Skip to main content

Υπάρχει μια σκηνή στη νέα σεζόν του Ted Lasso που περνά σχεδόν απαρατήρητη. Ο Τεντ επιστρέφει στην AFC Richmond για να αναλάβει τη γυναικεία ομάδα του συλλόγου. Μόνο που η ομάδα έχει ήδη προπονήτρια. Η Άλις Τσίλτον είναι πρώην ποδοσφαιρίστρια, έχει εκπαιδευτεί για τη δουλειά, έχει αφιερώσει χρόνια στην προπονητική και βρίσκεται ήδη στη θέση της. Μέχρι που ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο Ted Lasso. Οι περισσότεροι θεατές θα το δουν ως άλλη μία ανατροπή της σειράς. Στην πραγματικότητα όμως η σκηνή αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από ένα τηλεοπτικό εύρημα. Αποκαλύπτει το μεγαλύτερο ψέμα που λέμε στον εαυτό μας για την αξιοκρατία. Δεν έχει σημασία αν το σενάριο είναι δίκαιο ή άδικο. Σημασία έχει ότι, χωρίς να το επιδιώκει, φωτίζει μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι οι κοινωνίες ανταμείβουν το ταλέντο. Στην πραγματικότητα ανταμείβουν όλο και περισσότερο το βιογραφικό.

Κάποτε οι άνθρωποι προσλάμβαναν δυνατότητες. Έβλεπαν σε κάποιον αυτό που θα μπορούσε να γίνει. Σήμερα προσλαμβάνουν αποδείξεις. Αναζητούν ανθρώπους που έχουν ήδη κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά, έχουν ήδη περάσει από τις ίδιες θέσεις, έχουν ήδη αποκτήσει τα ίδια πιστοποιητικά, έχουν ήδη δοκιμαστεί στο ίδιο περιβάλλον. Δεν ψάχνουν εκείνον που μπορεί να εξελιχθεί. Ψάχνουν εκείνον που μοιάζει περισσότερο με αυτόν που αποχωρεί. Η αγορά ονομάζει αυτή τη διαδικασία αξιοκρατία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται περισσότερο για διαχείριση κινδύνου παρά για αναζήτηση ταλέντου.

Ένα γνωστό βιογραφικό λειτουργεί σαν ασφάλεια. Αν η επιλογή αποτύχει κανείς δεν θα κατηγορήσει εκείνον που την έκανε. Ο υποψήφιος είχε εμπειρία, είχε συστάσεις, είχε όλα όσα θεωρούνται αντικειμενικά κριτήρια. Το λάθος φαίνεται λογικό. Το πραγματικό ρίσκο είναι πάντα ο άγνωστος. Όχι επειδή είναι λιγότερο ικανός, αλλά επειδή κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχία του. Έτσι το σημαντικότερο προσόν της εποχής μας δεν είναι η δημιουργικότητα, η ευφυΐα ή η φαντασία. Είναι να έχεις ήδη επιλεγεί μία φορά. Από εκεί και πέρα η επόμενη επιλογή γίνεται ευκολότερη. Η πρώτη μεγάλη θέση φέρνει τη δεύτερη, το πρώτο γνωστό όνομα ανοίγει την πόρτα στο επόμενο και η εμπειρία αρχίζει να λειτουργεί σαν κεφάλαιο που παράγει συνεχώς νέο κεφάλαιο.

Αυτό εξηγεί γιατί τόσοι οργανισμοί μοιάζουν να ανακυκλώνουν διαρκώς τους ίδιους ανθρώπους. Οι ίδιες διοικήσεις μετακινούνται από εταιρεία σε εταιρεία. Οι ίδιοι διευθυντές εμφανίζονται σε διαφορετικούς οργανισμούς. Οι ίδιες διαδρομές επαναλαμβάνονται στα πανεπιστήμια, στα μέσα ενημέρωσης, στην πολιτική, στον αθλητισμό. Το πρώτο ερώτημα δεν είναι «ποιος μπορεί να κάνει τη διαφορά;», αλλά «ποιος το έχει ξανακάνει;». Είναι «ποιος έχει ξανακάνει αυτή τη δουλειά;». Η εμπειρία μετατρέπεται έτσι σε ένα κλειστό νόμισμα που κυκλοφορεί ανάμεσα σε όσους βρίσκονται ήδη μέσα στο σύστημα.

Το παράδοξο είναι προφανές αλλά σχεδόν κανείς δεν το επισημαίνει. Κανείς δεν γεννιέται έμπειρος. Κάποιος πρέπει πρώτα να του δώσει την πρώτη ευκαιρία. Αυτό είναι το μοναδικό κομμάτι της ιστορίας που συνήθως εξαφανίζεται. Οι επιτυχημένοι θυμούνται τις ατελείωτες ώρες δουλειάς, τις θυσίες, την επιμονή, τις αποτυχίες που ξεπέρασαν. Σπάνια θυμούνται εκείνον που άνοιξε την πρώτη πόρτα. Ίσως γιατί η ιδέα ότι τα καταφέραμε αποκλειστικά μόνοι μας είναι πιο ελκυστική από την παραδοχή ότι κάποια στιγμή κάποιος μάς εμπιστεύτηκε πριν υπάρξει οποιαδήποτε απόδειξη ότι το αξίζαμε.

Οι περισσότερες μεγάλες ιστορίες επιτυχίας δεν ξεκίνησαν από την εμπειρία. Ξεκίνησαν από την εμπιστοσύνη. Κανείς δεν θα μπορούσε να αποδείξει εκ των προτέρων ότι θα γινόταν σπουδαίος σκηνοθέτης πριν γυρίσει την πρώτη του ταινία ή ότι θα δημιουργούσε μια μεγάλη επιχείρηση πριν του δοθεί η πρώτη χρηματοδότηση. Το ίδιο ισχύει για κάθε επιστήμονα, καλλιτέχνη, επιχειρηματία ή προπονητή που κάποτε ήταν ένας άγνωστος άνθρωπος χωρίς εντυπωσιακό βιογραφικό. Κάποια στιγμή, κάποιος αποφάσισε να επενδύσει σε μια πιθανότητα και όχι σε μια βεβαιότητα. Αν ζητούσαμε από όλους να αποδείξουν εκ των προτέρων την αξία τους, οι περισσότερες από τις προσωπικότητες που σήμερα θεωρούμε αυτονόητες δεν θα είχαν ποτέ την ευκαιρία να υπάρξουν.

Η εμμονή μας με την εμπειρία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για την εποχή μας. Δεν εμπιστευόμαστε πια το ένστικτο, την κρίση ή τη διαίσθηση. Εμπιστευόμαστε μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί. Δείκτες, πιστοποιήσεις, χρόνια προϋπηρεσίας, αξιολογήσεις, βιογραφικά. Είναι σαν να πιστεύουμε ότι το μέλλον μπορεί να προβλεφθεί αποκλειστικά μέσα από το παρελθόν. Όμως η ιστορία δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Οι μεγαλύτερες καινοτομίες γεννήθηκαν από ανθρώπους που, μέχρι τη στιγμή που τους δόθηκε η ευκαιρία, δεν διέθεταν καμία από τις αποδείξεις που σήμερα θεωρούμε απαραίτητες.

Πιθανόν το πραγματικό πρόβλημα να μην είναι ότι ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς αξιοκρατία. Ίσως να έχουμε ταυτίσει την αξιοκρατία με το βιογραφικό. Κι όμως το βιογραφικό δεν είναι μέτρο αξίας. Είναι απλώς η καταγραφή των ευκαιριών που κάποιος είχε ήδη στη ζωή του. Θεωρούμε αντικειμενικότερο εκείνον που έχει ήδη πετύχει κάπου αλλού, χωρίς να αναρωτιόμαστε πώς απέκτησε την πρώτη του ευκαιρία. Ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε εντυπωσιακό βιογραφικό υπάρχει μια στιγμή που δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Μόνο ένας άνθρωπος και κάποιος άλλος που αποφάσισε να τον εμπιστευτεί.

Οι κοινωνίες δεν προχωρούν επειδή επιλέγουν πάντα τους πιο έμπειρους. Προχωρούν επειδή, κάποιες φορές, βρίσκουν το θάρρος να εμπιστευτούν εκείνους που δεν έχουν ακόμη τίποτα να αποδείξουν. Γιατί η εμπειρία δεν είναι η αφετηρία της επιτυχίας. Είναι το αποτέλεσμά της. Και κάθε φορά που ξεχνάμε αυτή τη σειρά, σταματάμε να επενδύουμε στο μέλλον και αρχίζουμε απλώς να ανακυκλώνουμε το παρελθόν.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)