Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίστηκε να κρατά μια μπάλα στα χρώματα της Μπαρτσελόνα λίγο πριν ανακοινώσει το νέο του κόμμα, κι η εικόνα έμοιαζε τόσο φιλόδοξη που άγγιζε σχεδόν την πολιτική σάτιρα. Δεν είναι όμως μια τυχαία ποδοσφαιρική αναφορά. Είναι μια ολόκληρη πολιτική αισθητική. Η ιδέα της «ομάδας», το αφήγημα της επιστροφής, τα χρώματα που λειτουργούν καλύτερα στο instagram απ’ ότι σε κομματικά γραφεία. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν προσπαθεί πια να θυμίσει πολιτικό αρχηγό. Προσπαθεί να θυμίσει κάτι πιο σύγχρονο και πιο συναισθηματικό. Κάτι πιο κοντά σε προπονητή παρά σε παραδοσιακό ηγέτη κόμματος. Ο νέος προπονητής που έρχεται να ξαναδώσει ταυτότητα στους απογοητευμένους οπαδούς της ελληνικής κεντροαριστεράς.
Και φυσικά η επιλογή της Μπαρτσελόνα μόνο τυχαία δεν είναι. Η Μπάρτσα δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια ποδοσφαιρική ομάδα. Είναι ίσως το πιο επιτυχημένο πολιτικό και πολιτισμικό brand που δημιούργησε ποτέ το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Για δεκαετίες πουλούσε κάτι πολύ μεγαλύτερο από νίκες. Πουλούσε την αίσθηση ότι εκπροσωπεί τους «καλούς». Τους διαφορετικούς. Τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι υπάρχει πιο όμορφος, πιο ηθικός και πιο προοδευτικός τρόπος να κερδίζεις. Κάτι αντίστοιχο δεν υποσχέθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015;
Το εντυπωσιακό όμως είναι πως ο άνθρωπος που κυβέρνησε τη χώρα στην πιο εκρηκτική περίοδο της μεταπολίτευσης, επιστρέφει μιλώντας σχεδόν σαν να μην κυβέρνησε ποτέ. Σαν να ήταν σχολιαστής της εποχής του και όχι πρωταγωνιστής της. Το 2015 δεν ήταν απλώς μια «δύσκολη στιγμή». Ήταν το πολιτικό εργαστήριο όπου δοκιμάστηκε η μεγαλύτερη υπόσχεση της ελληνικής αριστεράς και κατέληξε σε ένα από τα πιο βίαια reality της σύγχρονης Ευρώπης. Το πρόβλημα όμως είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι ο Γιόχαν Κρόιφ. Και σίγουρα δεν είναι ο Πεπ Γκουαρδιόλα.
Ο Κρόιφ άλλαξε πραγματικά τη Μπαρτσελόνα. Δεν της έδωσε μόνο τίτλους. Της έδωσε φιλοσοφία. Της έδωσε τρόπο να βλέπει τον εαυτό της. Μέχρι να εμφανιστεί ο θρυλικός Ολλανδός, η Μπάρτσα ήταν ένας μεγάλος σύλλογος με ιστορία και πολιτικό συμβολισμό. Με τον Γιόχαν Κρόιφ έγινε ιδέα. Ένα ποδοσφαιρικό σύστημα αξιών που έπεισε εκατομμύρια ανθρώπους ότι υπάρχει πιο όμορφος, πιο προοδευτικός και πιο σωστός τρόπος να παίζεις και να κερδίζεις. Η Μπαρτσελόνα του Κρόιφ δεν έγινε αυτοκρατορία μόνο επειδή αργότερα απέκτησε τον Ροναλντίνιο, τον Μέσι ή τη χρυσή γενιά του Τσάβι και του Ινιέστα. Έγινε επειδή δημιούργησε ολόκληρη σχολή σκέψης. Η Μπάρτσα έμοιαζε να ξέρει πάντα τι είναι. Ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα αντίθετα έμοιαζε συχνά να ανακαλύπτει τι είναι ενώ ήδη κυβερνούσε.
Το BlackBook είχε γράψει:
Ο Γκουαρδιόλα στη συνέχεια πήρε αυτή την ιδέα και την έκανε σχεδόν θρησκεία της σύγχρονης εποχής. Η Μπαρτσελόνα του δεν παρουσιαζόταν απλώς σαν η καλύτερη ομάδα του κόσμου. Παρουσιαζόταν σαν η ηθικά ανώτερη ομάδα του κόσμου. Οι άλλοι έπαιζαν για το αποτέλεσμα. Η Μπαρτσελόνα παρουσιαζόταν σαν ομάδα που έπαιζε για κάτι μεγαλύτερο από το αποτέλεσμα. Το tiki-taka ball έγινε σχεδόν πολιτισμικό μανιφέστο.
Για ένα διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ακριβώς έτσι. Δεν ήταν απλώς κόμμα. Ήταν αφήγηση ηθικής υπεροχής απέναντι στο παλιό πολιτικό σύστημα. Οι άλλοι ήταν το φθαρμένο κατεστημένο. Εκείνος ήταν η «πρώτη φορά αριστερά». Οι άλλοι μιλούσαν για αριθμούς. Εκείνος για αξιοπρέπεια. Οι άλλοι για αγορές. Εκείνος για κοινωνία. Όπως η Μπαρτσελόνα του Γκουαρδιόλα, έτσι κι ο ΣΥΡΙΖΑ του 2015 έκανε τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι δεν υποστηρίζουν απλώς μια πολιτική επιλογή αλλά ότι συμμετέχουν σε κάτι ιστορικά και ηθικά ανώτερο. Μόνο που υπάρχει μια διαφορά που αλλάζει τα πάντα. Ο Κρόιφ και ο Γκουαρδιόλα κέρδισαν.
Ο Τσίπρας όχι μόνο δεν κέρδισε με τον τρόπο που υποσχέθηκε, αλλά τελικά αναγκάστηκε να κυβερνήσει ακριβώς όπως εκείνοι που κατηγορούσε. Κι εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα της βραδιάς στο Θησείο. Ο πρώην πρωθυπουργός επιστρέφει χωρίς να έχει εξηγήσει ποτέ πραγματικά τι πήγε στραβά. Το δημοψήφισμα έγινε τραύμα. Το «Όχι» έγινε «Ναι». Η «ρήξη» έγινε τρίτο μνημόνιο. Ο αντισυστημικός θυμός έγινε κανονική διαχείριση εξουσίας. Και τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε να μοιάζει με ό,τι ακριβώς υποσχόταν ότι θα καταστρέψει. Τώρα αλλάζει όνομα, χρώματα και rebranding. Σαν εταιρεία που προσπαθεί να αποδράσει από μια μεγάλη κρίση εμπιστοσύνης χωρίς να αλλάξει πραγματικά προϊόν. Αλλάζει η συσκευασία. Όχι απαραίτητα το περιεχόμενο.
Γι’ αυτό και η μπάλα της Μπαρτσελόνα έχει σημασία. Δεν είναι ποδοσφαιρικό αξεσουάρ. Είναι πολιτικό μήνυμα. Ο Τσίπρας δεν λέει απλώς «ψηφίστε με». Λέει «ανήκετε εδώ». Στην εποχή όπου οι πολιτικοί χτίζουν fanbase πιο εύκολα απ’ ότι πρόγραμμα, αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό.
Ο Τσίπρας επιστρέφει σήμερα περίπου όπως η Μπαρτσελόνα προσπαθεί κάθε χρόνο να επιστρέψει στην κορυφή της Ευρώπης. Με νέο αφήγημα, νέα αισθητική και την ίδια βαθιά ανάγκη να ξαναζήσει τη στιγμή που έκανε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι εκπροσωπεί κάτι ιστορικό. Μόνο που η πολιτική, όπως και το ποδόσφαιρο, είναι αμείλικτη με τη νοσταλγία όταν δεν συνοδεύεται από πραγματική αυτογνωσία.
Η Μπαρτσελόνα έγινε τεράστια επειδή κάποτε είχε τον Κρόιφ, τον Γκουαρδιόλα, τον Μέσι. Ο Τσίπρας επιστρέφει σε μια χώρα όπου η κεντροαριστερά ψάχνει ακόμη τον επόμενο σωτήρα της. Και το ελληνικό κοινό συνεχίζει να αγοράζει καινούργιες φανέλες κάθε τέσσερα χρόνια, μέχρι να καταλάβει για ακόμα μία φορά, ότι άλλαξαν οι φανέλες αλλά το παιχνίδι παίζεται ακριβώς με τους ίδιους κανόνες.






