Για σχεδόν είκοσι χρόνια, κάθε φορά που ο Λιονέλ Μέσι έμπαινε στο γήπεδο με τη φανέλα της Αργεντινής υπήρχε μαζί του ακόμη ένα δεκάρι. Δεν φαινόταν στο φύλλο αγώνα, δεν ακουμπούσε την μπάλα, είχε σταματήσει να παίζει χρόνια πριν. Αλλά ήταν εκεί. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ήταν εκεί όταν ο Μέσι έχανε έναν τελικό, όταν δεν τραγουδούσε τον ύμνο όπως κάποιοι θα ήθελαν, όταν με την εθνική δεν έμοιαζε με τον ίδιο παίκτη που στη Μπαρτσελόνα έκανε το αδύνατο να μοιάζει απλό. Ήταν εκεί κάθε φορά που η χώρα αναρωτιόταν γιατί αυτός ο μικρός από το Ροσάριο δεν μπορούσε να κάνει για την Αργεντινή ό,τι είχε κάνει ο Ντιέγκο το 1986.
Στις 6 Οκτωβρίου, στο Monumental του Μπουένος Άιρες, αυτή η ιστορία θα τελειώσει. Η Αργεντινή θα αντιμετωπίσει το Μπενίν και ο 39χρονος Μέσι θα φορέσει για τελευταία φορά τη φανέλα της εθνικής. Θα κλείσει μια διαδρομή 207 συμμετοχών και 125 γκολ, ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, δύο Copa America και μιας σχέσης πολύ πιο περίπλοκης απ’ όσο αφήνει σήμερα να φανεί η σχεδόν απόλυτη λατρεία που τον περιβάλλει. Γιατί υπήρξε εποχή που η Αργεντινή δεν ήταν απολύτως βέβαιη για τον Μέσι. Όχι για το ποδόσφαιρo που παίζει. Αυτό θα ήταν δύσκολο ακόμη και για μια χώρα που θεωρεί την ποδοσφαιρική διαφωνία σχεδόν συνταγματικό της δικαίωμα. Το ζήτημα ήταν άλλο. Ο Μέσι είχε φύγει για τη Βαρκελώνη στα 13 του. Είχε μεγαλώσει ποδοσφαιρικά στην Ευρώπη. Ήταν εσωστρεφής, απέφευγε τις μεγάλες δηλώσεις, δεν κουβαλούσε τη ζωή του σαν δημόσια παράσταση. Σε μια άλλη χώρα αυτά δεν θα είχαν ιδιαίτερη σημασία. Στην Αργεντινή είχε προηγηθεί ο Μαραντόνα.

Ο Ντιέγκο δεν ήταν απλώς ο άνθρωπος που είχε οδηγήσει την εθνική στο Μουντιάλ του 1986. Ήταν ένας ολόκληρος τρόπος να είσαι Αργεντινός μπροστά στον κόσμο.Είχε μέσα του τη γειτονιά, τον δρόμο, τη λαϊκή Αργεντινή, τη σύγκρουση, την πολιτική, την υπερβολή, την αμαρτία, τη γοητεία και την αυτοκαταστροφή. Μιλούσε όταν όλοι οι άλλοι θα προτιμούσαν να σωπάσει. Έκανε εχθρούς. Έπεφτε. Σηκωνόταν. Δεν εκπροσωπούσε απλώς την Αργεντινή. Για εκατομμύρια Αργεντίνους, ο Μαραντόνα δεν εκπροσωπούσε απλώς τη χώρα· έμοιαζε να κουβαλά πάνω του όλα όσα την έκαναν περήφανη, θυμωμένη, υπερβολική και ευάλωτη.
Και μετά ήρθε ο Μέσι. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να γίνει Μαραντόνα χωρίς να πάψει να είναι Μέσι. Ο Μέσι δεν χρειαζόταν τίποτα από όλα αυτά για να επιβάλλεται. Δεν μετέτρεπε κάθε αδικία σε εξέγερση ούτε κάθε μικρόφωνο σε παράσταση. Ο Μαραντόνα έμοιαζε να παίζει έχοντας μια χώρα στους ώμους του. Ο Μέσι έμοιαζε να θέλει απλώς την μπάλα στα πόδια του. Δύο διαφορετικές ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες, δύο διαφορετικοί χαρακτήρες, δύο διαφορετικές εποχές. Η Αργεντινή όμως πέρασε χρόνια ζητώντας από τον δεύτερο να αποδείξει ότι μπορούσε να γίνει ο πρώτος.
Οι ήττες έκαναν αυτή τη σύγκριση πιο βαριά. Ο τελικός του Μουντιάλ του 2014. Το Copa America του 2015. Ξανά τελικός το 2016. Τρεις μεγάλες ήττες σε τρία καλοκαίρια. Κάθε φορά η ερώτηση επέστρεφε: γιατί στην Μπαρτσελόνα μπορεί και στην Αργεντινή όχι; Γιατί δεν σηκώνει την ομάδα όπως ο Ντιέγκο; Πόσο μεγάλος μπορεί να είναι αν δεν έχει δώσει στη χώρα του ένα Παγκόσμιο Κύπελλο;
Μετά τον χαμένο τελικό του 2016 απέναντι στη Χιλή, ο Μέσι ανακοίνωσε ότι τελείωσε. Είχε χάσει πέναλτι και έκλαιγε στον πάγκο. Ήταν 29 ετών και ήδη ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές που είχε δει το ποδόσφαιρο. Παρ’ όλα αυτά έμοιαζε εξαντλημένος από κάτι μεγαλύτερο από το ποδόσφαιρο: από την υποχρέωση να αποδεικνύει διαρκώς ότι αγαπούσε αρκετά μια χώρα που του ζητούσε αποδείξεις. Τότε χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν μέσα στη βροχή στο Μπουένος Άιρες και του ζήτησαν να επιστρέψει. «No te vayas, Lio». Μη φύγεις, Λίο. Ανάμεσα σε εκείνους που τον κάλεσαν δημόσια να αλλάξει απόφαση ήταν και ο ίδιος ο Μαραντόνα.
Αυτό κάνει τη σχέση τους πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη φτηνή αφήγηση «Μέσι εναντίον Μαραντόνα». Ο Ντιέγκο δεν ήταν ο αντίπαλος του Μέσι. Η σκιά του ήταν. Δεν έφταιγε ο ίδιος που μια ολόκληρη χώρα είχε μετατρέψει το 1986 σε μονάδα μέτρησης κάθε ποδοσφαιρικού μεγαλείου που θα ερχόταν μετά. Ο Μαραντόνα πέθανε τον Νοέμβριο του 2020. Λιγότερο από οκτώ μήνες αργότερα, ο Μέσι σήκωσε στο Μαρακανά το Copa America του 2021, το πρώτο μεγάλο τρόπαιό του με την εθνική Αργεντινής. Δεν υπάρχει λόγος να κατασκευάσουμε κάποια μεταφυσική σύνδεση ανάμεσα στα δύο γεγονότα. Υπάρχει όμως μια αναπόφευκτη εικόνα: η σκιά που τον ακολουθούσε σε όλη την καριέρα του είχε γίνει πλέον οριστικά μνήμη και ο Μέσι άρχιζε επιτέλους να κερδίζει με την Αργεντινή ως Μέσι.
Ακολούθησε η νίκη επί της πρωταθλήτριας Ευρώπης Ιταλίας στη Finalissima του 2022, τον αγώνα ανάμεσα στους πρωταθλητές Ευρώπης και Νότιας Αμερικής, και ύστερα ήρθε το Κατάρ. Στο Μουντιάλ του 2022 συνέβη κάτι ακόμη σημαντικότερο από την κατάκτηση του τροπαίου. Ο Μέσι σταμάτησε να χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορούσε να γίνει Μαραντόνα. Στα 35 του είχε γίνει πιο εκφραστικός, πιο θυμωμένος, περισσότερο αρχηγός. Όχι επειδή μεταμορφώθηκε σε Ντιέγκο, αλλά επειδή είχε επιτέλους βρει τον δικό του τρόπο να είναι Αργεντίνος μέσα στην εθνική. Όταν σήκωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο Lusail, η αιώνια σύγκριση δεν τελείωσε. Στην Αργεντινή τέτοιες συζητήσεις δεν τελειώνουν ποτέ. Κάποιος θα λέει πάντοτε Μαραντόνα, κάποιος Μέσι. Αλλά κάτι ουσιαστικό είχε αλλάξει. Ο Μέσι δεν χρειαζόταν πλέον τον Μαραντόνα για να εξηγηθεί. Είχε αποκτήσει τη δική του θέση.

Το 2024 ήρθε ακόμη ένα Copa America. Και το 2026 στα 39 του, ο Μέσι οδήγησε ξανά την Αργεντινή μέχρι τον τελικό του Μουντιάλ. Αυτή τη φορά δεν υπήρξε παραμύθι. Η Ισπανία νίκησε 1-0 στην παράταση. Αυτή η ήττα ταιριάζει περισσότερο στην ιστορία του Μέσι απ’ όσο θα ταίριαζε ένα ακόμη τρόπαιο. Γιατί η σχέση του με την Αργεντινή δεν υπήρξε ποτέ καθαρό χολιγουντιανό σενάριο. Είχε αποτυχίες, θυμό, αποχωρήσεις, επιστροφές, αμφισβήτηση. Χρειάστηκε να χάσει ξανά και ξανά προτού κερδίσει. Χρειάστηκε να γεράσει μέσα σε αυτή τη φανέλα για να μπορέσει η χώρα να καταλάβει ότι ο τρόπος που την αγαπούσε δεν ήταν λιγότερο αληθινός επειδή ήταν διαφορετικός από εκείνον του Ντιέγκο. Όταν ανακοίνωσε την αποχώρησή του, ο Μέσι έκλεισε το γράμμα του με μια φράση που χωράει μέσα της όλη αυτή τη διαδρομή: «Ευχαριστώ τον Θεό που με έκανε Αργεντινό». Για χρόνια αυτό ακριβώς κρυβόταν κάτω από όλες τις ερωτήσεις. Αν ήταν πραγματικά ένας από αυτούς. Αν ένιωθε τη φανέλα. Αν μπορούσε να αγαπήσει την Αργεντινή όπως την είχε αγαπήσει ο Μαραντόνα.
Στις 6 Οκτωβρίου το Monumental δεν θα χρειάζεται πια καμία απάντηση. Θα υπάρχουν δάκρυα, παλιοί συμπαίκτες, παιδιά με το 10, τεράστιες σημαίες και όλη η βιομηχανία συγκίνησης που συνοδεύει κάθε μεγάλο αθλητικό αντίο. Αλλά κάτω από όλα αυτά θα υπάρχει κάτι πολύ απλούστερο: ένας άνθρωπος θα αποχαιρετά μια χώρα που χρειάστηκε σχεδόν ολόκληρη την καριέρα του για να σταματήσει να του ζητά να γίνει κάποιος άλλος. Για είκοσι χρόνια η Αργεντινή ζητούσε από τον Μέσι να γίνει Μαραντόνα. Στις 6 Οκτωβρίου η Αργεντινή θα αποχαιρετήσει τον άνθρωπο που της έμαθε να αγαπά έναν μύθο χωρίς να του ζητά να μοιάζει στον προηγούμενο.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







