Skip to main content

Οι Βάκχες του Ευριπίδη συνεχίζουν φέτος την περιοδεία τους, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Γιάβορ Γκάρντεφ, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι η αρχαία ελληνική τραγωδία δεν επιστρέφει στις σκηνές επειδή αποτελεί ένα πολύτιμο μνημείο του παρελθόντος. Επιστρέφει επειδή εξακολουθεί να μιλά για το παρόν. Σχεδόν την ίδια στιγμή μια πρόσφατη μελέτη της θεατρολόγου Αϊρίν Μόρρα, προτείνει ότι το θεατρικό έργο Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι του Τενεσί Ουίλιαμς μπορεί να διαβαστεί ως μια σύγχρονη συνομιλία με τις Βάκχες. Η παρατήρηση έχει αναμφίβολα ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Το συναρπαστικό όμως είναι το ερώτημα που γεννά. Γιατί ένα έργο που γράφτηκε πριν από περίπου 2.400 χρόνια εξακολουθεί να αποτελεί το πιο ισχυρό εργαλείο για να κατανοήσουμε τη σύγχρονη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο;

Η μεγαλύτερη δύναμη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας δεν βρίσκεται στους μύθους της. Βρίσκεται στους μηχανισμούς της. Ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής και ο Αισχύλος δεν έγραψαν ιστορίες μόνο για βασιλιάδες, θεούς και ήρωες. Έγραψαν ιστορίες για ανθρώπους που πίστεψαν ότι μπορούσαν να ελέγξουν δυνάμεις μεγαλύτερες από τους ίδιους. Για ανθρώπους που μπέρδεψαν τη βεβαιότητα με τη γνώση, την εξουσία με τον έλεγχο, την άρνηση με την αλήθεια. Αυτοί οι μηχανισμοί δεν γερνούν. Αλλάζουν μόνο τα σκηνικά.

Οι Βάκχες είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Πενθέας δεν είναι ένας αλαζονικός τύραννος που τιμωρείται απλώς για την ασέβειά του απέναντι στον Διόνυσο. Είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι ο κόσμος μπορεί να οργανωθεί αποκλειστικά μέσα από τη λογική, την πειθαρχία και τον έλεγχο. Απέναντί του στέκεται ο Διόνυσος, όχι μόνο ως θεός της έκστασης, αλλά ως η ενσάρκωση όλων εκείνων των δυνάμεων που αρνούνται να υπακούσουν στην ανθρώπινη επιθυμία για τάξη. Η τραγωδία δεν ξεκινά όταν εμφανίζεται ο Διόνυσος. Ξεκινά τη στιγμή που ο Πενθέας πιστεύει ότι μπορεί να τον περιορίσει.

Η ανάγνωση του Γιάβορ Γκάρντεφ φωτίζει ακριβώς αυτή τη σύγκρουση. Τη διαρκή αναμέτρηση ανάμεσα στην απολλώνια καθαρότητα και τη διονυσιακή αποσταθεροποίηση. Δεν πρόκειται για μια φιλοσοφική αλληγορία περιορισμένη στην αρχαιότητα. Είναι μια αντίθεση που διατρέχει ολόκληρη την ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Από τη μία η ανάγκη για τάξη, ορθολογισμό και έλεγχο. Από την άλλη το ένστικτο, η επιθυμία, η αμφιβολία και το χάος. Καμία από τις δύο δυνάμεις δεν μπορεί να εξαφανίσει την άλλη. Κάθε προσπάθεια απόλυτης επικράτησης οδηγεί αναπόφευκτα στη σύγκρουση.

Αυτό ακριβώς αναγνώρισε η Αϊρίν Μόρρα στο έργο του Τενεσί Ουίλιαμς. Ο Σεμπάστιαν Βέναμπλ δεν είναι ένας σύγχρονος Πενθέας, ούτε το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι αποτελεί μια μεταφορά των Βακχών. Ωστόσο και οι δύο ιστορίες κινούνται πάνω στον ίδιο τραγικό άξονα. Ένας άνθρωπος και ο κόσμος γύρω του οικοδομούν μια πραγματικότητα βασισμένη στην άρνηση. Όταν η αλήθεια επιστρέφει δεν αποκαθιστά την ισορροπία. Τη διαλύει. Η βία δεν ξεσπά από το πουθενά. Είναι η κατάληξη όσων έμειναν για χρόνια κρυμμένα κάτω από την επιφάνεια.

Δεν είναι η μοναδική φορά που η αρχαία τραγωδία λειτουργεί ως κρυφό θεμέλιο της σύγχρονης τέχνης. Ο Σίγκμουντ Φρόυντ στράφηκε στον Οιδίποδα για να διατυπώσει μια από τις πιο επιδραστικές θεωρίες της ψυχανάλυσης. Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι χρησιμοποίησε τη Μήδεια και τον Οιδίποδα για να μιλήσει για τη σύγκρουση ανάμεσα στον πρωτόγονο και τον σύγχρονο κόσμο. Ακόμη και σήμερα πολλές από τις σημαντικότερες αφηγήσεις της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, ακολουθούν τραγικούς μηχανισμούς χωρίς να το δηλώνουν.

Δεν πρόκειται για συμπτώσεις. Οι αρχαίες τραγωδίες εξακολουθούν να επιβιώνουν επειδή δεν εξηγούν μια συγκεκριμένη εποχή. Εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο άνθρωπος όταν έρχεται αντιμέτωπος με τα όριά του. Γι’ αυτό κάθε γενιά επιστρέφει σε αυτές όχι από σεβασμό στην παράδοση, αλλά από ανάγκη. Όταν οι σύγχρονες έννοιες αποδεικνύονται ανεπαρκείς, η τραγωδία εξακολουθεί να προσφέρει το πιο ακριβές λεξιλόγιο.

Διάβασε και αυτό στο Black Book:

Το μεγαλύτερο επίτευγμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν είναι ότι μας άφησε μόνο αριστουργήματα. Μας άφησε έναν τρόπο να διαβάζουμε τον κόσμο. Γι’ αυτό οι Βάκχες εξακολουθούν να γεμίζουν τα θέατρα, ο Τενεσί Ουίλιαμς εξακολουθεί να συνομιλεί με τον Ευριπίδη και οι ιστορίες που θεωρούμε απολύτως σύγχρονες μοιάζουν συχνά με παραλλαγές αφηγήσεων που γράφτηκαν πριν από είκοσι πέντε αιώνες.

Οι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες δεν επιβιώνουν επειδή ανήκουν στο παρελθόν. Επιβιώνουν επειδή εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις πιο ακριβείς περιγραφές του παρόντος. Και όσο οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν όσα φοβούνται, να αγνοήσουν όσα τους απειλούν ή να καταπιέσουν όσα τους συγκροτούν, ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής και ο Αισχύλος δεν θα πάψουν να είναι σύγχρονοι. Οι τραγωδίες τους δεν ανεβαίνουν απλώς στη σκηνή. Συνεχίζουν να παίζονται κάθε μέρα μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ιστορία.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)