Αν κάποιος κοιτούσε σήμερα τον Moby χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι, δύσκολα θα έβλεπε μπροστά του έναν από τους ανθρώπους που άλλαξαν τη σύγχρονη ποπ μουσική. Δεν κουβαλά πια τη θορυβώδη αύρα του σταρ που πέρασε από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου, πούλησε εκατομμύρια δίσκους, έγινε φίλος με τον David Bowie, είδε τα τραγούδια του να γίνονται soundtrack μιας ολόκληρης εποχής και βρέθηκε ξαφνικά στο κέντρο μιας δόξας για την οποία, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν ποτέ πραγματικά προετοιμασμένος. Αύριο 1η Ιουλίου ο Moby επιστρέφει στην Αθήνα για το Release Athens. Για τους περισσότερους θα είναι μια βραδιά γεμάτη αναμνήσεις. Το «Porcelain», το «Natural Blues», το «Why Does My Heart Feel So Bad?», το «Go», το «Lift Me Up» και το «Extreme Ways» δεν είναι απλώς επιτυχίες. Είναι τραγούδια που συνόδευσαν ένα ολόκληρο κομμάτι της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από το setlist της συναυλίας. Ο άνθρωπος που θα ανέβει στη σκηνή δεν είναι ο ίδιος που έγραψε αυτά τα τραγούδια.
Στην πραγματικότητα, ο σημερινός Moby μοιάζει να έχει αφιερώσει τη ζωή του σε μια προσπάθεια που ελάχιστοι διάσημοι άνθρωποι τολμούν να κάνουν. Να αποδράσει από τον ίδιο τον μύθο του. Η ιστορία του Richard Melville Hall, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, δεν μοιάζει με εκείνη ενός ανθρώπου που γεννήθηκε για να γίνει σταρ. Ο πατέρας του σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα όταν εκείνος ήταν μόλις δύο ετών. Η μητέρα του πάλευε να τα βγάλει πέρα, οι μετακινήσεις ήταν συνεχείς και το αίσθημα ότι δεν ανήκει πραγματικά πουθενά τον ακολούθησε από πολύ νωρίς. Η μουσική έγινε ο πρώτος χώρος όπου ένιωσε ότι μπορούσε να οργανώσει το χάος. Άκουγε τα πάντα με την ίδια περιέργεια. Punk, techno, house, gospel, blues, ambient. Δεν τον ενδιέφεραν τα είδη. Τον ενδιέφερε το συναίσθημα.

Ίσως γι’ αυτό το Play δεν ακούστηκε ποτέ σαν ένας ακόμη ηλεκτρονικός δίσκος. Όταν κυκλοφόρησε το 1999, έμοιαζε να ενώνει δύο διαφορετικούς κόσμους. Οι παλιές φωνές της αμερικανικής gospel και των blues συναντούσαν ηλεκτρονικούς ρυθμούς χωρίς να χάνουν ούτε την ψυχή ούτε τη θερμοκρασία τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος που δεν άλλαξε μόνο την πορεία του Moby. Άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο η ηλεκτρονική μουσική μπορούσε να επικοινωνήσει με το ευρύ κοινό.
Η επιτυχία του υπήρξε σχεδόν αδιανόητη. Περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα, αμέτρητες χρήσεις των τραγουδιών του σε ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και διαφημίσεις, βραβεία, περιοδείες και μια θέση ανάμεσα στα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας μουσικής. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος περίμενε ακριβώς το αντίθετο. Ήταν πεπεισμένος πως το Play θα ήταν πιθανότατα ο τελευταίος του δίσκος. Η καριέρα του έμοιαζε να έχει βαλτώσει και τίποτα δεν προμήνυε ότι λίγους μήνες αργότερα θα βρισκόταν στο κέντρο της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας. Αυτό που ακολούθησε επιβεβαιώνει μια αλήθεια που η μουσική βιομηχανία σπάνια παραδέχεται. Η επιτυχία δεν λύνει τα προβλήματα, συχνά τα μεγεθύνει.
Πίσω από τη δημόσια εικόνα του ήρεμου, ευφυούς μουσικού που μιλούσε περισσότερο σαν πανεπιστημιακός παρά σαν rock star, εξελισσόταν μια διαφορετική ιστορία. Το αλκοόλ, οι ουσίες, οι κρίσεις πανικού, η μοναξιά και η διαρκής ανάγκη για επιβεβαίωση έγιναν μέρος της καθημερινότητάς του. Η φήμη του έδωσε σχεδόν τα πάντα εκτός από αυτό που αναζητούσε περισσότερο. Την εσωτερική ηρεμία.
Στις δύο αυτοβιογραφίες του δεν προσπάθησε να προστατεύσει την εικόνα του. Έγραψε για τις καταχρήσεις, τις εμμονές, τις αποτυχημένες σχέσεις, τις στιγμές απόλυτης αυτοκαταστροφής και τα λάθη που τον ακολουθούν μέχρι σήμερα. Κάποιες αφηγήσεις του προκάλεσαν αντιδράσεις και δημόσιες συγκρούσεις, άλλες αμφισβητήθηκαν έντονα. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία, όμως, δεν είναι οι επιμέρους ιστορίες. Είναι ότι ο Moby δεν επιχείρησε ποτέ να παρουσιαστεί ως κάποιος που νίκησε τους δαίμονές του. Περιγράφει περισσότερο έναν άνθρωπο που πέρασε χρόνια προσπαθώντας να καλύψει τα τραύματά του με πράγματα που δεν μπορούσαν ποτέ να τα θεραπεύσουν.

Η καθοριστική αλλαγή ήρθε το 2008 όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά το αλκοόλ και τις ουσίες. Από εκείνο το σημείο και μετά άρχισε να χτίζει μια ζωή σχεδόν αντίθετη από εκείνη που τον είχε κάνει διάσημο. Οι ατελείωτες νύχτες έγιναν πρωινές διαδρομές. Τα πάρτι έδωσαν τη θέση τους στην καθημερινότητα. Η υπερβολή αντικαταστάθηκε από μια σχεδόν ασκητική πειθαρχία. Σήμερα ζει μόνος στο Λος Άντζελες. Ξυπνά πριν ακόμη χαράξει, κοιμάται νωρίς και έχει σταματήσει να αντιμετωπίζει τη μουσική ως επάγγελμα. Όπως λέει ο ίδιος η μουσική είναι πλέον το μέρος όπου αναπνέει.
Ο Moby κάποτε πίστευε ότι η ζωή του θα καθοριζόταν από τους δίσκους που θα πουλούσε, σήμερα θεωρεί ότι το σημαντικότερο έργο του δεν έχει καμία σχέση με τη δισκογραφία. Ο ακτιβισμός για τα δικαιώματα των ζώων και την κλιματική κρίση δεν είναι για τον Moby μια παράλληλη δραστηριότητα ούτε ένας τρόπος να βελτιώσει τη δημόσια εικόνα του. Είναι ο λόγος που σηκώνεται κάθε πρωί. Τα τελευταία χρόνια έχει δηλώσει πολλές φορές ότι η μουσική είναι το δημιουργικό του καταφύγιο, ενώ η πραγματική του αποστολή βρίσκεται στην προσπάθεια να μειωθεί ο ανθρώπινος πόνος, είτε αφορά τα ζώα είτε τον πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο ότι δέχθηκε να επιστρέψει σε ευρωπαϊκή περιοδεία μόνο όταν αποφάσισε πως τα κέρδη της θα κατευθυνθούν σε οργανώσεις που υπηρετούν αυτούς τους σκοπούς.
Η ίδια αλλαγή φαίνεται και στον τρόπο που δημιουργεί. Δεν τον απασχολεί αν θα γράψει το επόμενο μεγάλο hit ούτε αν μπορεί να ανταγωνιστεί μια βιομηχανία που κινείται με την ταχύτητα του TikTok και των playlists. Έχει πει ότι όταν η μουσική αρχίζει να προσαρμόζεται στον αλγόριθμο κινδυνεύει να πάψει να είναι μουσική. Προτιμά να ανακαλύψει μια άγνωστη φωνή που θα τον συγκινήσει παρά να συνεργαστεί με κάποιον επειδή φέρνει εκατομμύρια ακροάσεις. Αναζητά την αλήθεια μιας ερμηνείας και όχι την τελειότητα μιας εκτέλεσης. Είναι μια στάση που μοιάζει σχεδόν αντιεμπορική αλλά ίσως γι’ αυτό ακριβώς ταιριάζει τόσο στον σημερινό Moby.
Κατά καιρούς έχει προκαλέσει αντιδράσεις με δημόσιες τοποθετήσεις, έχει εμπλακεί σε διαμάχες και έχει δεχθεί έντονη κριτική. Η διαφωνία με τη Νάταλι Πόρτμαν για όσα περιέγραψε στην αυτοβιογραφία του ή οι δηλώσεις του για το τραγούδι Lola των Kinks είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Moby εξακολουθεί να εκφράζεται χωρίς ιδιαίτερα φίλτρα και μερικές φορές πληρώνει το τίμημα αυτής της επιλογής. Η διαφορά είναι ότι σήμερα δεν δείχνει να εξαρτά την αυτοεκτίμησή του από την αποδοχή του κοινού. Έχει παραδεχθεί ότι χρειάστηκε χρόνια για να καταλάβει πως δεν μπορείς να χτίζεις την εικόνα του εαυτού σου πάνω στις γνώμες ανθρώπων που δεν γνωρίζεις.

Ο Moby δεν άλλαξε επειδή κουράστηκε να είναι διάσημος. Άλλαξε όταν έπαψε να περιμένει από τη φήμη να του χαρίσει την ηρεμία που αναζητούσε. Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο ακούμε σήμερα τα τραγούδια του. Το Porcelain δεν είναι απλώς μια από τις πιο όμορφες συνθέσεις της ηλεκτρονικής μουσικής. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να βάλει σε μελωδία μια εύθραυστη ψυχική κατάσταση. Το Why Does My Heart Feel So Bad? δεν ακούγεται πια σαν ένας εύστοχος τίτλος. Ακούγεται σαν η ερώτηση που διατρέχει ολόκληρη τη ζωή του. Το Natural Blues, με εκείνη τη συγκλονιστική φωνή της Vera Hall να συνομιλεί με την ηλεκτρονική μουσική, μοιάζει ακόμη περισσότερο σήμερα με μια συνομιλία ανάμεσα στον πόνο και την ελπίδα.

Οι πραγματικά μεγάλοι δίσκοι έχουν μια παράξενη ιδιότητα. Μεγαλώνουν μαζί με εκείνους που τους δημιούργησαν και μαζί με εκείνους που τους ακούν. Το Play δεν σημαίνει σήμερα ό,τι σήμαινε το 1999. Τότε ήταν το soundtrack μιας εποχής που πίστευε ότι η τεχνολογία θα έκανε τον κόσμο καλύτερο. Σήμερα ακούγεται περισσότερο σαν μια υπενθύμιση ότι, όσο κι αν αλλάζουν τα μέσα, οι ανθρώπινες ανάγκες παραμένουν ίδιες. Η ανάγκη να αγαπήσουμε, να ανήκουμε κάπου, να βρούμε λίγη ηρεμία μέσα στον θόρυβο.
Γι’ αυτό η αυριανή συναυλία στο Release Athens έχει κάτι περισσότερο από νοσταλγική αξία. Δεν θα δούμε απλώς έναν μουσικό να παίζει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Θα δούμε έναν άνθρωπο που έχει συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Δεν ανεβαίνει στη σκηνή για να μας θυμίσει ποιος υπήρξε. Ανεβαίνει γιατί αυτά τα τραγούδια εξακολουθούν να έχουν κάτι να πουν και γιατί ο ίδιος έχει βρει έναν τρόπο να συνυπάρχει μαζί τους χωρίς να φυλακίζεται μέσα στη σκιά τους. Αυτός είναι ο λόγος που εξακολουθεί να έχει σημασία τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη του επιτυχία. Όχι μόνο επειδή άλλαξε την ηλεκτρονική μουσική ούτε επειδή το Play παραμένει ένας εμβληματικός δίσκος. Αλλά επειδή η ζωή του θυμίζει κάτι που ξεχνάμε εύκολα. Η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να κατακτήσεις τον κόσμο. Είναι να μπορέσεις κάποια στιγμή να ζήσεις ειρηνικά με τον εαυτό σου.
Αν αύριο λίγο πριν σβήσουν τα φώτα στην Πλατεία Νερού, αναρωτηθεί κανείς γιατί ο Moby εξακολουθεί να γεμίζει συναυλιακούς χώρους, η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στη μουσική του. Βρίσκεται στο ότι πίσω από αυτά τα τραγούδια υπάρχει ένας άνθρωπος που έπεσε, χάθηκε, εκτέθηκε, αμφισβητήθηκε και τελικά κατάφερε να κάνει κάτι πολύ πιο δύσκολο από το να γίνει διάσημος. Κατάφερε να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει.







