Skip to main content

Ο Τσάρλι Μπράουν δεν έχει καλές σχέσεις με το αύριο. Το αντιμετωπίζει με την επιφυλακτικότητα κάποιου που έχει απογοητευτεί αρκετές φορές ώστε να γνωρίζει τις πιθανότητες, αλλά όχι τόσο ώστε να πάψει να επιθυμεί. Στην ομάδα του μπέιζμπολ οι ήττες είναι σχεδόν οικογενειακή παράδοση. Το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά παραμένει μακρινό. Η Λούσι κάθε φορά που προσφέρεται να κρατήσει την μπάλα για να την κλοτσήσει, ξέρει καλύτερα από εκείνον πού θα καταλήξει η προσπάθεια. Στο χορτάρι.

Ο Τσαρλς Μ. Σουλτς δημιούργησε τον Τσάρλι Μπράουν το 1950, όταν άρχισε να δημοσιεύει τα Peanuts, και πέρασε μισό αιώνα επιστρέφοντας στις μικρές του ταπεινώσεις. Τον σχεδίασε με στρογγυλό κεφάλι, μια μπλούζα με μαύρο ζιγκ ζαγκ και ελάχιστη άμυνα απέναντι στη γνώμη των άλλων. Δεν ήταν ο πρωταγωνιστής που τα παιδιά θα ήθελαν να μιμηθούν. Ήταν εκείνος στον οποίο αναγνώριζαν τα ελαττώματα που προσπαθούσαν να κρύψουν. Ήταν παιδί αλλά είχε ήδη ανακαλύψει το πιο εξαντλητικό χαρακτηριστικό της ενήλικης ζωής: μπορείς να κάνεις ό,τι περνά από το χέρι σου και πάλι να μην αρκεί. Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν ποτέ ένας χαρακτήρας που προκαλούσε μόνο οίκτο. Είχε αστείες παραξενιές, μικροπρέπειες, πείσμα και μια σχεδόν απεριόριστη ικανότητα να ελπίζει.

Στις 8 Αυγούστου 1966, ο Σουλτς τον έβαλε να συζητά με τον Λάινους ακουμπισμένοι στον συνηθισμένο τους τοίχο. «Η ζωή είναι δύσκολη, έτσι δεν είναι;» παρατηρούσε ο Λάινους. Ο Τσάρλι συμφωνούσε και ανακοίνωνε ότι είχε αποκτήσει νέα φιλοσοφία: «I only dread one day at a time». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αποφάσισα να αγχώνομαι μόνο μία μέρα τη φορά». Στον κόσμο των αποφθεγμάτων που μας συμβουλεύουν να ζούμε το παρόν η φράση αυτή ακούγεται σαν σαμποτάζ. Κρατά τη μέθοδο και απορρίπτει την παρηγοριά.

Το αστείο όμως αποκαλύπτει κάτι λιγότερο προφανές. Ο Τσάρλι Μπράουν δεν μας ζητά να πιστέψουμε ότι αύριο θα είναι καλύτερα. Δεν έχει κανέναν πειστικό λόγο να το υποθέσει. Εξακολουθεί ωστόσο να θέλει να παίξει, να αγαπηθεί, να πετύχει έστω μία φορά εκείνο που μέχρι χθες του ήταν αδύνατο. Η επιθυμία του δεν εξαρτάται από μια ευνοϊκή πρόγνωση. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ανατρεπτική του ιδιότητα: δεν αντιμετωπίζει την αισιοδοξία ως εισιτήριο που πρέπει να επιδείξεις για να δικαιούσαι να συνεχίσεις.

Στα Peanuts κανείς δεν ήταν τόσο τακτοποιημένος όσο θα επέβαλλε μια παιδική ιστορία με ηθικό δίδαγμα. Ο Λάινους ανέλυε τα μυστήρια της ύπαρξης κρατώντας την κουβέρτα του. Η Λούσι πουλούσε ψυχιατρικές συμβουλές για πέντε σεντς και μετά επέστρεφε με θαυμαστή ευκολία στις δικές της αγένειες. Ο Σνούπι γινόταν με τη φαντασία του πιλότος, συγγραφέας, οτιδήποτε του επέτρεπε να διαφύγει από το σκυλόσπιτό του. Ο Τσάρλι Μπράουν δεν είχε τέτοια πολυτέλεια. Οι άλλοι μπορούσαν να υποδύονται κάτι διαφορετικό. Εκείνος έπρεπε να ζει με όσα γνώριζε ήδη για τον εαυτό του.

Ο Σουλτς κατάφερνε να μιλά για τις πιο δύσκολες πλευρές της ζωής μέσα από τις απλές, καθημερινές περιπέτειες των παιδιών του. Δεν θεωρούσε την ανασφάλεια μια δυσλειτουργία που διορθώνεται με τις σωστές συμβουλές. Η ζήλια, η αμηχανία και η ανάγκη για αποδοχή συνυπήρχαν με την καλοσύνη. Οι ήρωές του δεν γίνονταν κάθε εβδομάδα σοφότεροι. Και ο αναγνώστης δεν ανταμειβόταν με εξήγηση για όσα πήγαιναν στραβά. Έμεναν περίπου οι ίδιοι, όπως συμβαίνει συχνά και με εμάς, όσο κι αν μας αρέσει να αφηγούμαστε τη ζωή μας σαν διαδοχή μεταμορφώσεων. Στα σκίτσα τους, η τρυφερότητα δεν έσβηνε τη σκληρότητα. Μπορούσαν να αγαπιούνται και να πληγώνουν ο ένας τον άλλον στο ίδιο καρέ.

Η ατάκα του 1966 πέρασε και στην ταινία A Boy Named Charlie Brown, το 1969. Ο Τσάρλι συμμετέχει σε διαγωνισμό ορθογραφίας, φτάνει ως τον εθνικό τελικό και χάνει σε μια λέξη που θα περίμενε κανείς να γνωρίζει: «beagle», τη ράτσα του Σνούπι. Επιστρέφει σπίτι συντετριμμένος. Κλείνεται στο δωμάτιό του, δεν θέλει να ξαναπάει σχολείο, νιώθει πως τους απογοήτευσε όλους. Ο Λάινους δεν του προσφέρει κάποια συναρπαστική θεωρία για τα οφέλη της ήττας. Του θυμίζει απλώς ότι ο κόσμος δεν τελείωσε. Μια φτωχή παρηγοριά αλλά απολύτως ακριβής.

Σήμερα δεν αφήνουμε εύκολα μια αποτυχία να παραμείνει αποτυχία. Πρέπει να αποδειχθεί χρήσιμη, να μας διδάξει ανθεκτικότητα, να οδηγήσει σε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Ακόμη και τη λύπη τη μετράμε με όρους απόδοσης: τι κερδίσαμε από αυτήν; Η απαίτηση είναι παράλογη και καμιά φορά εξαντλητική. Κάποια πράγματα απλώς δεν πάνε καλά. Κάποια τηλεφωνήματα δεν έρχονται, κάποιες ευκαιρίες περνούν και η ζωή προχωρά χωρίς να μας δώσει εξηγήσεις. Το ότι κάποτε θα μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτά χωρίς να πονάμε, δεν σημαίνει πως όσα περάσαμε είχαν κάποιον καλό λόγο να συμβούν. Ο Σουλτς το καταλάβαινε αυτό και δεν ένιωθε την ανάγκη να δώσει σε κάθε αποτυχία μια παρηγορητική εξήγηση.

Φυσικά, στην πραγματική ζωή θα συμβουλεύαμε τον Τσάρλι να μην εμπιστευτεί ξανά τη Λούσι. Το να επιστρέφεις αδιάκοπα σε όποιον σε ταπεινώνει δεν είναι αρετή. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να μην κάνουμε τα Peanuts εγχειρίδιο προσωπικής ανάπτυξης. Ο Σουλτς χρησιμοποιούσε αυτή τη σκηνή για να μας κάνει να γελάσουμε, όχι για να μας υποδείξει πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις απογοητεύσεις μας. Μας ενδιαφέρει επειδή αναγνωρίζουμε το κενό ανάμεσα σε όσα ξέρουμε και σε όσα θέλουμε. Επειδή κάποτε χρειαστήκαμε κι εμείς λίγο περισσότερο χρόνο για να αποδεχτούμε αυτό που ήταν ήδη ολοφάνερο.

Στο τέλος της ταινίας ο Λάινους φεύγει και ο Τσάρλι Μπράουν μένει να σκεφτεί τα λόγια του. Ύστερα ντύνεται και βγαίνει έξω. Τα παιδιά παίζουν οι συνηθισμένοι θόρυβοι της γειτονιάς συνεχίζονται. Βλέπει τη Λούσι με την μπάλα και πλησιάζει κρυφά για να την κλοτσήσει. Εκείνη την τραβά την τελευταία στιγμή. Ο Τσάρλι βρίσκεται πάλι στο έδαφος. «Καλώς ήρθες σπίτι Τσάρλι Μπράουν», του λέει. Δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα. Μόνο που ύστερα από μια ήττα που του φάνηκε το τέλος του κόσμου, είναι ξανά εκεί ανάμεσα στους άλλους, μέσα στο παιχνίδι.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;