Ο πρώτος τελικός της GBL ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό θα έπρεπε σήμερα να συζητιέται για το μπάσκετ. Για την αντίδραση του Παναθηναϊκού από το -17, για τα 47 ριμπάουντ του Ολυμπιακού, για τις επιλογές των δύο προπονητών, για τα μεγάλα και τα χαμένα σουτ, για τις προσωπικότητες που βρέθηκαν στο παρκέ του ΣΕΦ. Κανένα από αυτά δεν βρέθηκε στο επίκεντρο της επόμενης μέρας. Για ακόμη μία φορά πρωταγωνίστρια είναι η διαιτησία. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της . Όχι επειδή μια ομάδα διαμαρτύρεται. Αυτό συμβαίνει σε κάθε πρωτάθλημα του κόσμου. Όχι επειδή υπάρχουν αμφισβητούμενες φάσεις. Το μπάσκετ είναι γεμάτο από αυτές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένας θεσμός μοιάζει ανίκανος να πείσει ότι οι αποφάσεις του δεν αφήνουν πίσω τους σκιές. Πριν καν γίνει το τζάμπολ η συζήτηση είχε ήδη φύγει από το μπάσκετ.
Η επιστροφή της Βάσως Τσαρούχα σε ντέρμπι Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού μετά από περίπου ενάμιση χρόνο ήταν μια απόφαση με συμβολικό και πρακτικό βάρος. Μαζί με τους Γιάννη Τσιμπούρη και Γιώργο Κατραχούρα ορίστηκε να διευθύνει τον πρώτο τελικό της σειράς. Το παράδοξο δεν ήταν ο ορισμός τους. Το παράδοξο ήταν ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε η ΕΟΚ την ίδια της την απόφαση. Οι πληροφορίες είχαν ήδη κυκλοφορήσει, οι διαιτητές βρίσκονταν στο ΣΕΦ και η επίσημη ανακοίνωση καθυστερούσε να εμφανιστεί. Η εικόνα που δημιουργήθηκε δεν ήταν αυτή ενός θεσμού που στέκεται με αυτοπεποίθηση πίσω από τις επιλογές του. Ήταν η εικόνα μιας ομοσπονδίας που έμοιαζε να φοβάται τις αντιδράσεις που θα προκαλούσαν οι επιλογές του. Εκεί άρχισε να χάνει το παιχνίδι η Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης.
Γιατί όταν καθυστερείς να ανακοινώσεις μια απόφαση την οποία θεωρείς σωστή, δημιουργείς μόνος σου την υποψία ότι υπάρχει λόγος να την κρύψεις. Αν πιστεύεις στους διαιτητές σου, τους ανακοινώνεις. Αν θεωρείς ότι είναι οι κατάλληλοι για τον σημαντικότερο αγώνα της χρονιάς, το λες δημόσια και αναλαμβάνεις την ευθύνη. Αντίθετα όταν επιλέγεις τη σιωπή μέχρι την τελευταία στιγμή, δεν προστατεύεις τη διαδικασία. Την υπονομεύεις. Και μετά ήρθε το ίδιο το παιχνίδι.
Το Black Book είχε επισημάνει:
Η μεγάλη συζήτηση που ακολούθησε για τη διαιτησία, οι αντιδράσεις του Παναθηναϊκού, η ένταση γύρω από συγκεκριμένες φάσεις και η αίσθηση που έμεινε στο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινής γνώμης έφεραν ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της αξιοπιστίας. Εδώ όμως βρίσκεται και η μεγαλύτερη παγίδα. Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν μία ή δύο αποφάσεις ήταν σωστές ή λανθασμένες. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι κανείς δεν συζητά πλέον αν ήταν σωστές ή λανθασμένες. Συζητά αν μπορεί να εμπιστευθεί τη διαδικασία. Και όταν η συζήτηση φτάνει εκεί το πρόβλημα παύει να είναι της διαιτησίας. Γίνεται θεσμικό.
Διότι ο Ολυμπιακός δεν έχει ανάγκη καμία διαιτητική προστασία. Ούτε ο Παναθηναϊκός μπορεί να εξηγεί κάθε αποτυχία μέσα από τη διαιτησία. Οι δύο ομάδες είναι αρκετά μεγάλες ώστε να κρίνονται από το μπάσκετ που παίζουν. Το πρόβλημα είναι ότι το ελληνικό μπάσκετ εξακολουθεί να μην καταφέρνει να κάνει το ίδιο. Και αυτό δεν είναι ευθύνη των ομάδων. Είναι ευθύνη των θεσμών.
Το ελληνικό μπάσκετ κουβαλά δεκαετίες καχυποψίας γύρω από τη διαιτησία. Κάθε μεγάλη σειρά ανάμεσα στους «αιώνιους» συνοδεύεται από ανακοινώσεις, βίντεο, διαρροές, καταγγελίες και δημόσιες συγκρούσεις. Αντί η Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας, κατάφερε από το πρώτο κιόλας παιχνίδι να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της αμφισβήτησης. Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι στο ΣΕΦ βρέθηκαν παίκτες επιπέδου EuroLeague, δύο κορυφαίοι προπονητές και δύο ομάδες που ανήκουν στην ευρωπαϊκή ελίτ. Κι όμως, το επόμενο πρωί δεν μιλάμε για τον Ναν, τον Φουρνιέ, τον Βεζένκοφ, τον Σορτς, τον Αταμάν ή τον Μπαρτζώκα. Μιλάμε για τους διαιτητές. Πάλι.
Η μεγαλύτερη ήττα του πρώτου τελικού δεν γράφτηκε στο 82-76. Δεν ήταν καν η ήττα του Παναθηναϊκού. Ήταν η ακόμη μία ήττα της αξιοπιστίας του ελληνικού μπάσκετ. Γιατί όταν ξυπνάς το επόμενο πρωί και όλοι συζητάνε για διαιτητές αντί για παίκτες, κάτι έχει αποτύχει. Όταν η πρώτη είδηση δεν είναι το παιχνίδι αλλά οι άνθρωποι που το σφύριξαν, κάτι έχει αποτύχει. Όταν μια Ομοσπονδία μοιάζει να φοβάται περισσότερο την ανακοίνωση των διαιτητών της από τις αντιδράσεις που θα ακολουθήσουν, κάτι έχει αποτύχει.
Και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν δείχνει πλέον να εκπλήσσεται. Σαν να έχουμε αποδεχθεί ότι αυτή είναι η φυσιολογική κατάσταση του ελληνικού μπάσκετ. Να τελειώνει ένας τελικός και να αρχίζει μια δίκη. Να παίζουν οι αθλητές και να πρωταγωνιστούν οι διαιτητές. Να μιλάμε για σφυρίγματα περισσότερο από όσο μιλάμε για μπάσκετ. Αν αυτό είναι το προϊόν που θέλει να υπερασπιστεί η ΕΟΚ, τότε δεν έχει πρόβλημα μόνο η διαιτησία. Έχει πρόβλημα η ίδια η αντίληψη του τι σημαίνει αξιοπιστία. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, κάθε επόμενος τελικός θα ξεκινά ακριβώς από εκεί που τελείωσε ο προηγούμενος. Με καχυποψία, φωνές και μια αίσθηση ότι το ελληνικό μπάσκετ εξακολουθεί να χάνει τη μάχη με τον χειρότερο αντίπαλό του. Τον εαυτό του.
ΥΓ#1: Έχω μια απορία. Η Stoiximan και οι άλλοι χορηγοί της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης είναι ικανοποιημένοι που επενδύουν σε ένα προϊον που δεν είναι αξιόπιστο;
ΥΓ#2: Προς τους χορηγούς με αγάπη. Αντί να επενδύετε σε ένα αναξιόπιστο προϊόν, επενδύστε τις χορηγίες που δίνετε στην ΕΟΚ για το GBL, σε αθλητές που εκπροσωπούν τη χώρα μας στο εξωτερικό με επιτυχία και οι γονείς τους ματώνουν καθημερινά για να τους υποστηρίξουν.






