Το WORLD CUP CULTURE επιστρέφει στα Παγκόσμια Κύπελλα που διαμόρφωσαν τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Από το Μοντεβιδέο του 1930 μέχρι το Κατάρ του 2022, κάθε Μουντιάλ αφηγείται μια ιστορία που ξεπερνά τα όρια του ποδοσφαίρου. Ιστορίες για πολιτική, κοινωνία, πολιτισμό, μνήμη και ανθρώπους που άφησαν το αποτύπωμά τους στην εποχή τους. Σήμερα ταξιδεύουμε στη Γαλλία του 1998, στη διοργάνωση όπου ένα ποδοσφαιρικό τρόπαιο απέκτησε σημασία πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο το ποδόσφαιρο.
Το βράδυ της 12ης Ιουλίου 1998 το Παρίσι έμοιαζε να βρίσκεται ολόκληρο στους δρόμους. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πλημμύρισαν τα Ηλύσια Πεδία, σημαίες κυμάτιζαν από τα παράθυρα και το πρόσωπο του Ζινεντίν Ζιντάν προβαλλόταν πάνω στην Αψίδα του Θριάμβου. Η Γαλλία είχε μόλις κατακτήσει το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της και η χώρα γιόρταζε σαν να είχε συμβεί κάτι που ξεπερνούσε το ποδόσφαιρο. Στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς συνέβαινε. Το Μουντιάλ ήταν επίσης η βιτρίνα μιας χώρας που ήθελε να παρουσιάσει ένα νέο πρόσωπο στον κόσμο. Το νεόκτιστο Stade de France στα βόρεια του Παρισιού δεν ήταν απλώς ένα γήπεδο. Ήταν ένα σύμβολο αυτοπεποίθησης για μια Γαλλία που ετοιμαζόταν να περάσει στον 21ο αιώνα με την πεποίθηση ότι μπορούσε να πρωταγωνιστήσει σε έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα.
Το Μουντιάλ του 1998 δεν έμεινε στη μνήμη ως η διοργάνωση που κέρδισε η Γαλλία. Έμεινε ως η στιγμή που μια ολόκληρη χώρα πίστεψε ότι είχε βρει μια απάντηση σε ερωτήματα που τη συνόδευαν επί δεκαετίες. Η Γαλλία του τέλους του 20ού αιώνα αναζητούσε τον εαυτό της. Η ανεργία παρέμενε υψηλή, οι κοινωνικές ανισότητες γίνονταν όλο και πιο ορατές και η συζήτηση γύρω από τη μετανάστευση και την εθνική ταυτότητα βρισκόταν στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής. Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν και το Εθνικό Μέτωπο κέρδιζαν διαρκώς έδαφος προβάλλοντας μια πιο κλειστή και φοβική εικόνα της χώρας. Ο ίδιος κατηγορούσε συχνά την εθνική ομάδα ότι δεν εκπροσωπούσε τη «γνήσια» Γαλλία, επειδή πολλοί ποδοσφαιριστές είχαν μεταναστευτική καταγωγή ή προέρχονταν από υπερπόντιες γαλλικές περιοχές.

Η ειρωνεία είναι ότι η ομάδα που αργότερα θα γινόταν εθνικό σύμβολο δεν ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1998 ως αντικείμενο λατρείας. Η αποτυχία πρόκρισης στο Μουντιάλ του 1994 παρέμενε νωπή στη συλλογική μνήμη, ενώ ο προπονητής Εμέ Ζακέ δεχόταν επί χρόνια σκληρή κριτική. Θεωρούνταν υπερβολικά συντηρητικός, υπερβολικά αμυντικός και ακατάλληλος για να οδηγήσει τη διοργανώτρια χώρα στην κορυφή. Λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του τουρνουά, η σχέση της Γαλλίας με την εθνική της ομάδα ήταν περισσότερο σχέση δυσπιστίας παρά ενθουσιασμού. Στη συνέχεια όμως κάτι άρχισε να αλλάζει.

Καθώς η ομάδα προχωρούσε στη διοργάνωση η χώρα άρχισε να βλέπει σε αυτούς τους ποδοσφαιριστές κάτι περισσότερο από αθλητές. Ο Ζινεντίν Ζιντάν ήταν γιος Αλγερινών μεταναστών. Ο Λιλιάν Τουράμ γεννήθηκε στη Γουαδελούπη. Ο Μαρσέλ Ντεσαγί στην Γκάνα. Ο Πατρίκ Βιεϊρά στη Σενεγάλη. Ο Κριστιάν Καρεμπέ στη Νέα Καληδονία. Οι εφημερίδες επινόησαν μια φράση που έμελλε να γίνει ιστορική: Black-Blanc-Beur. Μαύροι, λευκοί και Άραβες.
Για λίγες εβδομάδες, η Γαλλία κοίταζε αυτή την ομάδα και έβλεπε μια πιθανή εκδοχή του μέλλοντός της. Όχι επειδή είχαν εξαφανιστεί οι διαφορές ή οι εντάσεις, αλλά επειδή για πρώτη φορά φαινόταν εφικτό να συνυπάρξουν κάτω από ένα κοινό στόχο. Η εθνική ομάδα μετατράπηκε σε καθρέφτη των ελπίδων μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να ορίσει ξανά τον εαυτό της. Το ίδιο το τουρνουά συμβόλιζε μια νέα εποχή. Ήταν το πρώτο Μουντιάλ με 32 ομάδες. Ο ποδοσφαιρικός χάρτης μεγάλωνε και η FIFA έβλεπε τη διοργάνωση να αποκτά μια παγκόσμια διάσταση που ξεπερνούσε τα παραδοσιακά κέντρα δύναμης του αθλήματος.
Διαβάστε και αυτό από το World Cup Culture:
Η πιο εντυπωσιακή από αυτές τις νέες ιστορίες ήταν η Κροατία. Λιγότερο από μία δεκαετία μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, μια χώρα τεσσάρων εκατομμυρίων κατοίκων έφτασε μέχρι τα ημιτελικά. Ο Ντάβορ Σούκερ έγινε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης και η Κροατία μετατράπηκε στο αγαπημένο αουτσάιντερ εκατομμυρίων φιλάθλων. Την ίδια στιγμή ο μεγαλύτερος σταρ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου έμοιαζε έτοιμος να κυριαρχήσει στη διοργάνωση. Ο Ρονάλντο μόλις 21 ετών ήταν ήδη το πρόσωπο του αθλήματος. Η ταχύτητα, η δύναμη και η τεχνική του έδιναν την εντύπωση ότι έπαιζε ποδόσφαιρο από το μέλλον. Όλα έδειχναν ότι ο τελικός θα αποτελούσε την οριστική του στέψη.
Όμως λίγες ώρες πριν από τον αγώνα, υπέστη κρίση σπασμών στο ξενοδοχείο της αποστολής. Η παρουσία του στην ενδεκάδα αμφισβητήθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή και όταν τελικά αγωνίστηκε έμοιαζε σκιά του εαυτού του. Το τι ακριβώς συνέβη εκείνη την ημέρα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Αν και ο κόσμος παρακολουθούσε τον Ρονάλντο, η ιστορία είχε επιλέξει διαφορετικό πρωταγωνιστή.

Ο Ζιντάν δεν είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε το καλύτερο τουρνουά της καριέρας του. Είχε αποβληθεί απέναντι στη Σαουδική Αραβία και είχε χάσει δύο αγώνες λόγω τιμωρίας. Στον τελικό όμως βρέθηκε στο κέντρο της δράσης. Οι δύο κεφαλιές του στο πρώτο ημίχρονο έδωσαν στη Γαλλία προβάδισμα και άλλαξαν οριστικά τη θέση του στη γαλλική ιστορία. Μέσα σε μία νύχτα, ο γιος Αλγερινών μεταναστών έγινε το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της Γαλλίας. Το τελικό 3-0 απέναντι στη Βραζιλία δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Υπάρχει ωστόσο μια άλλη στιγμή που αποτυπώνει ίσως καλύτερα το πνεύμα εκείνης της διοργάνωσης.
Στον ημιτελικό απέναντι στην Κροατία, η Γαλλία βρέθηκε πίσω στο σκορ για πρώτη φορά στο τουρνουά. Τότε εμφανίστηκε ο Λιλιάν Τουράμ. Ένας αμυντικός που δεν είχε σκοράρει ποτέ με τη φανέλα της εθνικής ομάδας. Μέσα σε λίγα λεπτά πέτυχε δύο γκολ και έστειλε τη Γαλλία στον τελικό. Δεν σκόραρε ποτέ ξανά με την εθνική. Ολόκληρη η επιθετική του συνεισφορά στη διεθνή του καριέρα χωρά σε εκείνο το βράδυ της Μασσαλίας. Η λεπτομέρεια μοιάζει σχεδόν συμβολική. Το Μουντιάλ του 1998 ήταν γεμάτο ανθρώπους που βρέθηκαν ξαφνικά να εκπροσωπούν κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους.

Τις ημέρες μετά τον τελικό οι εικόνες από τα Ηλύσια Πεδία ταξίδευαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η γαλλική σημαία είχε γίνει σύμβολο γιορτής και συλλογικής υπερηφάνειας και όχι αντικείμενο πολιτικής διαμάχης. Η χώρα έμοιαζε ενωμένη γύρω από μια κοινή αφήγηση.
Σήμερα είναι εύκολο να κοιτάξουμε εκείνο το καλοκαίρι μέσα από το φίλτρο της νοσταλγίας. Γνωρίζουμε όμως και κάτι που οι Γάλλοι του 1998 δεν μπορούσαν ακόμη να γνωρίζουν. Τα ερωτήματα που έμοιαζαν να έχουν απαντηθεί δεν εξαφανίστηκαν. Οι εντάσεις γύρω από την ταυτότητα, τη μετανάστευση και την κοινωνική συνοχή επέστρεψαν τα επόμενα χρόνια με την ίδια ή και μεγαλύτερη ένταση. Οι ταραχές στα προάστια, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και η συνεχιζόμενη άνοδος της ακροδεξιάς έδειξαν ότι κανένα τρόπαιο δεν μπορεί να λύσει μόνο του τα προβλήματα μιας κοινωνίας. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το Μουντιάλ του 1998 τόσο ενδιαφέρον σήμερα.
Η Γαλλία δεν πανηγύριζε μόνο ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Πανηγύριζε μια ιδέα. Την ιδέα ότι άνθρωποι με διαφορετικές καταγωγές μπορούσαν να μοιραστούν την ίδια σημαία, την ίδια ιστορία και το ίδιο μέλλον. Για ένα καλοκαίρι αυτή η ιδέα έμοιαζε απολύτως αληθινή. Το Μουντιάλ του 1998 παραμένει τόσο σημαντικό όχι για τη νίκη της Γαλλίας αλλά για την στιγμή που μια χώρα πίστεψε ότι είχε βρει τον εαυτό της. Χρόνια αργότερα αποδείχθηκε ότι εξακολουθούσε να τον αναζητά.







