Λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ της 22ας Ιουλίου 2011, η Amy Winehouse τηλεφώνησε στον Dale Davis, τον μπασίστα και μουσικό διευθυντή που βρισκόταν στο πλευρό της από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της. Είχε περάσει μέρος της βραδιάς παρακολουθώντας παλιές εμφανίσεις της στο YouTube και ήθελε να τον ρωτήσει κάτι: «Μπορώ να τραγουδήσω, έτσι δεν είναι;». Ο Davis της απάντησε αυτό που γνώριζαν ήδη εκατομμύρια άνθρωποι. Φυσικά και μπορούσε. Ήταν η καλύτερη. Την επόμενη ημέρα, η Amy Winehouse βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Camden. Ήταν 27 ετών.
Η ερώτησή της δεν ακούγεται σαν φιλοφρόνηση που ζητά κάποιος από έναν παλιό φίλο. Μοιάζει περισσότερο με μια καθυστερημένη αναγνώριση. Η γυναίκα που είχε κερδίσει πέντε βραβεία Grammy, είχε κάνει το Back to Black έναν από τους καθοριστικούς δίσκους του αιώνα και είχε επαναφέρει τη soul στο κέντρο της ποπ κουλτούρας παρακολουθούσε πια τη φωνή της σαν να ανήκε σε κάποια άλλη. Η δημόσια ιστορία της είχε γεμίσει τόσο πολύ από το αλκοόλ, τις ουσίες, τον γάμο της, τις καταρρεύσεις και τις φωτογραφίες των παπαράτσι, ώστε το ταλέντο της κινδύνευε να μετατραπεί σε υποσημείωση.

Τρεις ημέρες νωρίτερα, η Winehouse είχε κάνει την τελευταία δημόσια εμφάνισή της στο Roundhouse του Camden, ανεβαίνοντας για λίγο στη σκηνή δίπλα στη βαφτιστήρα της Dionne Bromfield. Έξω από τον χώρο συνάντησε τον Davis και του ζήτησε να την κρατήσει στην αγκαλιά του επειδή κρύωνε. Εκείνος θυμάται ότι η Amy δεν κρύωνε ποτέ. Δεν χρειάζεται να φορτώσουμε τη σκηνή με προφητείες που κανείς εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να διακρίνει. Η λεπτομέρεια είναι αρκετή από μόνη της: ένας άνθρωπος που είχε μάθει να εμφανίζεται απρόσιτος ζητούσε απλώς λίγη ζεστασιά.
Ο Davis τη γνώρισε το 2003, πριν από το Frank, πριν από τα Grammy και πριν το Camden μετατραπεί σε σκηνικό ενός καθημερινού κυνηγιού. Είχε αποτύχει μάλιστα στην πρώτη του οντισιόν για το συγκρότημά της και κλήθηκε ξανά όταν ο μουσικός που είχε επιλεγεί ζήτησε περισσότερα χρήματα. Η Winehouse τον πείραζε ότι ήταν η φθηνότερη και πιο άσχημη εκδοχή της αρχικής επιλογής. Στο Notting Hill Carnival λίγους μήνες πριν κυκλοφορήσει το Frank, ο Davis κατάλαβε ότι είχε μπροστά του κάτι σπάνιο. Δεν χρειαζόταν τίποτε γύρω της για να κρατήσει το κοινό· από τη στιγμή που άρχιζε να τραγουδά, η σκηνή ήταν δική της.

Η Amy εκείνης της περιόδου δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε σύμβολο. Έπαιζε μπιλιάρδο στα μαγαζιά του Camden, μισούσε να χάνει, προστάτευε τους φίλους της και διέθετε ένα χιούμορ που μπορούσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να γίνει σκληρό. Οι συνεντεύξεις της έμοιαζαν με ασκήσεις υψηλού κινδύνου για κάθε υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων. Γνώριζε σε βάθος τη jazz και τη soul, περιφρονούσε την κατασκευασμένη ποπ και δεν είχε καμία διάθεση να κρύψει τη γνώμη της για να παραμείνει συμπαθής. Ο Davis την περιγράφει ως μια γυναίκα με punk νοοτροπία. Το punk στην περίπτωσή της δεν βρισκόταν στον ήχο αλλά στην άρνησή της να γίνει διαχειρίσιμη.
Το Frank σημείωσε επιτυχία όχι όμως εκείνη που η ίδια περίμενε. Όσο η περιοδεία παρατεινόταν, η κούραση γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κρυφτεί, τόσο στις εμφανίσεις όσο και στη συμπεριφορά της. Όταν οι μουσικοί της άκουσαν σταδιακά τα τραγούδια του Back to Black, κατάλαβαν ότι ο επόμενος δίσκος θα άλλαζε τα πάντα. Η Winehouse είχε γράψει για την εγκατάλειψη, τη ζήλια, την επιθυμία και την ταπείνωση χωρίς να καθαρίσει τίποτε από την ασχήμια τους. Η φωνή της μπορούσε να ακούγεται παλιά και ταυτόχρονα απολύτως σύγχρονη, επειδή πίσω από τις αναφορές στις γυναικείες μπάντες των sixties βρισκόταν μια ζωή που εκτυλισσόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Για ένα σύντομο διάστημα η μουσική σκέπασε τα πάντα. Μετά τη βράβευσή της στα Brit Awards του 2007 η ισορροπία ανατράπηκε. Οι παπαράτσι την περίμεναν σε κάθε έξοδο και η μπάντα αναγκάστηκε να ταξιδεύει σε διαφορετικά λεωφορεία. Τα κοινά δείπνα σταμάτησαν. Η επιτυχία μπορούσε πλέον να μετρηθεί με την απόσταση που δημιουργούσε ανάμεσα στην Amy και στους ανθρώπους της. Ο κόσμος ήθελε να τη βλέπει διαρκώς, αλλά οι συνθήκες αυτής της διαρκούς παρατήρησης την απομόνωναν όλο και περισσότερο.
Η εξάρτηση από το αλκοόλ, η βουλιμία, η αϋπνία και η σχέση της με τον Blake Fielder-Civil δεν εξελίσσονταν μακριά από τα φώτα. Έγιναν επεισόδια μιας ιστορίας που ανανεωνόταν καθημερινά στα περίπτερα και στις τηλεοπτικές εκπομπές. Όταν κέρδισε πέντε Grammy το 2008, η ίδια αδυνατούσε να χαρεί επειδή ο Fielder-Civil βρισκόταν στη φυλακή. Η μεγαλύτερη επαγγελματική επιβεβαίωση της ζωής της έφτασε σε μια στιγμή κατά την οποία η προσωπική της ζωή είχε ήδη διαλυθεί.
Οι μουσικοί της συνέχιζαν να προετοιμάζουν τις συναυλίες ακόμη και όταν δεν γνώριζαν αν θα εμφανιστεί. Η αφοσίωσή τους ήταν πραγματική. Το ίδιο και η αμηχανία τους. Έμαθαν να καλύπτουν τις απουσίες, να προσαρμόζουν το πρόγραμμα και να κρατούν όρθια τη βραδιά. Μιλώντας στο βρετανικό i, ο Davis και ο Ade Omotayo αποφεύγουν να αποδώσουν ευθύνη στην οικογένεια ή στους ανθρώπους που διαχειρίζονταν την καριέρα της. Η Winehouse επέμενε συχνά ότι ήθελε να τραγουδήσει. Ο Davis παραδέχεται ωστόσο, πως υπήρξαν βραδιές κατά τις οποίες δεν έπρεπε να βρίσκεται στη σκηνή. Το δικαίωμα ενός καλλιτέχνη να αποφασίζει για τον εαυτό του γίνεται πολύ πιο δύσκολο να ερμηνευθεί όταν ο ίδιος δεν είναι πλέον σε θέση να προστατευθεί.
Η τελευταία ολοκληρωμένη συναυλία της στο Βελιγράδι, στις 18 Ιουνίου 2011, έδωσε σε αυτή την αντίφαση την πιο οδυνηρή της εικόνα. Η Winehouse δυσκολευόταν να σταθεί, ξεχνούσε στίχους και ονόματα, εγκατέλειπε τραγούδια στη μέση. Το κοινό αποδοκίμαζε μια καλλιτέχνιδα που δεν μπορούσε να του προσφέρει τη συναυλία για την οποία είχε πληρώσει. Οι κάμερες όμως κατέγραφαν κάτι σοβαρότερο από μια αποτυχημένη εμφάνιση: μια γυναίκα σε κατάσταση κρίσης, εκτεθειμένη μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους, ενώ γύρω της ένας ολόκληρος επαγγελματικός μηχανισμός εξακολουθούσε να κινείται.
Το 2026, είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του Back to Black, η μουσική βιομηχανία επιστρέφει ξανά στην Amy. Στις 23 Οκτωβρίου κυκλοφορεί επετειακή έκδοση του άλμπουμ με τέσσερα ακυκλοφόρητα demos, B-sides και ολόκληρη τη συναυλία της στο Paradiso του Άμστερνταμ το 2007. Παράλληλα, η αυθεντική μπάντα της περιοδεύει με τον Dale Davis και τη Beth Morris στα φωνητικά. Η μεταθανάτια διαχείριση ενός καλλιτέχνη ισορροπεί πάντα ανάμεσα στη μνήμη και στην αγορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τουλάχιστον στη σκηνή βρίσκονται οι μουσικοί που έχτισαν μαζί της αυτόν τον ήχο και γνωρίζουν ότι κανείς δεν μπορεί να υποδυθεί τη ζωή της.
Ο Davis είχε αρχικά αρνηθεί να επιστρέψει σε αυτές τις συναυλίες. Άλλαξε γνώμη όταν συνάντησε μετά από μια εμφάνιση στην Ολλανδία, μια γυναίκα που είχε φέρει την ετοιμοθάνατη μητέρα της για να ακούσει για τελευταία φορά τα τραγούδια της Amy. Κατάλαβε τότε ότι η μπάντα δεν περιόδευε για να αναπαραστήσει μια απουσία. Έδινε στο κοινό τη δυνατότητα να συναντήσει ξανά τη μουσική χωρίς τον θόρυβο που είχε καλύψει τη δημιουργό της.
Η Amy Winehouse πέθανε από δηλητηρίαση λόγω υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, έπειτα από μια περίοδο αποχής. Η πληροφορία εξηγεί τον θάνατο όχι τη ζωή της. Τη ζωή της την εξηγούν πολύ περισσότερο εκείνες οι παλιές εμφανίσεις που παρακολουθούσε μόνη της την τελευταία νύχτα και η έκπληξη με την οποία αναγνώρισε τη δύναμη της φωνής της. Η μνήμη της Amy Winehouse θα παραμένει λειψή όσο την κοιτάζουμε μόνο μέσα από την κατάρρευσή της. Την τελευταία νύχτα, βλέποντας παλιές εμφανίσεις της, η ίδια επέστρεψε για λίγο σε αυτό που υπήρξε πριν από τον θόρυβο: μια σπουδαία τραγουδίστρια.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







