Skip to main content

Πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα στην Αθήνα; Mια πόλη που εξαντλεί, αλλά ταυτόχρονα γεννά ιστορίες. Ο Γιώργος Ψωμιάδης, πρόσφατα βραβευμένος με το «Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου» του περιοδικού ο αναγνώστης, για τη συλλογή διηγημάτων «Η φωλιά» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κίχλη, μιλά για το πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα σε αυτή την πόλη. Για τα ερεθίσματα που γίνονται λέξεις, για τα τελετουργικά που συχνά δεν υπάρχουν, για το «σύνδρομο του απατεώνα». Πάνω απ’ όλα μιλά για την Αθήνα. Όχι ως ιδέα αλλά ως συνθήκη. Ως έναν χώρο που τον εμπνέει και τον εξαντλεί την ίδια στιγμή, όπως ακριβώς και εμάς.

Ο Γιώργος Ψωμιάδης γράφει καθημερινά καθώς εργάζεται ως δημοσιογράφος στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Η Φωλιά (Κίχλη) είναι το πρώτο του βιβλίο και κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2025. Έξι διηγήματα, έξι ήρωες εγκλωβισμένοι σε μια προσωπική ή συλλογική δυστοπία. Οι ήρωες του Ψωμιάδη έρχονται αντιμέτωποι με έναν κόσμο εχθρικό, γι’ αυτό και αναζητούν μια «οικογένεια», μια εστία να κρυφτούν, ενώ μερικές φορές επιστρατεύουν μια παρηγορητική φυγή προς τον κόσμο της φαντασίας. Έξι ιστορίες από ένα δυσοίωνο μέλλον που, διαβάζοντάς τες, συνειδητοποιούμε ότι είναι ήδη αμετάκλητα παρόν.

Αν έγραφες ένα βιβλίο που διαδραματιζόταν νύχτα στη σημερινή Αθήνα και πρωταγωνιστούσε ένας ήρωας ή μια ηρωίδα της γενιάς σου, πώς θα ξεκινούσε;

Θα διαλέξω μια σκηνή που υπάρχει σε ένα από τα διηγήματα της Φωλιάς: «Η έξαψη έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά και ένιωσε την ανάγκη να παρατείνει αυτό το αίσθημα όσο περισσότερο μπορούσε. Άνοιξε τις βραδινές κάμερες, έκλεισε το μαγαζί και βγήκε στο κρύο. Αποφάσισε πως σήμερα θα περπατούσε μέχρι το σπίτι του. Δεν θα έπαιρνε το μετρό…»

Διάβασε και αυτό στο Black Book:

Ποιος άνθρωπος ήσουν όταν ξεκίνησες να γράφεις τη Φωλιά και ποιος όταν την είδες στο ράφι κάποιου βιβλιοπωλείου; Πώς αισθάνθηκες την πρώτη φορά;

Όταν ένα κομμάτι σου υπάρχει εκεί έξω, ελπίζεις ότι θα γεννήσει συναισθήματα, ότι αναγνώστες θα νιώσουν κάτι συγκεκριμένο και, με κάποιο τρόπο, θα πάρουν κάτι μαζί τους. Το ότι υπάρχει στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου αυτό που έχεις δημιουργήσει -και κάποιος μπορεί να το ψηλαφίσει και να εισέλθει σε αυτό ανά πάσα στιγμή- είναι μια συνθήκη που δεν αντιλαμβάνεσαι πάντα όσο γράφεις. Είναι όμως κι ένα «μοίρασμα» που τελικά σε αλλάζει.

Ποια ήταν η αρχική ιδέα, ο σπόρος πίσω από το βιβλίο και πώς ήταν η διαδικασία συγγραφής του; Υπάρχει μια μικρή τελετουργία ή συνήθεια που συνοδεύει το γράψιμό σου;

Ο σπόρος για κάθε ιστορία της «Φωλιάς» ήταν διαφορετικός. Όταν μια ιδέα επανερχόταν και είχε το απαραίτητο βάρος, της έδινα τον χώρο και τον χρόνο που χρειαζόταν, ώστε να δημιουργηθεί ένα μικρό σύμπαν γύρω της. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου έγραφα σχεδόν καθημερινά· έκανα χώρο στην καθημερινότητά μου, ακόμη και για λίγο, προσπαθώντας να αξιοποιήσω τη στιγμή της ημέρας που ένιωθα ότι είχα τη μεγαλύτερη διαύγεια. Συνήθως, έγραφα τα πρωινά πριν τη δουλειά. Συνήθως χρειάζομαι καφέ και ένα γραφείο. Αυτά είναι τα βασικά μου σύνεργα.

Πολλοί συγγραφείς έχουν μιλήσει για το πόσα χρόνια τους πήρε να αρχίσουν να δηλώνουν συγγραφείς και να αποβάλλουν το λεγόμενο «σύνδρομο του απατεώνα». Εσύ πού βρίσκεσαι απέναντι σ’ αυτό; Με ποια ιδιότητα θα συστηθείς σε άτομα που δεν σε γνωρίζουν;

Αμφιβάλλω συχνά για αυτά που γράφω. Αναγνωρίζω ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να με αλλάξουν στο μέλλον και ως αναγνώστη και όσον αφορά το δημιουργικό κομμάτι. Δεν ξέρω αν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο θα συστηθώ σε κάποιον άγνωστο. Θα αποφύγω σίγουρα λέξεις που μπορεί να ακουστούν βαρύγδουπες. Το πιο πιθανό είναι πάντως πως θα καταλήξω να υπεραναλύω για αρκετή ώρα όσες λέξεις χρησιμοποίησα, τελικά, στη γνωριμία αυτή.

Αν έπρεπε να περιγράψεις τη γενιά σου μέσα από μια-δυο φράσεις του βιβλίου σου, ποιες θα ήταν αυτές;

«Κάθε φορά το όνειρο τελείωνε στο ίδιο σημείο. Το μεγάλο κύμα σήμαινε το τέλος».