Το WORLD CUP CULTURE επιστρέφει στα Παγκόσμια Κύπελλα που διαμόρφωσαν τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Από το Μοντεβιδέο του 1930 μέχρι το Κατάρ του 2022, κάθε Μουντιάλ αφηγείται μια ιστορία που ξεπερνά τα όρια του ποδοσφαίρου. Ιστορίες για πολιτική, κοινωνία, πολιτισμό, μνήμη και ανθρώπους που άφησαν το αποτύπωμά τους στην εποχή τους.
Το βράδυ της 9ης Ιουλίου 2006, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, ο Ζινεντίν Ζιντάν περπάτησε αργά προς τα αποδυτήρια. Είχε μόλις αποβληθεί για την κουτουλιά στον Μάρκο Ματεράτσι. Στη διαδρομή πέρασε δίπλα από το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Δεν γύρισε να το κοιτάξει. Συνέχισε να περπατά, με το κεφάλι χαμηλωμένο, σαν να είχε ήδη φύγει από τον αγώνα προτού σφυρίξει ο διαιτητής τη λήξη. Είναι από εκείνες τις εικόνες που μεγαλώνουν όσο περνούν τα χρόνια. Τότε έμοιαζε απλώς με το δραματικό τέλος μιας τεράστιας καριέρας. Σήμερα μοιάζει να σηματοδοτεί κάτι πολύ ευρύτερο. Σαν να αποχωρούσε από τη σκηνή όχι μόνο ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, αλλά ένας ολόκληρος τρόπος να ζεις το ποδόσφαιρο. Το καλοκαίρι του 2006 δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νοσταλγικό από όσους το ζούσαν. Ήταν το παρόν τους. Κανείς δεν μιλούσε για μεταβατικές εποχές ή για το τέλος ενός κόσμου. Το Facebook δεν είχε ακόμη κατακτήσει τον κόσμο. Το Twitter έκανε τα πρώτα του βήματα, το YouTube ήταν περισσότερο μια υπόσχεση παρά μια καθημερινή συνήθεια και το πρώτο iPhone θα εμφανιζόταν έναν χρόνο αργότερα. Το ποδόσφαιρο δεν είχε γίνει ακόμη μια αδιάκοπη ψηφιακή ροή εικόνων, σχολίων και ειδοποιήσεων. Υπήρχε ακόμη ο χρόνος της αναμονής.
Το ποδόσφαιρο δεν είχε γίνει ακόμη αδιάκοπη ψηφιακή ροή. Έβλεπες έναν αγώνα και μετά περίμενες. Την εφημερίδα της επόμενης ημέρας. Την αθλητική εκπομπή το βράδυ. Τη συζήτηση στο γραφείο, στο σχολείο ή στο καφενείο. Η μνήμη είχε χρόνο να δουλέψει. Οι φάσεις δεν επαναλαμβάνονταν αμέσως χιλιάδες φορές στις οθόνες. Έμεναν μέσα σου, λίγο θολές, λίγο πιο προσωπικές. Το Μουντιάλ της Γερμανίας μοιάζει σήμερα τόσο διαφορετικό από όσα ακολούθησαν. Δεν ήταν απλώς το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο του νέου αιώνα στην Ευρώπη.Ήταν το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο πριν η συζήτηση γύρω από το ποδόσφαιρο γίνει μεγαλύτερη από το ίδιο το παιχνίδι.
Η χώρα που το φιλοξενούσε είχε τους δικούς της λόγους να βλέπει τη διοργάνωση ως κάτι περισσότερο από ένα αθλητικό γεγονός. Έντεκα χρόνια μετά την επανένωση η Γερμανία αναζητούσε ακόμη μια νέα αφήγηση για τον εαυτό της. Η Ευρώπη προσπαθούσε να ισορροπήσει μετά την 11η Σεπτεμβρίου, τον πόλεμο στο Ιράκ και τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Μαδρίτη και στο Λονδίνο. Η δημόσια αισιοδοξία δεν ήταν αυτονόητη. Οι μεγάλες γιορτές είχαν αποκτήσει διαφορετικό νόημα.

Το περίφημο Sommermärchen – το «Καλοκαιρινό Παραμύθι» – δεν γεννήθηκε επειδή η Γερμανία έφτασε στα ημιτελικά. Γεννήθηκε επειδή για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί ένιωσαν άνετα να εκφράσουν δημόσια μια ήρεμη, καθημερινή υπερηφάνεια για τη χώρα τους. Οι σημαίες εμφανίστηκαν στα μπαλκόνια χωρίς αμηχανία. Οι πλατείες γέμισαν ανθρώπους από κάθε γωνιά του κόσμου. Τα fan zones έγιναν η καρδιά της διοργάνωσης, ένας θεσμός που έκτοτε αντέγραψαν σχεδόν όλες οι μεγάλες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις. Η ίδια η εθνική ομάδα έμοιαζε να αντικατοπτρίζει αυτή τη νέα Γερμανία. Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν εγκατέλειψε τη γνωστή εικόνα της ψυχρής, υπολογιστικής μηχανής και παρουσίασε μια ομάδα που ήθελε να επιτεθεί, να πιέσει, να διασκεδάσει. Ο Φίλιπ Λαμ, ο Μίροσλαβ Κλόζε, ο Μπάλακ, ο Σβάινσταϊγκερ και ο νεαρός Ποντόλσκι δεν κατέκτησαν το τρόπαιο. Βοήθησαν όμως τη χώρα τους να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο την έβλεπαν οι υπόλοιποι και ίσως τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε η ίδια τον εαυτό της.

Την ίδια ώρα η Ιταλία έφθανε στη Γερμανία με εντελώς διαφορετική ψυχολογία. Το Calciopoli είχε τινάξει στον αέρα την αξιοπιστία της Serie A. Η Γιουβέντους βρισκόταν μπροστά στον υποβιβασμό, μεγάλοι σύλλογοι ερευνώνταν για σχέσεις με διαιτητές και το ιταλικό ποδόσφαιρο περνούσε τη μεγαλύτερη κρίση της σύγχρονης ιστορίας του. Μέσα σε αυτή τη θύελλα, η εθνική ομάδα λειτούργησε σαν ένας παράξενος τόπος ηρεμίας. Ο Μαρτσέλο Λίπι δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι τίποτε δεν είχε συμβεί. Έφτιαξε μια ομάδα που συμπεριφερόταν σαν να υπήρχε μόνο το επόμενο παιχνίδι. Ο Μπουφόν βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του. Ο Φάμπιο Καναβάρο παρέδιδε ίσως το πιο ολοκληρωμένο τουρνουά που έχει κάνει ποτέ αμυντικός σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο Αντρέα Πίρλο έδινε την εντύπωση ότι δεν έπαιζε γρηγορότερα από τους άλλους, απλώς καταλάβαινε το παιχνίδι λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα. Δεν ήταν η πιο θεαματική ομάδα της διοργάνωσης. Ήταν όμως εκείνη που καταλάβαινε καλύτερα από όλες πότε έπρεπε να παίξει άμυνα, πότε να επιτεθεί και πότε να αφήσει τον αντίπαλο να κουραστεί μόνος του.

Ο ημιτελικός με τη Γερμανία στο Ντόρτμουντ έμοιαζε να πηγαίνει προς τα πέναλτι. Για εκατόν δεκαοκτώ λεπτά, καμία από τις δύο ομάδες δεν μπορούσε να επιβάλει τη θέλησή της. Και τότε συνέβη κάτι που μόνο το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει. Ο Φάμπιο Γκρόσο βρήκε μια γωνία που έμοιαζε να μην υπάρχει και ο Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο ολοκλήρωσε την πρόκριση λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Η Γερμανία αποχαιρετούσε το όνειρό της. Η Ιταλία έφθανε στον τελικό. Χωρίς να το γνωρίζει κανείς εκείνο το βράδυ, το Βερολίνο ετοιμαζόταν να φιλοξενήσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν αγώνα για το τρόπαιο. Εκεί, μέσα σε ενενήντα λεπτά, θα συναντιούνταν για τελευταία φορά δύο διαφορετικές εποχές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Δεν ήταν όμως μόνο οι ομάδες που άλλαζαν θέση στην ιστορία. Άλλαζαν και οι άνθρωποι που την έγραφαν. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις αποστολές εκείνης της διοργάνωσης για να καταλάβει πόσο μοναδική υπήρξε. Στο ίδιο γήπεδο συνυπήρχαν ποδοσφαιριστές που είχαν ήδη μετατραπεί σε σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής και νεαροί που δεν είχαν ακόμη συνειδητοποιήσει ότι επρόκειτο να κυριαρχήσουν στην επόμενη. Ο Ζινεντίν Ζιντάν, ο Ρονάλντο, ο Λουίς Φίγκο, ο Ντέιβιντ Μπέκαμ και ο Πάβελ Νέντβεντ έπαιζαν τις τελευταίες μεγάλες παραστάσεις της καριέρας τους. Λίγα μέτρα πιο πέρα, ένας δεκαεννιάχρονος ο Λιονέλ Μέσι σημείωνε το πρώτο του γκολ σε Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ ένας εικοσιενάχρονος ο Κριστιάνο Ρονάλντο οδηγούσε την Πορτογαλία μέχρι τα ημιτελικά, χωρίς ακόμη να φαντάζεται ότι θα μετατρεπόταν σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του πλανήτη.

Κοιτάζοντας σήμερα εκείνες τις λίστες συμμετοχών, δύσκολα αποφεύγεις την αίσθηση ότι για λίγες εβδομάδες ο χρόνος σταμάτησε. Οι τελευταίοι μεγάλοι πρωταγωνιστές του ποδοσφαίρου του εικοστού αιώνα μοιράστηκαν την ίδια σκηνή με τους πρώτους μεγάλους πρωταγωνιστές του εικοστού πρώτου. Είναι κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν και δεν πρόκειται να συμβεί ξανά με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη και το ίδιο το ποδόσφαιρο έμοιαζε να βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους. Διατηρούσε ακόμη τη ρομαντική του διάσταση, αλλά είχε ήδη αρχίσει να αποκτά τα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας βιομηχανίας που θα ακολουθούσε. Οι μεταγραφές εκτοξεύονταν, τα τηλεοπτικά δικαιώματα πολλαπλασιάζονταν και οι ποδοσφαιριστές γίνονταν σταδιακά κάτι περισσότερο από αθλητές. Γίνονταν παγκόσμια brands.
Διαβάστε και αυτό από το World Cup Culture:
Το βράδυ του τελικού, όμως, όλα αυτά έμοιαζαν να μην έχουν καμία σημασία. Για περισσότερο από μία ώρα η ιστορία έδειχνε αποφασισμένη να χαρίσει στον Ζιντάν το ιδανικό φινάλε. Το πέναλτι που εκτέλεσε με εκείνο το αδιόρατο σκάψιμο πάνω από τον Μπουφόν παραμένει μία από τις πιο θρασείς κινήσεις που έχουν γίνει ποτέ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου. Δεν ήταν απλώς ένα γκολ. Ήταν μια δήλωση αυτοπεποίθησης από έναν ποδοσφαιριστή που έμοιαζε να παίζει σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες. Η ισοφάριση του Ματεράτσι έφερε ξανά ισορροπία στον αγώνα, αλλά η αίσθηση παρέμενε η ίδια. Όλοι περίμεναν ότι ο Ζιντάν θα έβρισκε έναν ακόμη τρόπο να γράψει το τέλος που του άξιζε. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο απρόβλεπτη.
Δεν θα μάθουμε ποτέ τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσα στους δύο ποδοσφαιριστές. Οι εκδοχές είναι πολλές και πιθανότατα καμία δεν θα γίνει ποτέ απολύτως βέβαιη. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ένας από τους πιο ψύχραιμους και ευφυείς ποδοσφαιριστές που γνώρισε το παιχνίδι πήρε μια απόφαση που κανείς δεν περίμενε. Η κουτουλιά στον Ματεράτσι επισκίασε τον τελικό αλλά με τα χρόνια η σημασία της άλλαξε. Δεν αποτελεί πια απλώς μια στιγμή απώλειας αυτοελέγχου. Είναι η υπενθύμιση ότι ακόμη και οι μεγαλύτεροι αθλητές δεν μπορούν να ξεφύγουν από την ανθρώπινη φύση τους. Οι πιο σπουδαίες καριέρες δεν ολοκληρώνονται πάντα με τον τρόπο που θα επέλεγαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές τους.

Η Ιταλία κατέκτησε δίκαια το τέταρτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της. Ο Καναβάρο σήκωσε το τρόπαιο και λίγους μήνες αργότερα έγινε ο τελευταίος αμυντικός που κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα. Ο Μπουφόν επιβεβαίωσε ότι ήταν ο κορυφαίος τερματοφύλακας της εποχής του. Ο Πίρλο υπενθύμισε ότι η δημιουργία δεν χρειάζεται ποτέ να φωνάζει για να επιβληθεί. Είκοσι χρόνια αργότερα όταν επιστρέφουμε νοερά στο καλοκαίρι του 2006 το μυαλό πηγαίνει στον Ζιντάν που περπατά δίπλα από το τρόπαιο χωρίς να το κοιτάξει. Πηγαίνει στη Γερμανία που ανακάλυψε μια νέα σχέση με τον εαυτό της. Πηγαίνει στον νεαρό Μέσι και στον ακόμη άγουρο Κριστιάνο, που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους χωρίς να γνωρίζουν ότι σύντομα θα μονοπωλούσαν το παγκόσμιο ποδόσφαιρο για περισσότερο από μία δεκαετία. Πηγαίνει σε όλους εμάς που δεν είχαμε ακόμη καταλάβει ότι παρακολουθούσαμε την τελευταία μεγάλη διοργάνωση πριν αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε, θυμόμαστε και συζητάμε το παιχνίδι.
Το Μουντιάλ της Γερμανίας δεν ήταν το καλύτερο στην ιστορία. Δεν είχε την πιο συναρπαστική μπάλα ούτε τον πιο θεαματικό πρωταθλητή. Υπήρξε το μοναδικό Παγκόσμιο Κύπελλο όπου δύο διαφορετικές εποχές του ποδοσφαίρου συνυπήρξαν στο ίδιο γήπεδο. Για λίγες εβδομάδες το παρελθόν δεν είχε ακόμη φύγει και το μέλλον δεν είχε ακόμη φτάσει. Ο Ζινεντίν Ζιντάν πέρασε δίπλα από το τρόπαιο χωρίς να το κοιτάξει. Εκείνο το βράδυ όλοι πίστεψαν ότι αποχαιρετούσαν έναν σπουδαίο ποδοσφαιριστή. Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, μοιάζει πιο καθαρό ότι αποχαιρετούσαν και τον τελευταίο μεγάλο εκπρόσωπο ενός ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια.







