Skip to main content

Ο Ζαν Ντιμπιφέ δεν ήταν κάποιος καλλιτέχνης που πετούσε πέτρες στο μουσείο απ’ έξω χωρίς να ξέρει τι υπάρχει μέσα. Γεννήθηκε το 1901 στη Χάβρη, σε εύπορη οικογένεια εμπόρων κρασιού, σπούδασε ζωγραφική, γνώρισε από κοντά τις ακαδημίες και τους κύκλους της εποχής του και για χρόνια άφησε την τέχνη για την οικογενειακή επιχείρηση. Όταν επέστρεψε οριστικά στη ζωγραφική γύρω στα σαράντα του, ήξερε πολύ καλά τι ακριβώς τον ενοχλούσε. Όχι η τέχνη, αλλά το σύστημα που είχε αναλάβει να αποφασίζει ποια τέχνη αξίζει. Οι κριτικοί, τα μουσεία, οι ακαδημίες, οι κανόνες καλού γούστου. Όλη εκείνη η μηχανή που παίρνει κάτι ζωντανό και, αν δεν προσέξεις, το γυαλίζει μέχρι να πάψει να δαγκώνει. Ο Ντιμπιφέ ζωγράφιζε με άμμο, χαλίκι και τραχιές επιφάνειες, με υλικά που έμοιαζαν να έχουν περάσει περισσότερο χρόνο σε οικοδομή παρά σε ατελιέ. Δεν τον ενδιέφερε όμως το άσχημο για χάρη του άσχημου. Έψαχνε κάτι πριν από το «σωστό», μια δημιουργία που να μην έχει εκπαιδευτεί να ζητά άδεια.

Το 1945 στην Ελβετία, άρχισε να βλέπει έργα αυτοδίδακτων έγκλειστων ανθρώπων που δημιουργούσαν έξω από το επαγγελματικό κύκλωμα της τέχνης. Ανθρώπων που συχνά δεν είχαν καμία πρόθεση να γίνουν καλλιτέχνες με την επίσημη έννοια. Για αυτά τα έργα χρησιμοποίησε τον όρο Art Brut. Ωμή τέχνη. Ο όρος παρεξηγείται εύκολα. Η Art Brut δεν περιγράφει το άτεχνο ούτε το σκόπιμα ακατέργαστο· περιγράφει μια δημιουργία που γεννιέται έξω από τους καθιερωμένους κανόνες της τέχνης. Σήμαινε κάτι πιο ουσιαστικό: δημιουργία που δεν γεννιόταν με το βλέμμα στραμμένο στην αποδοχή.

Ογδόντα χρόνια αργότερα, ο Ντιμπιφέ μοιάζει να μιλά για έναν κόσμο που δεν πρόλαβε ποτέ να δει. Το σημερινό internet δεν είναι Art Brut. Ένας designer που κάνει επίτηδες μια γραμματοσειρά να μοιάζει κακοτυπωμένη δεν βρίσκεται έξω από το σύστημα. Ξέρει πολύ καλά τους κώδικές του και παίζει μαζί τους. Ένας δημιουργός που αφήνει ένα βίντεο λίγο «άσχημο» επειδή ξέρει ότι έτσι φαίνεται πιο αυθεντικό γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Το σύστημα είναι ήδη μέσα στο κάδρο. Απλώς άλλαξε μορφή. Ο Ντιμπιφέ στράφηκε απέναντι στους θεσμούς που αποφάσιζαν τι άξιζε να λέγεται τέχνη. Εμείς έχουμε έναν αριθμό στην οθόνη. Views, likes, shares, watch time. Ο σημερινός δημιουργός μαθαίνει μέσα σε λίγες ώρες τι «δουλεύει», ποιο thumbnail φέρνει clicks, πόσο γρήγορα πρέπει να μπει το πρόσωπο στο πλάνο, πόσο μπορεί να κρατήσει μια σιωπή πριν φύγει ο θεατής, ποιο χρώμα σταματά το scroll. Κανείς δεν χρειάζεται να του δώσει οδηγίες. Το σύστημα είναι πιο αποτελεσματικό όταν δεν φαίνεται σαν σύστημα.

Κάπως έτσι το internet, που ξεκίνησε σαν μια τεράστια υπόσχεση αταξίας, έγινε απίστευτα τακτοποιημένο. Ανοίγεις το Instagram και τα σπίτια, τα καφέ, τα πρόσωπα, τα βίντεο, ακόμη και οι διακοπές μοιάζουν σαν να πέρασαν από το ίδιο αόρατο creative department. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν βρίσκεσαι στην Αθήνα, στη Σεούλ ή στο Λονδίνο. Κάπου θα υπάρχει το ίδιο φως, το ίδιο ξύλινο τραπέζι, η ίδια κούπα, ο ίδιος τόνος του «ανεπιτήδευτου». Ύστερα ήρθε η AI και άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού: έκανε την τελειότητα φθηνή. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη αρχίσει να αφαιρεί όλο και περισσότερη τριβή από την καθημερινή εμπειρία και μαζί της αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη δημιουργία. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η τέλεια εικόνα κόστιζε. Ήθελε φωτογράφο, φώτα, ρετούς, γραφίστα, χρόνο. Η λεία επιφάνεια σήμαινε ότι κάποιος είχε επενδύσει πάνω της. Τώρα το τέλειο φως, το τέλειο δέρμα, το τέλειο δωμάτιο και το τέλειο κείμενο μπορούν να εμφανιστούν σε δευτερόλεπτα. Και όταν η τελειότητα γίνεται φθηνή, η ατέλεια αρχίζει να μοιάζει πολυτέλεια.

Ανοίγεις ξανά το feed και είναι σαν να χάλασαν ξαφνικά όλες οι καλές κάμερες του κόσμου. Καμένο flash, κόκκος, στραβά γράμματα, πρόχειρα κολάζ, φωτοτυπίες, ακατάστατα δωμάτια, βίντεο που μοιάζουν να τραβήχτηκαν πριν ο άνθρωπος που κρατούσε το κινητό προλάβει να το σκεφτεί. Μόνο που αρκετές φορές τα σκέφτηκε όλα. Εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον. Δεν επιστρέψαμε ξαφνικά στην κακή τεχνική. Ψάχνουμε κάτι που να μοιάζει με ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Ένα λάθος που δεν διορθώθηκε. Μια γραμμή που ξέφυγε. Μια φωνή που κόμπιασε. Κάτι που να λέει ότι κάποιος ήταν εκεί πριν από το φίλτρο.

Η ιστορία έχει ξαναδεί τέτοιες αντιδράσεις. Το κίνημα Dada απάντησε στη σοβαροφάνεια με το παράλογο και τα αποκόμματα. Το punk απάντησε στην υπερπαραγωγή του rock με τρεις συγχορδίες και φωτοτυπημένα fanzines. Το πρώτο internet είχε κακές γραμματοσειρές, άσχημες σελίδες, forums χωρίς καμία σχεδιαστική πειθαρχία. Δεν ήταν όλα καλύτερα τότε. Εκείνη η ελευθερία έφερνε και πολύ υλικό που δεν άξιζε δεύτερη ματιά. Υπήρχαν όμως περισσότερα πράγματα που δεν είχαν ακόμη μάθει να συμπεριφέρονται σαν προϊόν. Αυτό νοσταλγούμε σήμερα όταν μιλάμε για το “raw”: όχι την ασχήμια, αλλά κάτι που δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του συστήματος.

Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά μαθαίνει γρήγορα. Το punk έγινε fashion, το underground έγινε campaign, το authentic έγινε λέξη σε brief. Μια εικόνα μπορεί σήμερα να χρειαστεί δύο ώρες επεξεργασίας για να μοιάζει σαν να τραβήχτηκε κατά λάθος. Ο ίδιος ο Ντιμπιφέ γνώρισε αυτή την ειρωνεία. Έψαχνε τέχνη έξω από τους θεσμούς, της έδωσε όνομα, τη συνέλεξε και τελικά η συλλογή του απέκτησε το δικό της μουσείο στη Λωζάνη. Η αντίφαση αυτή δεν μειώνει τη σημασία της Art Brut. Δείχνει απλώς πόσο δύσκολο είναι να μείνει κάτι για πάντα έξω από το σύστημα. Μόλις αποκτήσει αρκετή δύναμη ώστε να το αμφισβητήσει, το σύστημα μαθαίνει να το ενσωματώνει.

Και τώρα υπάρχει ένα ακόμη βήμα. Η AI δεν μαθαίνει μόνο την τελειότητά μας. Μαθαίνει και τα λάθη μας. Μπορεί να φτιάξει κόκκο, καμένο flash, στραβή τυπογραφία, γρατζουνιές, ξεθωριασμένο χαρτί, κακό κάδρο. Μπορεί να μιμηθεί ακόμη και τα ίχνη που χρησιμοποιούσαμε για να πείσουμε τον εαυτό μας ότι πίσω από μια εικόνα υπάρχει ανθρώπινο χέρι. Κάποτε βλέπαμε κάτι υπερβολικά τέλειο και υποψιαζόμασταν ότι δεν είναι αληθινό. Μπορεί σύντομα να κοιτάζουμε μια εικόνα και να αναρωτιόμαστε αν ακόμη και τα ψεγάδια της είναι κατασκευασμένα.

Γι’ αυτό ο Ντιμπιφέ έχει ξανά κάτι να μας πει. Όχι επειδή η Art Brut επέστρεψε στο TikTok ή στο Instagram, αλλά επειδή το βασικό του ερώτημα παραμένει ανοιχτό: τι συμβαίνει στη δημιουργία όταν ο δημιουργός γνωρίζει από πριν ότι το έργο του θα μετρηθεί, θα ταξινομηθεί και τελικά θα κριθεί από ένα σύστημα που αποφασίζει τι θα φτάσει ως εμάς; Στη δική του εποχή αυτό το βλέμμα ανήκε στην ακαδημία, στον κριτικό, στο μουσείο. Στη δική μας ανήκει στον αλγόριθμο. Δίπλα του βρίσκεται πλέον μια μηχανή που μπορεί να μιμηθεί ακόμη και την εξέγερση εναντίον του.

Εκεί το λάθος χάνει την αξία του ως απόδειξη ανθρώπινης παρουσίας. Αν μπορεί να το αναπαράγει και η μηχανή, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το ανθρώπινο κάπου βαθύτερα. Πρέπει να βρίσκεται στην εμπειρία πίσω από αυτό. Στον άνθρωπο που άλλαξε γνώμη, άφησε τη γραμμή στραβή, πάτησε το κουμπί λίγο νωρίτερα, άφησε μια πρόταση αδιόρθωτη επειδή έτσι του φάνηκε σωστή. Όχι στο ίδιο το λάθος, αλλά στην ανθρώπινη εμπειρία που το γέννησε. Ο Ντιμπιφέ έψαχνε μια τέχνη πριν από την έγκριση. Ογδόντα χρόνια αργότερα, εμείς ψάχνουμε κάτι ακόμη πιο βασικό: μια απόδειξη ότι πίσω από αυτό που βλέπουμε υπήρξε πράγματι ένας άνθρωπος.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;