Βελούδο. Αυτή είναι η αίσθηση που μου έμεινε στο μυαλό αφού παρακολούθησα τη μουσική παράσταση «Μικρές Ταπεινώσεις» στη σκηνή του Baumstrasse. Από τη βελούδινη κουρτίνα έως τη βελούδινη φωνή της Νεφέλης Φασούλη και φυσικά το βελούδινο βλέμμα του Πάνου Παπαδόπουλου προς τον παππού του, τον Νίκο, που αποκαλύπτεται μπροστά μας χάρη στο ημερολόγιο του. Τζαζ ατμόσφαιρα, ζωντανή μουσική από τον Κωστή Χριστοδούλου και τον Κίμωνα Καρούτζο, συγκίνηση και γέλιο, οι λέξεις της Λένας Κιτσοπούλου που μπλέκονται τρυφερά με τις λέξεις ενός ηλικιωμένου άντρα, τα γηρατειά ως σοφία και η απώλεια ως αγκαλιά. Ο Πάνος Παπαδόπουλος απαντά στις ερωτήσεις μας με επίκεντρο την προσωπική δουλειά του.
Οι «Μικρές Ταπεινώσεις» χτίστηκαν με βάση το ημερολόγιο του παππού σου, του Νίκου. Πότε και πώς ανακάλυψες ότι ο παππούς σου κρατούσε ημερολόγιο; Ποια ήταν η πρώτη σου αίσθηση όταν ξεκίνησες να το διαβάζεις;
Το βρήκαμε με τον ξάδελφό μου το Νίκο, παίζοντας στο σπίτι του, ψάχνοντας στη ντουλάπα του. Αρχίζοντας να το διαβάζουμε εκπλαγήκαμε τρομερά. Θυμάμαι από το κλάμα πέταξα το φούτερ που φορούσα. Δεν ήθελα να το συνεχίσουμε. Δυο – τρεις σελίδες κοιτάξαμε και το βάλαμε στη θέση του.
Τι ανακάλυψες για τον παππού σου μέσα από τις λέξεις του; Τι ήταν αυτό που ίσως ποτέ δεν φανταζόσουν ότι «έκρυβε» μέσα του και συναντήθηκες μαζί του χάρη στο ημερολόγιο του;
Την ανθρώπινη υπόστασή του. Στην πραγματικότητα αυτό είναι που νομίζω αρνούμαστε να δούμε στους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους. Την τρισδιάστατη πλευρά τους. Ότι είναι πολλά περισσότερα, από τον τίτλο «παππούς», «γιαγιά», «μαμά», «μπαμπάς», που εξυπηρετεί τη δική μας προσωπική ιστορία.

Είχες αντιληφθεί το πώς είχε βιώσει ο παππούς σου την απώλεια της γιαγιάς σου ή επί της ουσίας το κατανόησες μέσα από τις λέξεις του; Πόσο επιτρεπτό ήταν -και είναι- κοινωνικά για έναν άνδρα να δείξει τη συντριβή του ή/και την αδυναμία του να διαχειριστεί μόνος του την απώλεια;
Δεν το αντιλαμβανόμουν όσο ήταν κοντά μας. Έδειχνε πάντοτε πολύ ανεξάρτητος και δημιουργικός. Έκανε τις βόλτες του, κολυμπούσε, μαγείρευε, μας βοηθούσε τα πρώτα χρόνια στα μαθήματα. Δεν είχε όμως πρόβλημα με την ευαλωτότητα. Δεν ήταν τέτοιος παππούς. Ήταν πολύ μοντέρνος άνθρωπος. Διάβαζε πολύ, έλυνε συνεχώς σταυρόλεξα. Χωρίς να εννοώ τίποτα αρνητικό με αυτό που λέω – δεν ήταν ο κλασικός παππούς του καφενείου που μπορεί να έχουμε στο μυαλό μας, με το κομπολόι στο χέρι.
Τι ήταν αυτό που «είδες» μέσα στο ημερολόγιο που σε έκανε να πάρεις την απόφαση να δημιουργήσεις μια παράσταση με αυτό ως αφετηρία;
Η πολυπλοκότητα του ανθρώπινου μηχανισμού, η συγκινητική κατασκευή του στο βάθος και το γεγονός ότι, οι άνθρωποι που μεγαλώνουν γίνονται σιγά, σιγά αόρατοι στα μάτια των νεότερων.
Γιατί επέλεξες τον τίτλο «Μικρές Ταπεινώσεις»;
Η φίλη μου και δασκάλα μου, από τη δραματική του Εθνικού, η Χαρά Κεφαλά, σε μια τηλεφωνική επικοινωνία μας το είπε καθώς κουβεντιάζαμε κάτι άσχετο και το σημείωσα όπως, όπως σε ένα χαρτί. Μου άρεσε που είναι δύο λέξεις μικρές και πιστεύω πως ταιριάζει σε όλα αυτά που έρχεται η ζωή όσο μεγαλώνουμε και μας φορτώνει στην πλάτη. Δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά για να τα αλλάξουμε, παρά μόνο να βρούμε τον τρόπο να συμβιώσουμε μαζί τους.

Γιατί επέλεξες την Νεφέλη Φασούλη ως συνεργό στη δημιουργία των «Μικρών Ταπεινώσεων» αλλά και ως συμπαίκτρια σου πάνω στη σκηνή;
Αγαπώ πολύ τη μουσική, δεν έχω όμως το χάρισμα του τραγουδιστή. Από την άλλη με γοήτευαν πάντα αυτές οι υβριδικές παραστάσεις που συνδυάζουν τις δύο τέχνες. Είχα πολύ έντονα στο μυαλό μου ένα σκηνικό σαν παλιό jazz bar. Η Νεφέλη επίσης έχει πέρα από το μεγάλο χάρισμα στη φωνή της και εκπληκτική ικανότητα στην αφήγηση. Είναι ταυτόχρονα λιτή αλλά και εξαιρετικά ουσιαστική. Τη χαζεύω.
Ποια τραγούδια ακούμε στην παράσταση; Γιατί αυτά;
Τα διαλέξαμε με τη Νεφέλη με αφορμή τα κείμενα που είχαμε στα χέρια μας. Μεταξύ άλλων είναι το “Λίκνισμα” του Βασίλη Νικολαίδη, η “Πλατεία Αμερικής” του Λάκη Παπαδόπουλου και της Μαριανίνας Κριεζή, το “Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα” του Σαββόπουλου, αλλά και ξένα… Το “Danny Boy”, το “Being Alive” του Sondheim και το “Both Sides Now” της Joni Mitchell.
Πώς εντάχθηκαν τα κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου στη δραματουργία;
Πολύ φυσικά. Ήρθε να δει μια πρόβα μας και μάλιστα στο τελικά στάδιο. Της ζητήσαμε αν της έρθει κάτι στο νου με αφορμή αυτό που είδε να μας δώσει κάτι. Μας έκανε δώρο δύο πολύ συγκινητικά κείμενα. Το ένα που το αγαπάμε πολύ, έχει να κάνει με μια προτροπή στο κοινό, να σκέφτεται κάθε φορά που βλέπει έναν υπέργηρο άνθρωπο στο δρόμο, προτού τον λυπηθεί, ότι είναι ο ίδιος του ο εαυτός, που κάποτε όπως κι αυτός, έτρεχε μπροστά από άλλους ηλικιωμένους, ερωτεύτηκε και… και… και…

Έχω την εντύπωση ότι έχουμε -ως κοινωνία- μεγάλη αμηχανία απέναντι στα γηρατειά. Είναι σαν θεωρούμε ότι αποφεύγοντας να κατονομάσουμε τις πρακτικές δυσκολίες και τη μοναξιά που βιώνουν οι ηλικιωμένοι, τις καταργούμε. Είναι γιατί αποφεύγουμε την ευθύνη της φροντίδας των ηλικιωμένων -που έχει μετακυλήσει από τη δημόσια πρόνοια στην ατομική ευθύνη-, είναι γιατί τα γηρατειά είναι απόλυτα συνδεδεμένα με τον θάνατο κι αυτό μας τρομοκρατεί ως προβολή του δικού μας μέλλοντος, είναι γιατί έχουμε αδυναμία να αντιληφθούμε τι βιώνει ένας ηλικιωμένος πριν φτάσουμε εμείς σε αυτό το στάδιο της ζωής;
Είναι όλα αυτά. Ακριβώς. Σα να θέλουμε να αναβάλουμε το δικό μας θάνατο… Θυμάμαι μια φράση που είδα κάποτε σε μια ταινία. Έλεγε «οι άνθρωποι έχουν την τάση να νομίζουν ότι η ατυχία είναι μεταδοτική». Τα γηρατειά όμως δεν είναι ατυχία, είναι σοφία, είναι χαρά, δεν καταφέρνουν όλοι οι άνθρωποι να φτάσουν εκεί. Θα ήταν ωραία λοιπόν να πάψουμε να τα αντιμετωπίζουμε ως κάτι τέτοιο. Εγώ προσωπικά έχω και μια ιδιαίτερη αδυναμία στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, ακριβώς για τον λόγο του ότι βρίσκονται σε ένα στάδιο ζωής, που όπως και τα μωρά, δεν διεκδικούν με μανία τίποτα. Αυτό από μόνο του είναι απίστευτα ευγενικό ως προς την αγριότητα της ζωής και της καθημερινότητας.
Γράφεις στο σημείωμά σου «Ο παππούς μου, ο Νίκος, ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου και του είχα μεγάλη αδυναμία. Παρόλ’ αυτά, με θυμάμαι μεγαλώνοντας να προσπερνάω βιαστικά την πόρτα του σπιτιού του, αποφεύγοντας να χτυπήσω το κουδούνι μη τυχόν και χάσω τον “πολύτιμο χρόνο” μου». Είναι οι «Μικρές Ταπεινώσεις» μια προσπάθεια να ειπωθεί μια συγγνώμη για όσες φορές -όλοι μας- προσπεράσαμε τους αγαπημένους αλλά γερασμένους ανθρώπους μας;
Θα μπορούσε. Δεν προσπαθώ πολύ βρω μια εξήγηση για τον λόγο που το κάνουμε. Περισσότερο το βλέπω σαν μια γιορτή. Σα να πηγαίνεις για εκείνο το φαγητό στο σπίτι των ανθρώπων που δεν βρήκες χρόνο όταν επιθυμούσαν πολύ να σε δουν.
Αν μπορούσε να δει ο παππούς σου την παράσταση τι φαντάζεσαι ότι θα σκεφτόταν και θα ένιωθε; Τι θα σου έλεγε;
Θα χαιρόταν νομίζω. Δεν το σκέφτομαι πολύ, έρχομαι σε αμηχανία. Δεν λέγαμε πολλά άλλωστε μεταξύ μας. Είχαμε την ασφάλεια της αγάπης χωρίς πολλές κουβέντες. Ούτε σ’ αγαπώ του είπα ποτέ καθαρά, αν και θα το ‘θελα. Τα αισθανόμαστε όμως αυτά οι άνθρωποι πιστεύω άρα το καταλάβαινε.
Info: Μικρές Ταπεινώσεις, Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Πάνος Παπαδόπουλος, Νεφέλη Φασούλη, Πρόσθετα Κείμενα: Λένα Κιτσοπούλου, Σχεδιασμός Φωτισμών: Παναγιώτης Τσεβρένης, Σκηνικά – Κοστούμια: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη, Artwork: Αντώνης Γλυκός, Μουσικοί επί σκηνής, Πιάνο: Κωστής Χριστοδούλου, Κόντραμπάσο: Κίμωνας Καρούτζος, Παραγωγή: Δημήτρης Μακρής, Επικοινωνία: Zuma Communications, Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη στις 21:00, στη σκηνή του Baumstrasse.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







