Το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει μάθει να γεμίζει ακόμη και τα λεπτά πριν από τη σέντρα με μηνύματα. Πριν αρχίσει ο αγώνας, πριν ακουστεί το πρώτο σφύριγμα, πριν οι παίκτες γίνουν ξανά αυτό για το οποίο πληρώνονται, καλούνται για λίγα δευτερόλεπτα να γίνουν κάτι άλλο: εκπρόσωποι μιας καμπάνιας, πρόσωπα μιας κοινωνικής θέσης, φορείς ενός μηνύματος που έχει ήδη γραφτεί, τυπωθεί και τοποθετηθεί πάνω στο σώμα τους. Συνήθως όλα τελειώνουν εκεί. Οι παίκτες βγαίνουν, φορούν το μπλουζάκι, στέκονται για τη φωτογραφία και λίγα λεπτά αργότερα η συζήτηση επιστρέφει στο pressing και στην κατοχή της μπάλας. Το μήνυμα έχει καταγραφεί, το τελετουργικό ολοκληρώθηκε. Αυτή τη φορά όμως ο Κιλιάν Εμπαπέ δεν ακολούθησε ακριβώς το σενάριο.
Πριν από το παιχνίδι της Ρεάλ Μαδρίτης με την Έλτσε, οι παίκτες εμφανίστηκαν με λευκά μπλουζάκια που έγραφαν “Todos somos caballas” — “Όλοι είμαστε από τη Θέουτα” — ως μήνυμα αλληλεγγύης προς τους κατοίκους της πόλης. Οι περισσότεροι τα φόρεσαν όπως ακριβώς αναμενόταν. Ο Εμπαπέ, ο Βινίσιους Τζούνιορ και ο Ιμπραΐμ Κονατέ όχι. Το μήνυμα δεν φαινόταν ολόκληρο και οι δύο πρώτοι έβγαλαν το μπλουζάκι νωρίτερα από τους συμπαίκτες τους. Δεν χρειάστηκε τίποτε περισσότερο. Μέσα σε λίγες ώρες η φωτογραφία απέκτησε τη δική της βιογραφία. Η λέξη «σκάνδαλο» εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως και μαζί της ήρθαν οι εύκολες ερμηνείες: περιφρόνηση, πρόκληση, άρνηση αλληλεγγύης. Είναι ένα από τα παράξενα προνόμια της εποχής μας ότι μπορούμε πλέον να γνωρίζουμε τις προθέσεις ενός ανθρώπου πριν προλάβει να τις εξηγήσει ο ίδιος.

Όταν ο Εμπαπέ μίλησε, η ιστορία έγινε πιο δύσκολη και επομένως πιο ενδιαφέρουσα. Ο Γάλλος επιθετικός δήλωσε ότι αισθάνεται αλληλεγγύη προς τη Θέουτα και τα θύματα, αλλά ήθελε ταυτόχρονα να στρέψει την προσοχή στους μετανάστες που έχουν χάσει τη ζωή τους και σε όσους ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Δεν ήθελε όπως είπε να δημιουργήσει μια ιεράρχηση του πόνου. Από εκεί και πέρα το μπλουζάκι παύει να είναι το πραγματικό θέμα και αρχίζει να έχει ενδιαφέρον ο κόσμος γύρω του.
Για χρόνια το ποδόσφαιρο κατηγορούνταν επειδή οι αθλητές του δεν μιλούσαν. Είχαν χρήματα, αναγνωρισιμότητα και τεράστια δημόσια επιρροή, αλλά από αυτούς περιμέναμε κυρίως να μιλούν για το παιχνίδι και να αποφεύγουν οτιδήποτε μπορούσε να τους βγάλει έξω από αυτό. «Δώσαμε το 100%». «Κοιτάμε το επόμενο παιχνίδι». «Ευχαριστούμε τον κόσμο». Ο ποδοσφαιριστής έπρεπε να μιλά πολύ χωρίς να λέει σχεδόν τίποτα. Με τον καιρό όμως αρχίσαμε να απαιτούμε από αυτόν ακριβώς το αντίθετο. Να έχουν θέση. Να μιλούν για τον ρατσισμό, τις διακρίσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις κοινωνικές ανισότητες. Αυτό ήταν πρόοδος αλλά μαζί του εμφανίστηκε και ένα πρόβλημα: όταν ζητάς από ανθρώπους να αποκτήσουν φωνή, κάποια στιγμή μπορεί να τη χρησιμοποιήσουν για να πουν κάτι που δεν έχεις εγκρίνει προηγουμένως.

Η υπόθεση Εμπαπέ βρίσκεται ακριβώς εκεί. Η αλληλεγγύη αποκτά βάρος όταν περιέχει έστω ένα στοιχείο προσωπικής επιλογής. Αν το μήνυμα έχει ήδη αποφασιστεί και η μόνη αποδεκτή συμμετοχή είναι να φορέσεις σωστά το μπλουζάκι και να κοιτάξεις προς τη σωστή κάμερα, τότε η πράξη αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με προσωπική στάση και περισσότερο με δημόσια χορογραφία. Αυτό δεν κάνει το μήνυμα λάθος ούτε κάνει τον Εμπαπέ αυτομάτως σωστό. Το δικαίωμα να έχει ένας αθλητής δημόσια θέση δεν σημαίνει ότι κάθε θέση του είναι εύστοχη. Σημαίνει όμως ότι δεν χρειάζεται να συμπίπτει πάντα με το μήνυμα που έχει επιλέξει ο σύλλογός του. Διαφορετικά δεν του ζητάμε πραγματικά να έχει φωνή· του ζητάμε απλώς να επαναλάβει τη δική μας.
Η Ρεάλ Μαδρίτης βρέθηκε έτσι σε μια ασυνήθιστα λεπτή θέση. Ο σύλλογος στήριξε την πρωτοβουλία αλλά παράλληλα υπερασπίστηκε το δικαίωμα των παικτών να εκφράσουν τη δική τους στάση. Για έναν οργανισμό που, όπως όλοι οι μεγάλοι σύλλογοι, φροντίζει σχολαστικά τη δημόσια εικόνα των σταρ του, αυτή ίσως ήταν η μόνη συνεπής επιλογή. Διαφορετικά καταλήγουμε σε ένα παράδοξο: θέλουμε τον αθλητή κοινωνικά ευαίσθητο, αλλά μόνο εφόσον η ευαισθησία του συμπίπτει με το επίσημο μήνυμα. Θέλουμε φωνή, αλλά κατά προτίμηση στο σωστό μέγεθος γραμματοσειράς.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη βραδιά. Τα κοινωνικά μηνύματα στο ποδόσφαιρο έχουν πολλαπλασιαστεί τόσο πολύ ώστε έχουν αρχίσει να αποκτούν τη μορφή τελετουργικού. Περιβραχιόνια, πανό, μπλουζάκια, ενός λεπτού σιγή, γονάτισμα, hashtags. Πολλά από αυτά γεννήθηκαν από πραγματικές ανάγκες και είχαν πραγματική σημασία. Κάθε δημόσια χειρονομία όμως όταν επαναλαμβάνεται αρκετά, κινδυνεύει να γίνει αυτονόητη και να πάψουμε να αναρωτιόμαστε τι ζητά πραγματικά από όσους συμμετέχουν. Ο Εμπαπέ σκόπιμα ή όχι, έφερε αυτή τη συζήτηση στο προσκήνιο. Όχι επειδή αρνήθηκε την αλληλεγγύη. Η δική του εξήγηση λέει το αντίθετο. Αλλά επειδή αρνήθηκε να δεχτεί ότι υπάρχει μόνο ένας επιτρεπτός τρόπος να την εκφράσει.
Εκεί βρίσκεται και η πραγματική ένταση της ιστορίας. Δεν είναι δύσκολο να υπερασπιστείς το δικαίωμα ενός αθλητή να μιλήσει όταν συμφωνείς με όσα λέει. Το δύσκολο αρχίζει όταν η δική του θέση δεν χωρά στο μήνυμα που έχει ήδη αποφασιστεί. Το ποδόσφαιρο πέρασε χρόνια ζητώντας από τους παίκτες του να αποκτήσουν φωνή. Τώρα πρέπει να δεχτεί ότι δεν θα λένε πάντα αυτό που θέλει να ακούσει.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







