Skip to main content

Στην Ελλάδα κυκλοφορούν 11.000 νέοι τίτλοι κάθε χρόνο. Μόνο το 2025 εκδόθηκαν 4.044 λογοτεχνικά έργα και 2.724 βιβλία για παιδιά. Την ίδια ώρα, οι μισοί Έλληνες δεν ξεπερνούν τα δύο βιβλία τον χρόνο. Η απόσταση ανάμεσα σε όσα εκδίδονται και σε όσα τελικά ανοίγονται περιγράφει μια χώρα γεμάτη βιβλιοπωλεία, παρουσιάσεις και φεστιβάλ, αλλά χωρίς βαθιά ριζωμένη αναγνωστική κουλτούρα. Το κινητό προσφέρεται ως ο τέλειος ένοχος. Διακόπτει κάθε σκέψη και ανταμείβει την ανυπομονησία. Ένα μήνυμα οδηγεί σε μια ανάρτηση, η ανάρτηση σε ένα βίντεο και το βίντεο σε μια είδηση που εγκαταλείπουμε στη δεύτερη παράγραφο. Στο τέλος της ημέρας έχουμε περάσει μπροστά από χιλιάδες λέξεις χωρίς να θυμόμαστε σχεδόν καμία. Δεν χάσαμε την ικανότητα να διαβάζουμε. Χάνουμε την αντοχή που χρειάζεται ένα κείμενο όταν δεν παραδίδει αμέσως το νόημά του. Η ευθύνη του smartphone είναι πραγματική. Δεν εξηγεί όμως γιατί το βιβλίο είχε ήδη περιθωριακή θέση σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Το κινητό δεν εισέβαλε σε μια χώρα αναγνωστών και τους παρέσυρε. Βρήκε έναν χώρο ήδη ελεύθερο.

Η έρευνα του ΟΣΔΕΛ για το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα δείχνει πώς δημιουργείται αυτή η απόσταση. Όσο περισσότερα βιβλία υπήρχαν στο σπίτι κατά την παιδική ηλικία, τόσο ισχυρότερη είναι η σχέση με την ανάγνωση στην ενήλικη ζωή. Το μορφωτικό επίπεδο και το επαγγελματικό περιβάλλον της οικογένειας επηρεάζουν επίσης αποφασιστικά ποιος θα γίνει αναγνώστης. Άλλα παιδιά μεγαλώνουν βλέποντας βιβλία σε κομοδίνα, τραπέζια και καναπέδες. Ακούνε τους γονείς τους να μιλούν για όσα διάβασαν και μαθαίνουν ότι αυτή η δραστηριότητα αποτελεί φυσικό μέρος της ζωής. Άλλα συναντούν το βιβλίο σχεδόν αποκλειστικά πάνω στο σχολικό θρανίο, δεμένο από την πρώτη στιγμή με την εξέταση.

Το σχολείο θα μπορούσε να διορθώνει αυτή την ανισότητα. Συχνά την επικυρώνει. Παρουσιάζει τη λογοτεχνία μέσα από αποσπάσματα, σχήματα λόγου και ερωτήσεις με προκαθορισμένες απαντήσεις. Ο μαθητής μαθαίνει να εντοπίζει τι θέλει να πει ο συγγραφέας, λες και κάθε βιβλίο είναι ένας γρίφος τον οποίο έχει λύσει από πριν ο εκπαιδευτικός. Σπάνια του δίνεται ο χρόνος να διαβάσει ένα ολόκληρο έργο, να βαρεθεί στις πρώτες σελίδες, να επιστρέψει, να διαφωνήσει ή να ανακαλύψει μόνος του γιατί μια ιστορία τον αφορά.

Η αναγνωστική κουλτούρα δεν χτίζεται με μία έκθεση βιβλίου τον χρόνο ούτε με φωτογραφίες πολιτικών μπροστά σε στοίβες καινούργιων εκδόσεων.

Η έρευνα «Παιδί και ανάγνωση» κατέγραψε ότι από την ηλικία των οκτώ ετών αρκετά παιδιά παύουν να βλέπουν το διάβασμα ως απόλαυση και αρχίζουν να το αισθάνονται ως υποχρέωση. Γύρω στα έντεκα ξεκινά μια απομάκρυνση που εμφανίζεται ανεξάρτητα από το οικογενειακό και βιωτικό τους επίπεδο. Το παιδί έχει μάθει να διαβάζει, αλλά έχει ήδη πιστέψει ότι το βιβλίο ανήκει στις δουλειές που πρέπει να τελειώσει. Ύστερα φτάνει το smartphone και του προσφέρει ακριβώς το αντίθετο: άμεση ανταμοιβή χωρίς υπομονή, δυσκολία ή αναμονή.

Η ίδια πίεση ακολουθεί τον ενήλικο. Η έλλειψη χρόνου καταγράφεται ως ο κυριότερος λόγος αποχής από την ανάγνωση. Η απάντηση ακούγεται ύποπτη όταν ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να περάσει δύο ώρες στο κινητό του, αλλά δεν είναι ψέμα. Ο ελεύθερος χρόνος δεν μετριέται μόνο σε λεπτά. Μετριέται και σε πνευματική ενέργεια. Μετά τη δουλειά, τις μετακινήσεις και μια ημέρα γεμάτη μικρές διακοπές, ένα απαιτητικό βιβλίο μοιάζει με ακόμη μία εργασία. Η οθόνη δεν ζητά ενέργεια. Την απορροφά χωρίς να γίνεται αμέσως αντιληπτή.

Περισσότερα από οκτώ στα δέκα βιβλία που διαβάζονται στην Ελλάδα είναι έντυπα. Η κρίση δεν προκλήθηκε από μια μαζική μετάβαση στα ebooks. Το χαρτί παραμένει η προτιμώμενη μορφή, επειδή προσφέρει κάτι σπάνιο: ένα περιβάλλον χωρίς δεύτερες προθέσεις. Η αύξηση των δανεισμών στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες κατά 3,6% το 2025 δείχνει επίσης ότι η σχέση δεν έχει χαθεί. Όταν υπάρχει πρόσβαση, κατάλληλος χώρος και ελεύθερη επιλογή, το βιβλίο βρίσκει ακόμη αναγνώστες.

Η αναγνωστική κουλτούρα δεν χτίζεται με μία έκθεση βιβλίου τον χρόνο ούτε με φωτογραφίες πολιτικών μπροστά σε στοίβες καινούργιων εκδόσεων. Χρειάζονται σχολικές βιβλιοθήκες που ανοίγουν, δημοτικές βιβλιοθήκες με ωράρια συμβατά με τη ζωή των ανθρώπων και εκπαιδευτικοί που μπορούν να δώσουν στα παιδιά ολόκληρα βιβλία αντί για φωτοτυπημένα αποσπάσματα. Χρειάζεται επίσης να επιστρέψει το βιβλίο στη συζήτηση. Ο αναγνώστης φαίνεται μόνος όταν διαβάζει, αλλά η συνήθεια δημιουργείται από άλλους ανθρώπους.

Η απώλεια δεν περιορίζεται στη λογοτεχνία. Η μεγάλη ανάγνωση μας μαθαίνει να παρακολουθούμε ένα επιχείρημα, να συγκρατούμε όσα προηγήθηκαν και να δεχόμαστε ότι μια ιστορία μπορεί να μην έχει έναν αθώο, έναν ένοχο και ένα εύκολο συμπέρασμα. Όταν δεν αντέχουμε μια παράγραφο χωρίς εικόνα, γινόμαστε ευκολότερο κοινό για το σύνθημα, το κομμένο απόσπασμα και την οργή των δεκαπέντε δευτερολέπτων.

Αν εξαφανίζονταν αύριο όλα τα smartphones από την Ελλάδα, τα βιβλία δεν θα επέστρεφαν αυτομάτως στα χέρια μας. Θα είχε φύγει ο ισχυρότερος περισπασμός, αλλά θα παρέμενε ένα σχολείο που έκανε την ανάγνωση καθήκον, μια κοινωνία που τη μετέτρεψε σε ταξικό προνόμιο και μια καθημερινότητα που αντιμετωπίζει τον αδιατάρακτο χρόνο ως πολυτέλεια. Το κινητό δεν σκότωσε το διάβασμα. Εγκαταστάθηκε στο κενό που αφήσαμε όταν πάψαμε να μαθαίνουμε στα παιδιά ότι ένα βιβλίο δεν ανοίγει μόνο για να τελειώσει. Ανοίγει για να αρχίσει κάτι μέσα τους.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)