Στα αποδυτήρια της Αργεντινής μετά την πρόκριση στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι ποδοσφαιριστές τραγουδούν για τον Λιονέλ Μέσι, για τη φανέλα τους, για το όνειρο ενός ακόμη τροπαίου. Ανάμεσα στους στίχους επιστρέφει όμως και μια λέξη που για όποιον δεν γνωρίζει την ιστορία της χώρας μοιάζει να βρίσκεται στο λάθος μέρος. «Malvinas». Οι περισσότεροι από αυτούς τους παίκτες γεννήθηκαν πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο του 1982. Κανείς τους δεν έζησε εκείνη τη σύγκρουση κι όμως η λέξη βρίσκεται ακόμη μέσα στα τραγούδια τους. Εκεί ίσως κρύβεται η πραγματική ιστορία του ημιτελικού ανάμεσα στην Αγγλία και την Αργεντινή. Όχι στο ποιος θα προκριθεί στον τελικό, ούτε στο αν ο Μέσι θα βρεθεί ακόμη πιο κοντά σε ένα τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση εξακολουθεί να κουβαλά γεγονότα που συνέβησαν πριν από δεκαετίες, σε ανθρώπους που δεν τα έζησαν ποτέ. Οι πόλεμοι τελειώνουν με μια υπογραφή. Η μνήμη τους όχι.
Το ποδόσφαιρο έχει μια μοναδική ικανότητα. Ενώ μοιάζει να αφορά το παρόν λειτουργεί συχνά σαν αποθήκη του παρελθόντος. Οι κοινωνίες μεταφέρουν μέσα του ιστορίες, τραύματα, νίκες και ταπεινώσεις που δύσκολα βρίσκουν άλλη τόσο δυνατή δημόσια έκφραση. Γι’ αυτό υπάρχουν παιχνίδια που δεν ξεκινούν με το πρώτο σφύριγμα του διαιτητή. Η σχέση της Αγγλίας με την Αργεντινή είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 1966, στο Γουέμπλεϊ, ένας προημιτελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου άφησε πίσω του καχυποψία και θυμό. Ο αρχηγός της Αργεντινής Αντόνιο Ρατίν αποβλήθηκε μέσα σε σύγχυση, επιμένοντας ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ο Γερμανός διαιτητής. Όταν τελείωσε το παιχνίδι ο προπονητής της Αγγλίας Άλφ Ράμσεϊ, εμπόδισε τους ποδοσφαιριστές του να ανταλλάξουν φανέλες με τους αντιπάλους και χαρακτήρισε τους Αργεντινούς «ζώα». Στο Λονδίνο η ιστορία έμεινε ως ένα δύσκολο παιχνίδι. Στο Μπουένος Άιρες έμεινε ως απόδειξη ότι η διοργάνωση δεν μπορούσε να επιτρέψει τον αποκλεισμό της διοργανώτριας χώρας. Οι δύο πλευρές δεν θυμούνται το ίδιο γεγονός. Θυμούνται δύο διαφορετικές αλήθειες.
Ύστερα ήρθε ο πόλεμος για τα Φόκλαντ, ή τις Μαλβίνες, όπως εξακολουθούν να τις αποκαλούν οι Αργεντινοί. Οι μάχες κράτησαν εβδομήντα τέσσερις ημέρες. Η επίδρασή τους αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από τη διάρκειά τους. Στην Αργεντινή, οι Μαλβίνες δεν έγιναν μόνο ένα κεφάλαιο της ιστορίας. Έγιναν στοιχείο της εθνικής μνήμης. Κι όταν μια μνήμη αποκτά αυτή τη δύναμη αρχίζει να εμφανίζεται στα πιο απρόσμενα μέρη. Ακόμη και σε ένα ποδοσφαιρικό τραγούδι. Τέσσερα χρόνια μετά τον πόλεμο, ο Ντιέγκο Μαραντόνα βρέθηκε απέναντι στην Αγγλία. Συνήθως θυμόμαστε εκείνο το παιχνίδι μέσα από δύο γκολ. Το ένα μπήκε με το χέρι. Το άλλο ύστερα από μια από τις πιο εντυπωσιακές ατομικές ενέργειες που έχει δει το ποδόσφαιρο. Εκείνο όμως που κάνει τον συγκεκριμένο αγώνα να επιβιώνει μέχρι σήμερα δεν είναι μόνο οι φάσεις του. Είναι ότι κάθε χώρα εξακολουθεί να τις διαβάζει διαφορετικά. Για τη μία πλευρά το «Χέρι του Θεού» είναι η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική απάτη. Για την άλλη αποτελεί σύμβολο μιας διαφορετικής αντίληψης για τη δικαιοσύνη, όπου η εξυπνάδα του αδύναμου μπορεί να γίνει απάντηση στην ισχύ του δυνατού.
Από εκείνη την ημέρα κάθε νέα αναμέτρηση κουβαλά το βάρος όλων των προηγούμενων. Το 1998 ο Ντέιβιντ Μπέκαμ αποβλήθηκε μετά την αντίδρασή του στον Ντιέγκο Σιμεόνε και η Αγγλία αποκλείστηκε στα πέναλτι. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στην Ιαπωνία ο ίδιος ποδοσφαιριστής σκόραρε με πέναλτι και πήρε τη δική του εκδίκηση. Κανείς όμως δεν θυμάται μόνο τα αποτελέσματα. Θυμάται τους καβγάδες, τις χειραψίες που δεν έγιναν, τις φανέλες που δεν ανταλλάχθηκαν, τις λέξεις που ειπώθηκαν στα αποδυτήρια. Σαν να μην αρκεί ποτέ το ποδόσφαιρο από μόνο του. Αυτή η διαφορά δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες κατασκευάζουν τις ιστορίες που λένε για τον εαυτό τους.
Κάθε χώρα έχει τέτοιες ιστορίες. Άλλες επιλέγει να τις αφήσει πίσω της. Άλλες τις κουβαλά σαν οικογενειακή κληρονομιά. Το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ίσως ο μοναδικός αθλητικός θεσμός όπου αυτές οι συλλογικές μνήμες γίνονται ξανά ορατές. Οι σύλλογοι αλλάζουν παίκτες, ιδιοκτήτες και φιλοσοφία. Οι εθνικές ομάδες κουβαλούν κάτι πιο βαρύ. Κάθε φανέλα περιέχει ένα κομμάτι της ιστορίας της χώρας που εκπροσωπεί. Γι’ αυτό και ορισμένες αναμετρήσεις μοιάζουν να έχουν μεγαλύτερο βάρος από αυτό που δικαιολογεί η σημασία ενός αγώνα.
Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δείχνουν συχνά να έχουν αφήσει πίσω τους όσα οι κοινωνίες συνεχίζουν να θυμούνται. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ και ο Ντιέγκο Σιμεόνε, δύο άνθρωποι που κάποτε συμβόλιζαν την ένταση αυτής της αντιπαλότητας, φωτογραφίζονται σήμερα μαζί και μιλούν με αμοιβαίο σεβασμό. Ο Χαβιέρ Ζανέτι περιγράφει την Αγγλία ως έναν αντίπαλο που πάντα εκτιμούσε. Οι άνθρωποι συμφιλιώνονται ευκολότερα από τις εθνικές αφηγήσεις τους.
Όταν ο διαιτητής σφυρίξει την έναρξη του ημιτελικού στο γήπεδο θα βρίσκονται είκοσι δύο ποδοσφαιριστές που κυνηγούν μια θέση στον τελικό. Στις εξέδρες όμως, θα βρίσκονται και εξήντα χρόνια κοινής ιστορίας. Γιατί υπάρχουν παιχνίδια που κρίνονται στο σκορ και παιχνίδια που κρίνονται στη μνήμη. Το Αγγλία-Αργεντινή ανήκει σπάνια μόνο στην πρώτη κατηγορία.







