Το Παγκόσμιο Κύπελλο έχει μια μοναδική σχέση με το χρόνο. Χρειάζεται μόλις ένας μήνας για να ολοκληρωθεί αλλά μερικές από τις ιστορίες του όμως δεν τελειώνουν ποτέ. Εξακολουθούν να ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Τριάντα και πλέον χρόνια μετά τον τελικό του 1994, εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν ακόμη να αναγνωρίσουν μια συγκεκριμένη φωτογραφία. Ο Ρομπέρτο Μπάτζιο στέκεται ακίνητος στο Rose Bowl της Πασαντίνα, με τα χέρια στη μέση και το βλέμμα χαμένο κάπου πάνω από το οριζόντιο δοκάρι. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς το σκορ, τη διαδρομή των ομάδων ή τις λεπτομέρειες του αγώνα για να καταλάβει τι έχει συμβεί. Η εικόνα κουβαλά από μόνη της την ιστορία.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της μνήμης στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν λειτουργεί σαν αρχείο. Δεν καταγράφει τα πάντα. Επιλέγει ορισμένες στιγμές και τις μετατρέπει σε σύμβολα. Συμπυκνώνει εβδομάδες ποδοσφαίρου, χρόνια προετοιμασίας και ολόκληρες καριέρες σε λίγα δευτερόλεπτα.
Ο Μπάτζιο δεν έγινε διάσημος επειδή έχασε εκείνο το πέναλτι. Ήταν ήδη ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές της εποχής του. Είχε οδηγήσει σχεδόν μόνος του την Ιταλία μέχρι τον τελικό, σκοράροντας απέναντι στη Νιγηρία, την Ισπανία και τη Βουλγαρία. Όμως η συλλογική μνήμη αποδείχθηκε πιο ισχυρή από τα στατιστικά. Από ολόκληρο εκείνο το καλοκαίρι κράτησε μια εκτέλεση και μια φωτογραφία. Η ιστορία του Μπάτζιο δεν είναι μοναδική. Στην πραγματικότητα είναι σχεδόν ο κανόνας.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Βερολίνο, ο Νταβίντ Τρεζεγκέ βρέθηκε μπροστά σε μια παρόμοια δοκιμασία. Μέχρι τότε είχε κατακτήσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και είχε χτίσει μια καριέρα που θα ζήλευαν οι περισσότεροι επιθετικοί. Όταν όμως το πέναλτι που εκτέλεσε χτύπησε στο οριζόντιο δοκάρι και δεν πέρασε τη γραμμή, η ιστορία βρήκε το δικό της σημείο αναφοράς. Η Ιταλία κατέκτησε το τρόπαιο χάρη στο τελευταίο πέναλτι του Φάμπιο Γκρόσο, αλλά οι περισσότεροι θυμούνται ακόμη τον άνθρωπο που αστόχησε. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Τα πέναλτι αφαιρούν από το ποδόσφαιρο σχεδόν όλα όσα το κάνουν ομαδικό άθλημα. Οι συμπαίκτες απομακρύνονται. Οι προπονητές δεν μπορούν να παρέμβουν. Οι τακτικές παύουν να έχουν σημασία. Για λίγα δευτερόλεπτα όλο το βάρος συγκεντρώνεται σε έναν άνθρωπο. Η μνήμη αγαπά τέτοιες στιγμές.
Το καλοκαίρι του 2010, στο Γιοχάνεσμπουργκ, η εικόνα που έμεινε δεν ήταν απλώς ένας προημιτελικός ανάμεσα στη Γκάνα και την Ουρουγουάη. Ήταν ο Ασαμόα Τζιάν να στέκεται απέναντι στην ιστορία. Λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα ο Λουίς Σουάρες είχε αποκρούσει με τα χέρια πάνω στη γραμμή ένα σουτ που κατευθυνόταν στα δίχτυα και είχε αποβληθεί. Η Γκάνα είχε την ευκαιρία να γίνει η πρώτη αφρικανική χώρα που θα έφτανε στα ημιτελικά ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο Τζιάν είχε ήδη σκοράρει δύο φορές από το σημείο του πέναλτι σε εκείνο το τουρνουά. Κανείς δεν αμφέβαλλε πραγματικά ότι μπορούσε να το κάνει ξανά. Όταν όμως η μπάλα χτύπησε στο δοκάρι και χάθηκε στον νυχτερινό ουρανό του Γιοχάνεσμπουργκ, μαζί της χάθηκε και το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό όνειρο που είχε γνωρίσει ποτέ η αφρικανική ήπειρος.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η μνήμη δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους. Δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αν μια στιγμή είναι χαρούμενη ή οδυνηρή. Την ενδιαφέρει η στιγμή που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε μια ιστορία. Αυτός είναι ο λόγος που θυμόμαστε ακόμη τον Αντρέας Μπρέμε στον τελικό του 1990. Δεν υπήρξε διαδικασία πέναλτι εκείνο το βράδυ. Υπήρξε μόνο μία εκτέλεση πέναλτι στο 85ο λεπτό του τελικού απέναντι στην Αργεντινή. Ένα πέναλτι που χάρισε το κύπελλο στη Δυτική Γερμανία και έμεινε στην ιστορία ως ένα πέναλτι που άλλαξε την πορεία ενός τελικού.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους μύθους έχουν ως πρωταγωνιστές τους εκτελεστές. Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που επιβιώνουν στη μνήμη του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Οι τερματοφύλακες. Η δική τους μοναξιά είναι διαφορετική. Ο παίκτης που εκτελεί το πέναλτι έχει την ευκαιρία να γίνει ήρωας. Ο τερματοφύλακας γνωρίζει ότι το παιχνίδι είναι σχεδιασμένο εναντίον του. Αν δεχτεί γκολ κανείς δεν θα εκπλαγεί. Αν αποκρούσει μπορεί να μείνει στην ιστορία.
Το 1982, στον ημιτελικό ανάμεσα στη Δυτική Γερμανία και τη Γαλλία, το Παγκόσμιο Κύπελλο γνώρισε για πρώτη φορά την αγωνία των πέναλτι. Ο Χάραλντ Σούμαχερ απέκρουσε δύο πέναλτι και έστειλε τη χώρα του στον τελικό. Την ίδια στιγμή ο Ούλι Στίλικε πέρασε από τα δάκρυα στη λύτρωση, καθώς η δική του χαμένη εκτέλεση δεν αποδείχθηκε τελικά μοιραία. Το Μουντιάλ είχε ανακαλύψει μια νέα μορφή αφήγησης.
Οκτώ χρόνια αργότερα, ένας αναπληρωματικός τερματοφύλακας ονόματι Σέρχιο Γκοϊκοετσέα θα μάθαινε πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει η μοίρα ενός ποδοσφαιριστή. Ένας τραυματισμός τον έφερε ξαφνικά κάτω από τα δοκάρια της Αργεντινής. Οι αποκρούσεις του απέναντι στη Γιουγκοσλαβία και αργότερα απέναντι στην Ιταλία, μέσα στη Νάπολη του Μαραντόνα, τον μετέτρεψαν από αναπληρωματικό σε εθνικό ήρωα.
Το ίδιο μοτίβο επανεμφανίστηκε το 2014, όταν ο Λουίς φαν Χάαλ αποφάσισε να περάσει τον Τιμ Κρουλ στον προημιτελικό της Ολλανδίας με την Κόστα Ρίκα αποκλειστικά για τη διαδικασία των πέναλτι. Ο Κρουλ δεν είχε αγωνιστεί ούτε λεπτό μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μέσα σε λίγα λεπτά απέκρουσε δύο πέναλτι και απέκτησε τη δική του θέση στη ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το πιο πρόσφατο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας γράφτηκε στο Κατάρ.
Το Μουντιάλ του 2022 θα συνδεθεί για πάντα με τον Λιονέλ Μέσι και την κατάκτηση του μοναδικού τροπαίου που έλειπε από την καριέρα του. Παράλληλα, όμως, δημιούργησε και έναν ακόμη ήρωα της άσπρης βούλας. Στο 120ό λεπτό του τελικού απέναντι στη Γαλλία, ο Κολό Μουανί βρέθηκε μόνος απέναντι στον Εμιλιάνο Μαρτίνες. Αν σκόραρε η Γαλλία θα κατακτούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η απόκρουση του Μαρτίνες κράτησε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο.
Λίγη ώρα αργότερα απέκρουσε στη διαδικασία των πέναλτι, απέκρουσε τα πέναλτι των Φαν Ντάικ και Μπεργκχάους και οδήγησε την Αργεντινή στην κορυφή του κόσμου. Για πολλούς Αργεντινούς το τρόπαιο ανήκει στον Μέσι. Για κάποιους άλλους ανήκει εξίσου στον Μαρτίνες που αρνήθηκε να αφήσει την ιστορία να πάρει διαφορετική τροπή. Η απόκρουση του κράτησε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Είναι εκείνες οι στιγμές που ζούνε περισσότερο από τον ίδιο τον αγώνα. Δεν αποφασίζουν μόνο ποιος θα κερδίσει έναν αγώνα ή ένα κύπελλο. Αποφασίζουν ποια στιγμή θα συνεχίσει να ζει στην ιστορία..
Ο Ρομπέρτο Μπάτζιο έπαιξε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα. Σκόραρε εννέα γκολ. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές της γενιάς του. Κι όμως για εκατομμύρια ανθρώπους παραμένει ο άνθρωπος που αστόχησε στην Πασαντίνα. Η φωτογραφία του εξακολουθεί να ταξιδεύει από γενιά σε γενιά, αποδεικνύοντας ότι στο Παγκόσμιο Κύπελλο οι αγώνες τελειώνουν, τα κύπελλα αλλάζουν χέρια και οι πρωταθλητές διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Ορισμένες στιγμές όμως αρνούνται να φύγουν. Και οι πιο ισχυρές από αυτές συχνά διαρκούν όσο ένα πέναλτι. Τρία δευτερόλεπτα.







