Οι δικηγόροι πρωταγωνιστούν στην επικαιρότητα. Το σινεμά όμως είχε ανακαλύψει εδώ και δεκαετίες τη γοητεία, τη ματαιοδοξία και τα ηθικά διλήμματα ενός επαγγέλματος όπου η αλήθεια δεν αρκεί πάντοτε για να κερδίσεις.
Στην Ελλάδα μια δημόσια διαμάχη αποκτά σχεδόν αυτόματα και τον δικηγόρο της. Πριν ξεκαθαρίσουν τα γεγονότα εμφανίζονται οι δηλώσεις, τα εξώδικα, οι προειδοποιήσεις και τα τηλεοπτικά παράθυρα. Η πρόσφατη αντιπαράθεση ανάμεσα στην Άννα Βίσση και τον Νίκο Καρβέλα, με τις δημόσιες παρεμβάσεις του Μιχάλη Δημητρακόπουλου, και οι νομικές υποθέσεις που απασχολούν την πλευρά του Γιώργου Μαζωνάκη υπενθυμίζουν πόσο κεντρική θέση έχει αποκτήσει ο δικηγόρος στο δημόσιο θέαμα. Δεν αρκεί πλέον να υπερασπιστεί μια υπόθεση. Συχνά καλείται να υπερασπιστεί και την εικόνα του εντολέα του μπροστά σε ένα ακροατήριο που έχει ήδη σχηματίσει άποψη.
Το Χόλιγουντ είχε ανακαλύψει από νωρίς ότι πίσω από κάθε δικαστική αναμέτρηση κρύβεται μια ιστορία γεμάτη συγκρούσεις, φιλοδοξίες και ανθρώπινες αδυναμίες. Διαθέτει τη δύναμη να μετατρέπει μια ερώτηση σε παγίδα, μια αντίφαση σε επιχείρημα και μια χαμένη υπόθεση σε προσωπικό θρίαμβο. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι μπορεί να κερδίσει μια δίκη χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποδόθηκε και δικαιοσύνη.
Ο Ρίτσαρντ Γκιρ στον Φόβο Ενστίκτου (1996) του Γκρέγκορι Χόμπλιτ θα αισθανόταν απολύτως άνετα στη σύγχρονη τηλεοπτική πραγματικότητα. Ο Μάρτιν Βέιλ είναι ένας επιτυχημένος ποινικολόγος που απολαμβάνει τη δημοσιότητα σχεδόν όσο και τις δικαστικές του νίκες. Όταν αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός νεαρού κατηγορούμενου για τη δολοφονία ενός αρχιεπισκόπου, τον οποίο υποδύεται ο Έντουαρντ Νόρτον στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, πιστεύει ότι ελέγχει απόλυτα την κατάσταση. Σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι δεν ελέγχει την υπόθεση όσο θα ήθελε να πιστεύει. Ο Βέιλ γνωρίζει πώς να πείθει τους άλλους αλλά δεν είναι εξίσου ικανός να αναγνωρίζει πότε κάποιος εξαπατά τον ίδιο. Η επαγγελματική ματαιοδοξία αποδεικνύεται μεγαλύτερη αδυναμία από την άγνοια.
Ο Τζορτζ Κλούνεϊ στο Μάικλ Κλέιτον (2007) του Τόνι Γκιλρόι βρίσκεται στην άλλη πλευρά του επαγγέλματος. Δεν επιδιώκει τη δημοσιότητα. Η δουλειά του είναι να φροντίζει ώστε ορισμένες υποθέσεις να μην αποκτήσουν ποτέ δημοσιότητα. Εργάζεται σε μια μεγάλη δικηγορική εταιρεία, διαχειρίζεται κρίσεις και προστατεύει ισχυρούς πελάτες από τις συνέπειες των επιλογών τους. Είναι κουρασμένος, οικονομικά πιεσμένος και βαθιά εξοικειωμένος με τους συμβιβασμούς. Ο Κλούνεϊ υποδύεται έναν άνθρωπο που έχει περάσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του καθαρίζοντας τα προβλήματα άλλων, ώστε έχει ξεχάσει να αντιμετωπίσει τα δικά του. Η εξουσία εδώ δεν χρειάζεται δικαστικές αγορεύσεις. Αρκούν μερικά τηλεφωνήματα και άνθρωποι που ξέρουν πότε πρέπει να σταματήσουν να κάνουν ερωτήσεις.
Στο Δικηγόρο του Διαβόλου (1997) του Τέιλορ Χάκφορντ, ο Κιάνου Ριβς υποδύεται έναν φιλόδοξο δικηγόρο που έχει μετατρέψει τη νίκη σε προσωπική θρησκεία. Ο Αλ Πατσίνο, ως Τζον Μίλτον, του προσφέρει χρήματα, κύρος και μια θέση σε ένα πανίσχυρο δικηγορικό γραφείο. Ο Πατσίνο απολαμβάνει κάθε στιγμή αυτού του διαβολικού χαρακτήρα, που γνωρίζει ότι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αδυναμία είναι η ματαιοδοξία. Πίσω από τη μεταφυσική υπερβολή κρύβεται μια πεζή διαπίστωση: ο άνθρωπος που πιστεύει ότι αξίζει να κερδίζει πάντοτε μπορεί να δικαιολογήσει σχεδόν τα πάντα για να αποφύγει την ήττα.
Ο Πολ Νιούμαν στην Ετυμηγορία (1982) του Σίντνεϊ Λιούμετ δεν έχει τέτοια αυτοπεποίθηση. Ο Φρανκ Γκάλβιν είναι ένας αλκοολικός δικηγόρος με κατεστραμμένη καριέρα. Μια υπόθεση ιατρικής αμέλειας του προσφέρει την ευκαιρία να εξασφαλίσει χρήματα μέσα από έναν εξωδικαστικό συμβιβασμό. Εκείνος αποφασίζει να φτάσει μέχρι τη δίκη. Ο Λιούμετ αποφεύγει να τον παρουσιάσει ως αψεγάδιαστο ήρωα. Ο Γκάλβιν παραμένει αδύναμος, φοβισμένος και γεμάτος ελαττώματα. Ο Νιούμαν προσφέρει μια συγκλονιστική ερμηνεία ενός ανθρώπου που αναζητά όχι μόνο τη δικαιοσύνη, αλλά και μια τελευταία ευκαιρία να σεβαστεί τον εαυτό του.
Στην Ανατομία ενός Εγκλήματος (1959) του Ότο Πρέμινγκερ, ο Τζέιμς Στιούαρτ υποδύεται έναν πρώην εισαγγελέα που αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός στρατιωτικού, κατηγορούμενου για φόνο. Οι μαρτυρίες αντιφάσκουν και τα γεγονότα επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες. Ο Πρέμινγκερ αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις. Το δικαστήριο δεν παρουσιάζεται ως μηχανισμός αποκάλυψης της απόλυτης αλήθειας, αλλά ως ένας θεσμός που καλείται να αποφασίσει με βάση αποδείξεις. Ο Στιούαρτ χρησιμοποιεί τη γνώριμη αμεσότητά του για να δημιουργήσει έναν δικηγόρο εξαιρετικά ευφυή πίσω από τη φαινομενική απλότητά του. Η αλήθεια μπορεί να υπάρχει. Το δυσκολότερο είναι να αποδειχθεί.
Στο Ζήτημα τιμής (1992) του Ρομπ Ράινερ, ο Τομ Κρουζ βρίσκεται απέναντι στον Τζακ Νίκολσον, σε μια από τις διασημότερες δικαστικές αναμετρήσεις του κινηματογράφου. Ο νεαρός στρατιωτικός δικηγόρος Ντάνιελ Κάφι υπερασπίζεται δύο πεζοναύτες κατηγορούμενους για τον θάνατο ενός συναδέλφου τους. Ο συνταγματάρχης Τζέσαπ που υποδύεται ο Νίκολσον πιστεύει ότι η εξουσία του τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να απολογείται. Ο Άαρον Σόρκιν δημιουργεί μια σύγκρουση όπου η σωστή ερώτηση μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από ολόκληρη τη στρατιωτική ιεραρχία. Η αλαζονεία του Τζέσαπ γίνεται τελικά ο χειρότερος σύμβουλός του.
Η Έριν Μπρόκοβιτς(2000) του Στίβεν Σόντερμπεργκ επιλέγει μια εντελώς διαφορετική ηρωίδα. Η Τζούλια Ρόμπερτς υποδύεται μια γυναίκα χωρίς νομική εκπαίδευση, που εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο και ερευνά μια υπόθεση μόλυνσης του νερού στην Καλιφόρνια. Απέναντί της βρίσκεται μια πανίσχυρη εταιρεία. Η Έριν δεν διαθέτει την εκπαίδευση ή το κύρος ενός δικηγόρου. Διαθέτει όμως επιμονή και την ικανότητα να ακούει ανθρώπους που κανείς άλλος δεν θεωρεί σημαντικούς. Η ταινία υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες νομικές υποθέσεις δεν κερδίζονται μόνο με εντυπωσιακές αγορεύσεις. Χρειάζονται έρευνα, αποδείξεις και ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τις συνέπειες της αδικίας.
Στο Φιλαδέλφεια (1993) του Τζόναθαν Ντέμι, ο Τομ Χανκς υποδύεται έναν δικηγόρο που απολύεται και υποστηρίζει ότι η πραγματική αιτία είναι πως πάσχει από AIDS. Την υπεράσπισή του αναλαμβάνει ο Τζο Μίλερ με τον Ντένζελ Ουάσινγκτον, ένας άνθρωπος που πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει τις δικές του προκαταλήψεις. Η δικαστική διαμάχη μετατρέπεται σε μια ιστορία για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Ντέμι δείχνει ότι η δικαιοσύνη απαιτεί κάτι περισσότερο από γνώση της νομοθεσίας. Απαιτεί την αναγνώριση των δικαιωμάτων εκείνων που η κοινωνία έχει μάθει να αντιμετωπίζει με φόβο.
Στη Δίκη των 7 του Σικάγου (2020) του Άαρον Σόρκιν, ο Μαρκ Ράιλανς υποδύεται τον δικηγόρο Γουίλιαμ Κούνστλερ, ο οποίος υπερασπίζεται ακτιβιστές μετά τις συγκρούσεις γύρω από το συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο το 1968. Οι κατηγορούμενοι έχουν διαφορετικές πολιτικές απόψεις και συχνά διαφωνούν μεταξύ τους. Ο Κούνστλερ οφείλει να διασφαλίσει τα δικαιώματά τους σε μια διαδικασία φορτισμένη από την πολιτική αντιπαράθεση. Η ταινία υπενθυμίζει ότι η υπεράσπιση ενός ανθρώπου δεν προϋποθέτει συμφωνία με τις ιδέες του. Η δικαιοσύνη χάνει το νόημά της όταν προστατεύει μόνο εκείνους που θεωρούμε συμπαθείς.
Ο Γκρέγκορι Πεκ στο Σκιές και σιωπή(1962) του Ρόμπερτ Μάλιγκαν βρίσκεται σχεδόν στον αντίποδα των φιλόδοξων και κυνικών συναδέλφων του. Ο Άτικους Φιντς, δικηγόρος στην Αλαμπάμα της δεκαετίας του 1930, αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός μαύρου άνδρα που κατηγορείται άδικα για τον βιασμό μιας λευκής γυναίκας. Γνωρίζει ότι βρίσκεται απέναντι στις προκαταλήψεις μιας ολόκληρης κοινωνίας. Δεν επιδιώκει τη δημοσιότητα ούτε αντιμετωπίζει την αίθουσα ως σκηνή προσωπικής επιβεβαίωσης. Ο Πεκ δημιουργεί έναν χαρακτήρα που δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή για να αποκτήσει κύρος. Ο Φιντς υπερασπίζεται τον εντολέα του όχι επειδή πιστεύει ότι θα κερδίσει, αλλά επειδή γνωρίζει πως αυτή είναι η ευθύνη του.
Δέκα ταινίες, δέκα διαφορετικά πρόσωπα του ίδιου επαγγέλματος. Ο δικηγόρος μπορεί να γίνει υπερασπιστής των αδύναμων ή ένας καλοπληρωμένος διαχειριστής των συμφερόντων των ισχυρών. Μπορεί να χρησιμοποιήσει την ευφυΐα του για να αποκαλύψει μια αδικία ή να μετατρέψει τη δικαστική διαδικασία σε προσωπικό θέαμα. Ανεξάρτητα από τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες των ανθρώπων που το ασκούν, το επάγγελμα παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι μιας δίκαιης κοινωνίας. Η υπεράσπιση αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα ακόμη και όταν ο κατηγορούμενος είναι αντιπαθής ή η κοινή γνώμη έχει ήδη αποφασίσει ότι είναι ένοχος.
Στο σινεμά ο καλός δικηγόρος αναγνωρίζεται συνήθως από την τελευταία του αγόρευση. Η τελευταία αγόρευση αλλάζει την πορεία της δίκης και το βλέμμα του δικηγόρου αρκεί για να καταλάβουμε αν η νίκη του άξιζε τελικά το τίμημά της. Στην πραγματική ζωή η δικαιοσύνη δεν υποχρεούται να ακολουθεί τους κανόνες της κινηματογραφικής δραματουργίας. Οι αποδείξεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις εντυπώσεις και η ικανότητα να κερδίζεις το τηλεοπτικό ακροατήριο δεν εγγυάται ότι μπορείς να πείσεις ένα δικαστήριο. . Στο Χόλιγουντ οι δικηγόροι χρειάζονται έναν καλό σεναριογράφο. Στην ελληνική τηλεόραση η αγόρευση μπορεί να αρχίσει πριν καν οριστεί δικάσιμος.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







