετρία μιας επίθεσης.

Αυτή η τελειομανία όμως είναι και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Υπάρχουν παίκτες που μέσα στο περιβάλλον του απογειώθηκαν επειδή ένιωσαν ότι εξελίσσονται καθημερινά. Υπάρχουν κι άλλοι που πνίγηκαν από τη συνεχή απαίτηση. Ο Μπαρτζώκας δεν είναι “πατρική” φιγούρα προπονητή. Δεν λειτουργεί με χάδια. Δεν θα προστατεύσει εύκολα κάποιον δημόσια αν πιστεύει ότι έκανε λάθος. Κι αυτό σε μεγάλες ομάδες δημιουργεί συχνά εντάσεις. Από την άλλη ποτέ δεν έμοιαζε άνθρωπος που απολαμβάνει πραγματικά τη δημοσιότητα. Ακόμα και στις μεγαλύτερες επιτυχίες του υπάρχει κάτι αμήχανο πάνω του, σαν να μην εμπιστεύεται πλήρως τον θόρυβο γύρω από το όνομά του. Αυτό πιθανότατα συνδέεται και με τη διαδρομή του. Δεν υπήρξε “ιερό τέρας” ως παίκτης. Δεν μπήκε στο ευρωπαϊκό μπάσκετ ως μύθος. Ανέβηκε σχεδόν εμμονικά, μέσα από δουλειά, ανάλυση και ατελείωτες ώρες scouting. Κουβαλά ακόμα αυτή τη νοοτροπία ανθρώπου που αισθάνεται ότι πρέπει καθημερινά να αποδεικνύει πως ανήκει στην κορυφή.

Και ίσως γι’ αυτό η σχέση του με τον κόσμο του Ολυμπιακού έγινε τόσο περίπλοκη. Από τη μία, θεωρείται ο άνθρωπος που εκσυγχρόνισε πλήρως την ομάδα και της έδωσε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αγωνιστικά στιλ στην Ευρώπη. Από την άλλη, επειδή ακριβώς το μπάσκετ του απαιτεί ακρίβεια και πνευματική ηρεμία, υπάρχουν βράδια, ειδικά στα Final Four, που οι ομάδες του μοιάζουν να λυγίζουν όταν το παιχνίδι ξεφεύγει από τη λογική και γίνεται καθαρά μάχη ενστίκτου.

Η εικόνα του μετά το τέλος του τελικού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν πανηγύριζε σαν άνθρωπος που μόλις κέρδισε μια προσωπική μάχη απέναντι στους επικριτές του. Έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο που είδε επιτέλους μια δύσκολη ιδέα να αντέχει μέχρι τέλους. Η φετινή EuroLeague αλλάζει πλέον και τη θέση του μέσα στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Γιατί ο Μπαρτζώκας δεν επηρέασε μόνο τον Ολυμπιακό. Επηρέασε ολόκληρη τη EuroLeague. Το passing game που έγινε ξανά κεντρικό, η αξία του spacing, η δημιουργία χωρίς διαρκή ντρίμπλα, η πίστη στους σκεπτόμενους παίκτες και όχι μόνο στους μπασκετικούς σταρ, έχουν έντονα τη δική του υπογραφή. Και τελικά αυτή είναι η μεγαλύτερη δικαίωσή του. Ότι ο Ολυμπιακός δεν κατέκτησε μόνο την Ευρώπη. Κατέκτησε την Ευρώπη παίζοντας ακριβώς όπως εκείνος ονειρευόταν εδώ και χρόνια ότι μπορεί να παιχτεί το παιχνίδι. Για αυτό και ακόμα κι όσοι διαφωνούν μαζί του, δύσκολα μπορούν να αρνηθούν ότι άφησε εποχή.

rodrogues