Υπάρχει ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος να αποδείξεις ότι αγαπάς την πατρίδα σου. Κερδίζεις ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Μέχρι τότε μπορεί να έχεις φορέσει τη φανέλα της διακόσιες φορές, να έχεις πετύχει αμέτρητα γκολ, να έχεις περάσει τη μισή ζωή σου προσπαθώντας να την κάνεις ευτυχισμένη. Δεν αρκεί. Ο πατριωτισμός όπως φαίνεται διαθέτει και βαθμολογία. Και στην Αργεντινή για αρκετά χρόνια ο Λιονέλ Μέσι έμενε μετεξεταστέος. Όχι επειδή δεν ήταν αρκετά καλός ποδοσφαιριστής. Επειδή δεν ήταν ο άνθρωπος που κάποιοι είχαν αποφασίσει ότι όφειλε να είναι.
Το πρόβλημα είχε όνομα. Ντιέγκο Μαραντόνα. Ένας άνθρωπος που υπήρξε ταυτόχρονα ιδιοφυΐα, δημόσιο σκάνδαλο, εθνικό σύμβολο και ζωντανή αντίφαση. Η Αργεντινή είχε μάθει να αποδέχεται τον Μαραντόνα μαζί με τις υπερβολές του. Στον Μέσι αντίθετα δυσκολευόταν να συγχωρήσει ακόμη και την απουσία υπερβολών. Ο ένας μπορούσε να προκαλεί, να συγκρούεται, να αυτοκαταστρέφεται και να παραμένει αυθεντικός. Ο άλλος έπρεπε να απολογείται επειδή ήταν ήσυχος. Μια χώρα που είχε ανακηρύξει εθνικό ήρωα τον πιο απρόβλεπτο ποδοσφαιριστή της ιστορίας απαιτούσε από τον επόμενο να ακολουθήσει πιστά το πρότυπό του. Ακόμη και η αυθεντικότητα φαίνεται είχε αποκτήσει υποχρεωτικό υπόδειγμα.
Ο Μέσι δεν φώναζε αρκετά. Δεν τραγουδούσε τον εθνικό ύμνο με τον απαιτούμενο ενθουσιασμό. Δεν χτυπούσε το στήθος του, δεν έβγαζε μεγάλους λόγους, δεν αντιμετώπιζε κάθε αγώνα ως ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Είχε μεγαλώσει ποδοσφαιρικά στη Βαρκελώνη, γεγονός που αρκούσε για να θεωρείται από ορισμένους λιγότερο Αργεντίνος απ’ όσο θα έπρεπε. Προφανώς η εθνική συνείδηση μετριέται σε ντεσιμπέλ. Και ο άνθρωπος που έκανε σχεδόν τα πάντα σωστά μέσα στο γήπεδο είχε την ατυχία να μην ικανοποιεί τις απαιτήσεις της εξέδρας για το πώς οφείλει να συμπεριφέρεται ένας ήρωας.
Το εκπληκτικό δεν ήταν ότι αμφισβητήθηκε. Οι μεγάλοι αθλητές κρίνονται, συγκρίνονται και αποδοκιμάζονται. Το εκπληκτικό ήταν ότι κάθε αποτυχία μετατρεπόταν σε αμφισβήτηση της ίδιας του της ταυτότητας. Δεν αρκούσε να εξηγήσει γιατί έχασε έναν τελικό. Έπρεπε σχεδόν να δικαιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο υπήρχε. Και όσο η Αργεντινή περίμενε το επόμενο τρόπαιο, ο Μέσι κουβαλούσε μια παράξενη υποχρέωση: να αποδείξει όχι μόνο την αξία του, αλλά και ότι άξιζε την αναγνώριση που σε άλλους προσφερόταν χωρίς τόσες εξετάσεις.
Το 2016 μετά την ήττα από τη Χιλή στον τελικό του Κόπα Αμέρικα, ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει την εθνική ομάδα. Είχε κατακτήσει σχεδόν τα πάντα με την Μπαρτσελόνα και είχε ήδη καθιερωθεί ανάμεσα στους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Αλλά οι επιτυχίες του σε συλλογικό επίπεδο έμοιαζαν να μηδενίζονται μπροστά σε ένα τρόπαιο που έλειπε. Η δημόσια συζήτηση είχε καταφέρει να μετατρέψει έναν άνθρωπο που είχε φτάσει στην κορυφή του επαγγέλματός του σε διαρκή υπόλογο. Για έναν χαμένο τελικό. Για ένα άστοχο πέναλτι. Για τη δυσάρεστη συνήθεια του ποδοσφαίρου να μην υπακούει πάντοτε στις απαιτήσεις ενός ολόκληρου έθνους.
Το πρόβλημα με τους ήρωες είναι ότι τους αντιμετωπίζουμε σαν δημόσια περιουσία.
Επέστρεψε. Κέρδισε το Κόπα Αμέρικα το 2021. Κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 2022. Και τότε αποκαλύφθηκε ένα ακόμη εντυπωσιακό ταλέντο του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Η ικανότητα ενός μέρους της κοινής γνώμης να ερμηνεύει τα ίδια χαρακτηριστικά με εντελώς διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το αποτέλεσμα. Η σιωπή του έγινε σεμνότητα. Η εσωστρέφεια έγινε αξιοπρέπεια. Η απουσία θεατρικότητας έγινε αυθεντικότητα. Δεν ήταν πλέον απαραίτητο να γίνει Μαραντόνα, μπορούσε επιτέλους να είναι Μέσι.
Ασφαλώς ο ίδιος είχε ωριμάσει. Είχε αναλάβει διαφορετικές ευθύνες, είχε εξελιχθεί ως αρχηγός και είχε αποκτήσει μια πιο εξωστρεφή σχέση με τους συμπαίκτες του. Αλλά η αλλαγή της δημόσιας αντιμετώπισής του δεν εξηγείται αποκλειστικά από αυτή την εξέλιξη. Η κατάκτηση του Μουντιάλ είχε προσφέρει κάτι πολύ πιο χρήσιμο από ένα τρόπαιο. Είχε επιτρέψει στους παλιούς επικριτές του να αλλάξουν γνώμη χωρίς να χρειαστεί να επανεξετάσουν τις προηγούμενες κρίσεις τους. Η δημόσια μνήμη διαθέτει άλλωστε έναν αξιοθαύμαστο μηχανισμό αυτοπροστασίας. Θυμάται με εξαιρετική ακρίβεια τις αποτυχίες των άλλων και με εντυπωσιακή επιλεκτικότητα τα δικά της λάθη.
Στις 6 Οκτωβρίου 2026 το στάδιο Μονουμεντάλ γέμισε για να τον αποχαιρετήσει. Η Αργεντινή νίκησε το Μπενίν με 3-0 και ο Μέσι έφυγε από την εθνική ομάδα αποθεωμένος. Ένας άνθρωπος που είχε περάσει χρόνια κάτω από το βάρος της σύγκρισης αποχωρούσε μέσα σε ένα παρατεταμένο ευχαριστώ. Η συγκίνηση ήταν πραγματική. Και εκατομμύρια Αργεντίνοι είχαν σταθεί στο πλευρό του ακόμη και στις δύσκολες χρονιές. Η ιστορία του δεν είναι μια απλή μεταστροφή από την απόρριψη στην αποθέωση. Είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που μπορούσε να θαυμάζει έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να απαιτεί να γίνει κάποιος άλλος.
Το πρόβλημα με τους ήρωες είναι ότι τους αντιμετωπίζουμε σαν δημόσια περιουσία. Θέλουμε να παίζουν για εμάς, να υποφέρουν για εμάς, να εκπροσωπούν τις ανασφάλειές μας και όταν αποτυγχάνουν, να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη συλλογική μας απογοήτευση. Η επιτυχία τους γίνεται δική μας. Η αποτυχία τους παραμένει αποκλειστικά δική τους. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σύστημα κατανομής ευθυνών, το οποίο θα ζήλευε ακόμη και ο πιο ευφάνταστος οικονομικός διευθυντής.
Και δεν συμβαίνει μόνο στο ποδόσφαιρο. Το κάνουμε με καλλιτέχνες, συγγραφείς, δημόσια πρόσωπα, ακόμη και με τους ανθρώπους του στενού μας περιβάλλοντος. Διακηρύσσουμε ότι θαυμάζουμε την αυθεντικότητα, αρκεί να συμπίπτει με τις προσδοκίες μας. Επαινούμε τη διαφορετικότητα, αρκεί να μη μας αναγκάζει να αναθεωρήσουμε όσα πιστεύουμε. Δεν μας αρκεί ένας άνθρωπος να είναι σπουδαίος. Θέλουμε να είναι σπουδαίος με τον τρόπο που έχουμε φανταστεί. Και όταν τελικά επιτυγχάνει, ανακαλύπτουμε ότι τα χαρακτηριστικά που μας ενοχλούσαν αποτελούσαν ανέκαθεν μέρος της ιδιοφυΐας του. Μια μικρή αναθεώρηση της ιστορίας χωρίς την ταλαιπωρία της αυτοκριτικής.
Ο Μέσι φεύγει έχοντας κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, δύο Κόπα Αμέρικα και κάτι που δεν απονέμεται σε τελετές: το δικαίωμα να μην απολογείται άλλο. Δεν χρειάζεται να τραγουδήσει δυνατότερα, να κλάψει περισσότερο ή να ανταποκριθεί σε κάποιο ξένο πρότυπο. Τα έκανε όλα. Και τώρα η Αργεντινή θα πρέπει να μάθει να ζει χωρίς εκείνον. Χωρίς τον άνθρωπο στον οποίο μπορούσε να φορτώνει κάθε αποτυχία και από τον οποίο απαιτούσε να θεραπεύει κάθε εθνική της ανασφάλεια. Θα χρειαστεί να βρει καινούργιο ήρωα που θα αγαπήσει τόσο πολύ, ώστε να του κάνει τη ζωή κόλαση.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







