Το παράξενο με το Bella ciao είναι ότι όλοι ξέρουμε περίπου τι είναι, ακόμη κι όταν δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε γι’ αυτό. Αρκούν οι πρώτες νότες και εμφανίζονται μπροστά μας βουνά, παρτιζάνοι, φασίστες, κόκκινες σημαίες, μια Ιταλία που πολεμά για να απελευθερωθεί. Είναι η δύναμη της pop κουλτούρας και ταυτόχρονα η παγίδα της: μπορεί να συμπυκνώσει μια ολόκληρη ιστορική εποχή σε τρία λεπτά μουσικής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ανακαλύπτεις ότι η εικόνα που έχεις στο μυαλό σου δεν είναι ακριβώς αυτή που συνέβη. Το Bella ciao, το τραγούδι που σήμερα θεωρούμε σχεδόν αυτονόητα τον μεγάλο ύμνο της ιταλικής Αντίστασης, δεν φαίνεται να ήταν το κυρίαρχο τραγούδι των παρτιζάνων την εποχή του πολέμου. Πολύ ισχυρότερη παρουσία είχε το Fischia il vento, το ανοιχτά πολιτικό τραγούδι του Felice Cascione, με κόκκινες σημαίες, φασίστες και μια επανάσταση που δεν έκρυβε καθόλου το χρώμα της. Δεν πρόκειται για μικρή ιστορική λεπτομέρεια. Είναι σχεδόν όλη η ιστορία.
Γιατί το Bella ciao δεν μας λέει μόνο πώς γεννιούνται τα τραγούδια. Μας λέει πώς κατασκευάζεται η μνήμη. Οι κοινωνίες δεν θυμούνται σαν σκληροί δίσκοι. Δεν αποθηκεύουν τα γεγονότα και τα ανακαλούν αργότερα ανέπαφα. Ξεχνούν, απλοποιούν, επιλέγουν. Πετάνε ό,τι δεν χωρά στην ιστορία που χρειάζονται να αφηγηθούν και υψώνουν κάποια άλλα πράγματα τόσο ψηλά ώστε, έπειτα από μερικές δεκαετίες, μοιάζουν σαν να βρίσκονταν πάντοτε εκεί. Το Bella ciao ήταν σχεδόν φτιαγμένο για να κερδίσει αυτή τη μάχη. Οι στίχοι του είναι εντυπωσιακά απλοί. Ένας άνθρωπος ξυπνά ένα πρωί, βλέπει τον εισβολέα, ξέρει ότι μπορεί να πεθάνει και ζητά να τον θάψουν στο βουνό, κάτω από ένα λουλούδι. Όποιος περάσει αργότερα από εκεί θα ξέρει ότι αυτό είναι το λουλούδι ενός παρτιζάνου που πέθανε για την ελευθερία. Δεν υπάρχει κόμμα. Δεν υπάρχει πολιτικό πρόγραμμα. Δεν υπάρχει θεωρία. Υπάρχουν ένας εισβολέας, ένας νεκρός, ένα λουλούδι και η ελευθερία.
Αυτή ακριβώς η απλότητα αποδείχθηκε η μεγάλη πολιτική δύναμη του τραγουδιού. Το Fischia il vento μπορούσε να διχάσει τη μεταπολεμική Ιταλία επειδή δήλωνε καθαρά από πού ερχόταν. Το Bella ciao μπορούσε να ενώσει επειδή άφηνε αρκετό χώρο ώστε διαφορετικοί άνθρωποι να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 άρχισε να αποκτά τη θέση που σήμερα θεωρούμε αυτονόητη. Οι ηχογραφήσεις, οι συναυλίες και ερμηνείες όπως εκείνη του Υβ Μοντάν το έβγαλαν από έναν στενότερο πολιτικό χώρο και το μετέτρεψαν σταδιακά σε συλλογικό σύμβολο.
Η λέξη «μύθος» εδώ δεν σημαίνει ψέμα. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: μια ιστορία τόσο αποτελεσματική ώστε αρχίζει να αντικαθιστά την περίπλοκη πραγματικότητα από την οποία ξεκίνησε. Ακόμη και η καταγωγή του τραγουδιού είναι λιγότερο τακτοποιημένη απ’ όσο θα θέλαμε. Για χρόνια συνδέθηκε με τις mondine, τις γυναίκες που εργάζονταν στους ορυζώνες της βόρειας Ιταλίας και τραγουδούσαν για τις εξαντλητικές συνθήκες της δουλειάς τους. Η μουσική γενεαλογία του Bella ciao, όμως, φαίνεται πιο περίπλοκη, με παλαιότερες λαϊκές επιρροές και χωρίς εκείνη τη μία καθαρή στιγμή γέννησης που αγαπούν τόσο πολύ οι θρύλοι.
Μετά το τραγούδι άρχισε να κάνει εκείνο που κάνουν μόνο τα πραγματικά ανθεκτικά τραγούδια: να εγκαταλείπει τους ανθρώπους που νόμιζαν ότι τους ανήκει. Πέρασε σύνορα, άλλαξε γλώσσες, ακούστηκε σε διαδηλώσεις, σε πολιτικές συγκεντρώσεις, στο Ιράν, στην Ουκρανία, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Έπαψε να σημαίνει μόνο «Ιταλική Αντίσταση» και έγινε ένας διεθνής μουσικός κώδικας για την ίδια την πράξη της αντίστασης. Αυτό ήταν ταυτόχρονα η μεγαλύτερη δύναμή του και το μεγαλύτερο ρίσκο του. Όσο περισσότερο ένα σύμβολο γίνεται παγκόσμιο, τόσο λιγότερο μπορεί να ελέγξει ποιος το χρησιμοποιεί και τι ακριβώς εννοεί όταν το χρησιμοποιεί. Το Bella ciao απέκτησε μια πολιτική γλώσσα αρκετά απλή ώστε να χωρά σχεδόν οποιονδήποτε θέλει να παρουσιαστεί ως εκείνος που αντιστέκεται στην εξουσία. Η καθολικότητά του το έκανε πανίσχυρο. Το έκανε όμως και ευάλωτο στην αποκοπή από την ίδια του την ιστορία.
Και μετά ήρθαν μερικοί ληστές με κόκκινες φόρμες και μάσκες του Salvador Dalí. Το La Casa de Papel στο Netflix έκανε στο Bella ciao αυτό που η παγκοσμιοποίηση κάνει καλύτερα από οποιαδήποτε πολιτική οργάνωση: πήρε ένα τραγούδι δεμένο με συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία και το παρέδωσε σε εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς υποσημειώσεις. Ξαφνικά βρέθηκε στα charts, στα clubs, στα remixes, στα κινητά ανθρώπων που πιθανότατα δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτε για την ιταλική Αντίσταση.
Θα ήταν εύκολο να πούμε ότι εκεί το τραγούδι έχασε το πολιτικό του βάρος. Ότι το Netflix το έκανε προϊόν και το Spotify background music. Μόνο που τα τραγούδια δεν μένουν ζωντανά επειδή όλοι σέβονται την αρχική τους χρήση. Μένουν ζωντανά επειδή οι επόμενες γενιές βρίσκουν έναν λόγο να τα χρησιμοποιήσουν ξανά. Κάθε νέα χρήση αφαιρεί κάτι και προσθέτει κάτι άλλο. Αυτό είναι το τίμημα της πολιτιστικής επιβίωσης. Όσα δεν αλλάζουν καταλήγουν πίσω από γυάλινες προθήκες. Τα τραγούδια που αλλάζουν καταλήγουν στους δρόμους.
Το Bella ciao μπορεί σήμερα να ακουστεί σε μια αντιφασιστική πορεία και λίγες ώρες αργότερα σε ένα dance remix. Η αντίφαση δεν ακυρώνει την ιστορία του. Είναι η ιστορία του. Δεν επέζησε επειδή ο κόσμος θυμήθηκε σωστά το παρελθόν του. Επέζησε επειδή κάθε εποχή βρήκε μέσα του τη δική της ιστορία. Και τελικά αυτό κάνουν τα μεγάλα τραγούδια. Κάποια στιγμή παύουν να ανήκουν σε εκείνους που τα έγραψαν και αρχίζουν να ανήκουν σε όσους εξακολουθούν να τα χρειάζονται.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







